Supreme Court remands labor accident compensation case due to insufficient reasoning on statutory exclusion grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a worker's compensation claim. The appellant argued that receiving benefits from the railway union's mutual aid fund excluded him from statutory compensation under Law 551/1915. However, the appellate court failed to explicitly determine whether the appellant was covered by a pension fund established under Law 735/1907, which would trigger the statutory exclusion. The Court found the lower decision legally flawed due to this lack of specific reasoning on a fact crucial to the case outcome and remanded the matter for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1, Art. 18 of Law 551/1915; A claim for compensation under the work accident law is excluded if the worker receives a pension from a fund established by a railway company under Law 735/1907, but a judgment must explicitly determine the existence of such a fund to apply the exclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 889 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 889/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστόλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε.), ανώνυμης εταιρείας δημόσιου τομέα, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Δημάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2290/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 8344/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 22-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως κατά τα μέρη του κατά τα οποία αυτός κρίθηκε βάσιμος και την απόρριψη του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε αβάσιμος. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 αυτού, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις μεταφοράς δια γης, και για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις του νόμου τούτου και κατά τη σ' αυτές αναφερόμενη έκταση, θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, το οποίο δεν ανάγεται αποκλειστικώς σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και την υπό δεδομένες περιστάσεις εκτέλεσή της (ΟΛΑΠ 1287/1986 ΝοΒ 35, 1605).
Εξάλλου, με το άρθρο 18 του ως άνω κ.ν. 551/1915 είχε οριστεί ότι δεν ισχύουν οι διατάξεις του νόμου αυτού προκειμένου περί υπαλλήλων και εργατών σιδηροδρομικών εταιρειών, οι οποίες ίδρυσαν ταμεία συντάξεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. ΓΣΚ/1907 και μόνο εφόσον τα ταμεία αυτά χορηγούν σύνταξη στον κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής παθόντα εργάτη ή υπάλληλο και εφόσον η σύνταξη αυτή, κεφαλαιοποιούμενη, κατά την κρίση του δικαστή, συμπληρώνει το κατά τον εν λόγω νόμο καταβλητέο ποσό αποζημιώσεως.
Στη συνέχεια το ως άνω άρθρο 18 του κ.ν. 551/1915 τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν.δ. 408/1941, με το οποίο ορίστηκε ότι τότε μόνο δεν μπορεί να αξιωθεί η κατά το νόμο αυτόν (551/1915) αποζημίωση από ατύχημα, όταν η χορηγούμενη σύνταξη, κεφαλαιοποιημένη κατά την κρίση του δικαστή και ύστερα από αφαίρεση των εις βάρος του ασφαλισμέννου γενομένων κρατήσεων και του τόκου αυτών, συμπληρώνει το κατά τον τελευατίο νόμο, όπως τροποποιήθηκε, καταβλητέο ποσό αποζημιώσεως.
Έτσι καθιερώνεται εξαίρεση μόνο ως προς τους υπαλλήλους και εργάτες σιδηροδρομικών εταιρειών, σε κάθε δε άλλη περίπτωση, αν δεν ορίστηκε ειδικώς αλλιώς με νόμο, ο παθών υπάλληλος ή εργάτης δικαιούται στην απόληψη της από το ν. 551/1915 παρεχόμενης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του εργοδότη, ορισμένης εκ των προτέρων κατά ποσό αποζημιώσεως, και αν ακόμη δικαιούται λόγω του επελθόντος ατυχήματος ασφαλιστική παροχή, η οποία καλύπτει ολικά ή κατά ένα μέρος την προαναφερόμενη αποζημίωση, από ειδικό ταμείο συντάξεων, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος (βλ.
σχ. ΑΠ 21/1978 ΝοΒ 26, 1340, 839/1977). Περαιτέρω, στα άρθρα 81 και 83 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Σ.Ε. (ΓΕΚΑΠ-Ο.Σ.Ε.), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 του ν.δ. 674/1970, κυρώθηκε, μετά τροποποίηση, με την υπ' αριθ. 47748/1972 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας-Ναυτιλίας-Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β΄ 827/11-10-1972) και έχει ισχύ νόμου, ορίζονται: "Εις το προσωπικόν, όπερ ένεκα ασθενείας ή αναρρώσεως, αρμοδίως πιστοποιουμένης, αδυνατεί να εκτελέσει την υπηρεσία του χορηγείται άδεια ασθενείας....(άρθρο 81). "1.
Εις το εν αδεία λόγω ασθενείας τελούν προσωπικό παρέχονται οι υπό του Κανονισμού του οικείου ασφαλιστικού φορέως προβλεπόμεναι οικονομικαί παροχαί. 2. Επιπλέον των άνω παροχών ο Οργανισμός καταβάλλει εις το προσωπικόν την διαφοράν μέχρι του ύψους των τακτικών αποδοχών του: α) μέχρι 15 ημερών εις το έχον υπηρεσία ελάσσονα του έτους και β) μέχρι τεσσάρων μηνών εις το έχον υπηρεσία μείζονα του έτους. 3) Εις περίπτώσεις αδειών ασθενείας παρατεινομένων πέραν του 4μήνου το Δ.Σ.
δύναται τη αιτήσει του ενδιαφερομένου να χορηγεί χρηματικά βοηθήματα δια το πέραν του τετραμήνου χρονικό διάστημα της αδείας....". Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ:
Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) στις 14-3-1984, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως έκτακτος κλειδούχος του κλάδου Προσωπικού Ελιγμών εκτός οργανικής θέσης. Την 1-1-1985 κατέλαβε οργανική θέση του τακτικού προσωπικού του ως άνω κλάδου ως δόκιμος κλειδούχος Β΄ .
Στις 15-4-1984 μονιμοποιήθηκε ως κλειδούχος Β΄, με αρχαιότητα στο βαθμό από 1-1-1985. Την 1-1-1987 προήχθη στο βαθμό του κλειδούχου Α΄. Αυτός στις 11-3-1996 κατά τη διάρκεια της εργασίας του υπέστη εργατικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου κατέστη προσκαίρως πλήρως ανίκανος για εργασία και συγκεκριμένα από το χρόνο του ατυχήματος (11-3-1996) μέχρι 16-12-1997 κατά τα ειδικότερα, περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβανόμενα.
Ο αναιρεσείων σε όλη τη διάρκεια της πρόσκαιρης ανικανότητας του έπαιρνε τις οριζόμενες στο άρθρο 83 του ΓΕΚΑΠ-ΟΣΕ αποδοχές και ειδικότερα από τον Απρίλιο του 1996 μέχρι και το Δεκέμβριο του 1997 έλαβε από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού ΟΣΕ (ΤΑΠ-ΟΣΕ) το συνολικό ποσό των 6.347.725 δραχμών, που μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων προσδιορίζεται σε 5.632.626 δραχμές.
Συγκεκριμένα, στο παραπάνω ποσό αντιστιχούσαν κρατήσεις (κωδικός 923) 288.644 δραχμών για το διάστημα Απριλίου - Δεκεμβρίου 1996 και 426.455 δραχμών για το 1997. Το ποσό αυτό υπερκαλύπτει την αποζημίωση που θα εδικαιούτο ο ενάγων κατά το άρθρο 3 παρ. 3 του κ.ν. 551/1915 για πρόσκαιρη ολική ανικανότητα, διάρκειας μικρότερης των δυο ετών.
Ειδικότερα, η αποζημίωση που θα δικαιούτο ο ενάγων είναι ημερησία και ίση προς το μισό των αποδοχών που λάμβανε κατά την ημέρα του ατυχήματος. Οι αποδοχές αυτές, δηλαδή οι τακτικές αποδοχές προσδιορίζονται, μετά το συνυπολογισμό των δώρων εορτών και αδείας, στο ποσό των 336.909 δραχμών (μισθός 288.779+1/6 για αναλογία δώρων εορτών και αδείας =336.909 δρχ).
Ενόψει των αποδοχών αυτών και των ημερών ανικανότητας που είναι 643 (12-3-1996 μέχρι και 15-12-1997), καθόσον κατά τα άρθρα 4 και 5 του Ν. 551, το έτος υπολογίζεται πλήρες, δηλαδή ίσο με 365 ημέρες, η δε αποζημίωση πληρώνεται για όλες τις ημέρες ανεξάρτητα του αν είναι ή όχι εργάσιμες, η εν λόγω αποζημίωση προσδιορίζεται στο ποσό των 4.332.650 δραχμών (336.909: 25=13.476:2=6.738 δρχ.
Χ 643 ημ=4.332.650 δρχ.). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την από το άρθρο 18 του κ.ν. 551/1915, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. δ. 408/1941, ένσταση του αναιρεσιβλήτου, έκρινε ότι το οικείο αγωγικό αίτημα για επιδίκαση της προαναφερόμενης αποζημιώσεως ήταν ουσιαστικά αβάσιμο.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων δεν εδικαιούτο την από τον κ.ν. 551/1915 προβλεπόμενη αποζημίωση, επειδή από το μήνα Απρίλιο του έτους 1996 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1997, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διήρκεσε η ανικανότητα τούτου για εργασία, έλαβε από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Ο.ΣΕ (ΤΑΠ-ΟΣΕ) χρηματικό ποσό, το οποίο υπερκαλύπτει την αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ. 3 του κ.ν. 551/1915, παρά το ότι δεν δέχεται και ότι ο αναιρεσείων ήταν ασφαλισμένος σε ταμείο συντάξεων που να είχε ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
ΓΣΚ/1907, από σιδηροδρομική εταιρεία, προκειμένου να χορηγεί σύνταξη στον κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής παθόντα εργάτη ή υπάλληλο, λαμβάνοντας σύνταξη από τέτοιο ταμείο. Έτσι το Εφετείο, με το να κρίνει όπως παραπάνω αναφερόμενα, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Και αυτό, γιατί δέχεται μεν ότι ο αναιρεσείων δεν εδικαιούτο την από τον κ.ν. 551/1915 προβλεπόμενη αποζημίωση, πλην όμως δεν διευκρινίζει και αν ο αναιρεσείων υ παγόταν σε ταμείο συντάξεων (και σε ποιο), που χορηγεί σύνταξη, το οποίο να έχει ιδρύσει σιδηροδρομική εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. ΓΣΚ/1907, ώστε αυτός να εξαιρείται από την εφαρμογή του κ.ν. 551/1915, κατά τα προαναφερόμενα.
Εξαιτίας των ως άνω ανεπαρκών αιτιολογιών, που εντοπίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ελλείψεων που αφορούν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Επομένως ο λόγος αναιρέσεως κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 8344/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ