Legislator Case Law & Legislation
889/2008 AI generated

Supreme Court quashes appeal court judgment for insufficient reasoning on tort liability and remands case.

Case Number 889/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the appeal court's decision regarding a tort liability claim against two banks and a director. The court found the lower court's reasoning insufficient as it failed to specify the exact acts or omissions constituting the illegal and culpable behavior causing the plaintiff's damages. Consequently, the case was remanded to the same court with a different panel for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 299, 330, 914, 932 of the Civil Code; A judgment is subject to cassation if the appellate court fails to specify the concrete acts or omissions constituting the illegal and culpable behavior required for tort liability, thereby rendering the reasoning inadequate for appellate review.

Keywords

AI generated
tort liability insufficient reasoning appellate review remand for retrial culpable behavior causal link Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 299, 330, 914, 932 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 889 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 889/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκρότηθηκε από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειουσών : 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) της "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΙΓΜΑ ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας "ΝΙΚΟΛΑΟΣ Δ. ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη (μετονομασθείσα από "ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΙΓΜΑ ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ"), τις οποίες εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Εμμανουήλ Φωτάκης.

Του αναιρεσιβλήτου : ..........., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Επαμεινώνδα Κλειτσικα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.02.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2282/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9223/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20.02.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 16.04.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ως προς το δεύτερο μέρος του και κατά τα τμήματα, του μέρους αυτού, πρώτο και τέταρτο (κεφάλαιο πρώτο του τέταρτου τμήματος) και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297,298,299,330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη πρόκληση ζημίας (περουσιακής ή ηθικής) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως, ιδίως δε αρκεί η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας, η οποία (υποχρέωση) απορρέει από τις αρχές των χρηστών ηθών και, κυρίως, της καλής πίστεως.

Η υπαιτιότητα διακρίνεται, αναλόγως προς τη βαρύτητάς της, σε δύο είδη, τον δόλο και την αμέλεια. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 922 και 926 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του προστηθέντος, ο τελευταίος και ο προστήσας υποχρεούνται, εις ολόκληρον ο καθένας, να αποκαταστήσουν την περουσιακή ζημία ( και την ηθική βλάβη) του παθόντος τρίτου, εφόσον η πράξη ή παράλειψη του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί στο πλαίσιο της σχέσεως προστήσεως, ήτοι εφόσον μεταξύ της πράξεως και της ανατεθειμένης υπηρεσίας υφίσταται ( εσωτερική) αιτιώδης σχέση, γεγονός που συντρέχει όταν η υπηρεσία αποτελεί το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της πράξεως ή ( και ) όταν η πράξη εμπίπτει στους τυπικούς κινδύνους που ενυπάρχουν στη δραστηριότητα του προστηθέντος.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 59 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στερείται νόμιμης βάσεως, όταν δηλαδή στη δεύτερη ( ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων.

Η θεμελίωση αυτού του λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια, επί ζημιογόνου αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ελέγχεται μέσω του ως άνω αναιρετικού λόγου, η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη παρανομίας, υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας, καθώς και, σε περίπτωση προστήσεως, για τη συνδρομή η μη σχέσεως προστήσεως και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αφενός της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος και αφετέρου της ανατεθειμένης σ' αυτόν υπηρεσίας από τον προστήσαντα.

Και τούτο, επειδή πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Στις 14-7-1999 στο κατάστημα 466 Νέας Ιωνίας της ανώνυμης εταιρίας '' Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης Α.Ε'', ήδη απορροφηθείσας από την πρώτη των αναιρεσειουσών τραπεζική εταιρία ''Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε'', ο αναιρεσίβλητος άνοιξε, με συνδικαιούχους τον ίδιο και τη συζυγό του, τον με αριθμό ......

κοινό λογαριασμό,στον οποίο, μέσω της ...... επιταγής, εκδοθείσας από την τραπεζική εταιρία '' 'Αλφα Τράπεζα Πίστεως Α.Ε '', κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών. Παραλλήλως, μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της πρώτης των αναιρεσειουσών καταρτίσθηκε η χωρίς χρονολογία και με τον τίτλο "Δήλωση και Όροι Συνεργασίας για εργασίες χρεογράφων" έγγραφη σύμβαση, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στον αναιρεσίβλητο διάφορες επενδυτικές υπηρεσίες, κυρίως μέσω της δεύτερης των αναιρεσειουσών χρηματιστηριακής εταιρίας.

Στις 19-7-1999 ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης ( κατάστημα Νέας Ιωνίας) τη φέρουσα τον τίτλο "Αίτηση δημιουργίας Μερίδας - Λογαριασμού Αξιών και εξουσιοδότηση χρήσης" με αριθμό ....... έντυπη αίτηση, βάσει της οποίας ανοίχθηκαν στο όνομά του οι σχετικοί με τις επενδυτικές υπηρεσίες αριθμοί ( κωδικός, μητρώου και μερίδας), πλην όμως ουδέποτε έδωσε στην άνω Τράπεζα μέσω υπαλλήλου της ή του προστηθέντος από αυτή Γ1 ή της δεύτερης των αναιρεσειουσών χρηματιστηριακής εταιρίας, αλλ' ούτε και απευθείας στην τελευταία, οποιαδήποτε παραγγελία (εντολή) για αγορά ή πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.

Η ύπαρξη τέτοιας εντολής δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, ούτε από τα προσκομιζόμενα πενήντα δύο "πινακίδα εκτέλεσης εντολών", αφού δεν προσκομίζονται συνάμα και σχετικές αποδείξεις για την εκ μέρους του είσπραξη του τιμήματος ή την παράδοση σ'αυτόν των τυχόν αγορασθέντων τίτλων. 'Ομοια εντολή δεν αποδεικνύεται επίσης α) από την ........ " αίτηση έκδοσης Cash Card Μακεδονίας Θράκης" του αναιρεσιβλήτου, β) από την .... " εξουσιοδότηση - χρήσης" του ιδίου και γ) από τη με χρονολογία ......

επιστολή του προς την Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης, στην οποία ( επιστολή), φέρουσα την υπογραφή του ιδίου ( αναιρεσιβλήτου), ο τελευταίος δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι με την εν λόγω επιστολή παρέχει στον Γ1 την εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργεί για λογαριασμό εκείνου (αναιρεσιβλήτου) και να αναλαμβάνει για τον ίδιο οποιοδήποτε ποσό απεριορίστως από τον με αριθμό ......

Λογ. ....... λογαριασμό αυτού (αναιρεσιβλήτου), εγκρίνει δε από τώρα και αναγνωρίζει τις πράξεις του εν λόγω πληρεξουσίου του ως έγκυρες και ισχυρές. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, η παραδοχή του πρωτοδικείου, περί του ότι οι αναφερόμενες στα πενήντα δύο πινακίδια συναλλαγές έγιναν κατόπιν σχετικών τηλεφωνικών εντολών του αναιρεσιβλήτου ή του πληρεξουσίου Γ1 προς τη δεύτερη των αναιρεσειουσών χρηματιστηριακή εταιρία, είναι εσφαλμένη, διότι, ακόμη και αν υπήρξαν οι ανωτέρω έγγραφες εξουσιοδοτήσεις, δεν επακολούθησε καμία ειδική εντολή του αναιρεσιβλήτου για αγοραπωλησία μετοχών.

Ακολούθως, το εφετείο, κρίναν ότι οι αναιρεσείουσες εταιρίες (μέσω των καταστατικών τους οργάνων) και ο Γ1 (τότε τρίτος των εναγομένων), με κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά και δη παρανόμως και από βαριά αμέλεια "τουλάχιστον, που υπερβαίνει, στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, εντόνως μάλιστα, την επίδειξη της επιβαλλόμενης προσοχής και επιμέλειας στις συνήθεις συναλλακτικές πράξεις του κύκλου και του ενδιαφέροντος, που απασχόλησε ως άνω, των οργάνων τους, που ενέργησαν εντός του κύκλου των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους, όσον αφορά στις πρώτες δύο (2) των εναγομένων, καθώς επίσης και του τρίτου των εναγομένων (ομοίως) ...." , προκάλεσαν περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη στον αναιρεσίβλητο, εξαφάνισε, κατά μερική αποδοχή της εφέσεως του τελευταίου, την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και, αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επί της αδικοπρακτικής ευθύνης βάση της, ανεγνώρισε ότι οι αναιρεσείουσες και ο Γ1 υποχρεούνται να πληρώσουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 56.493 ευρώ(ήτοι 20.000.000 δρχ - 750.000 δρχ οι δύο αναλήψεις = 19.250.000 δρχ = 56.493 ευρώ) ως αποζημίωση για την περιουσιακή του ζημία και το ποσό των 23.477,62 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη "από την σε βάρος του, ως άνω, κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων".

Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Οι ελλείψεις εντοπίζονται στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της παρανομίας, της υπαιτιότητας, της σχέσεως προστήσεως και του αιτιώδους συνδέσμου.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται καθόλου συγκεκριμένες πράξεις ή (και) παραλείψεις που να συνθέτουν την αποδιδόμενη στις αναιρεσείουσες και τον Γ1 παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, καθώς και τον μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου υπάρχοντα αιτιώδη σύνδεσμο. Η παραδοχή περί βαριάς αμέλειας των αναιρεσειουσών ( εννοείται:

των καταστατικών τους οργάνων) και του Γ1 δεν συνοδεύεται από την αναφορά κάποιου χαρακτηριστικού προς τούτο στοιχείου. Δεν αναφέρονται επίσης πραγματικά γεγονότα που να επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ύπαρξη ή μη σχέσεως προστήσεως μεταξύ της πρώτης των αναιρεσειουσών και του Γ1. Ακόμη, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι με την από ......

επιστολή του αναιρεσίβλητου παρεσχέθη από αυτόν η πληρεξουσιότητα στον Γ1 προς ανάληψη οποιουδήποτε ποσού από τον άνω τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου, εντούτοις παραλείπει να διευκρινίσει αν, πέραν του αναληφθέντος από τον αναιρεσίβλητο συνολικού των 750.000 δραχμών, οι αναιρεσείουσες ή ο Γ1 προέβησαν ή όχι σε άλλες αναλήψεις από τον λογαριασμό αυτόν.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9223/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες ( 2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 - 3 - 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ