Legislator Case Law & Legislation
888/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of arguments regarding job relevance to academic background.

Case Number 888/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision rejecting their labor dispute claim. The appellants argued that the lower court failed to consider their academic qualifications and the relevance of their field of study to their assigned positions under the STAGE program. The court ruled that the specific administrative regulations governing the program explicitly define the requirement as gaining work experience in the relevant field, not matching academic subjects to job roles. Consequently, the arguments regarding the lack of correlation between their studies and employment were deemed inadmissible as they did not constitute 'things' under the relevant procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; The court must consider all arguments that could have influenced the judgment, but arguments claiming a mismatch between academic subjects and job assignments are inadmissible when regulations explicitly require experience in the field of specialization rather than subject matter alignment.

Keywords

AI generated
administrative regulations STAGE program academic relevance labor dispute procedural admissibility non-consideration of arguments work experience requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 888 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 888/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ι. του Η., κατοίκου ..., 2) Χ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 3) Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., 4) Π. Δ. του Β., 5) Ε. Κ. του Λ., κατοίκου ... και 6) Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Παπουτσάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Κωνσταντίνας Νασοπούλου πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1926/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1726/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20-4-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 4339/374/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 1726/2016 απόφαση του Μονομελούς Eφετείου Αθηνών, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 31-3-2014 έφεση των εναγόντων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1926/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 23-9-2014 έφεση και τους ασκηθέντες με τις προτάσεις πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της ίδιας ως άνω απόφασης και γ) αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντιθέτως, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 1592/2009).

Συνακόλουθα, στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται (στις περιπτώσεις που αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού) και οι ρυθμίσεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.

Εξάλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (όπως η παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) ορίστηκε ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1), καθώς και ότι μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ.

του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ. α' και β'). Επίσης, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3813/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.

Οι συμβάσεις αυτές φέρουν εκ των πραγμάτων και για αντικειμενικούς λόγους τον χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων, ενώ στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τα ανωτέρω προγράμματος υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

β' αυτού (ΑΠ 519/2022). 2. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι εν λόγω διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως από αυτές προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007).

Επακολούθησε ο Ν. 2190/1994, με το άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων.

Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.

Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Εξάλλου, επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από τον νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, και των άρθρων 5 και 11 του σε εφαρμογή της Οδηγίας εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής.

Τούτο δε, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7/1011 και 8/2011).

Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής) και που παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 829/2019, ΑΠ 1196/2017, ΑΠ 1005/ 2017).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν.

Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου." Με το άρθρο 6 του ως άνω Π.Δ/τος ορίζεται ότι "1.

Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. 2.

Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οποιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς." Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 7 παρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος, οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 αυτού είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της ως άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολούμενου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημόσιου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ. 1 ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση." Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης." (ΑΠ 15/2022, ΑΠ 538/2020, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015). Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΟλΑΠ 6/2001).

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 519/2022).

3. Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014). Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2010).

Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη διάταξη(ΑΠ 519/2022, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).

Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18-4-2001 με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 41/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).

Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζόμενου, στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη μισθωτού (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των προαναφερόμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, με την από 22-12-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 225654/7991/2010) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (επτά συνολικά) και ήδη αναιρεσείοντες (πλην της πέμπτης ενάγουσας Α. Κ., η οποία δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) ισχυρίστηκαν ότι, κατά τους χρόνους που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, προσελήφθησαν από τον πρώτο εναγόμενο Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) στα πλαίσια υλοποίησης προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και απασχολήθηκαν στην (υπαγόμενη αρχικά στο Υπουργείο Ανάπτυξης και μετέπειτα στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων) Γ.

Γ. Έ. και Τ. (ΓΓΕΤ) του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι οποίες κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα έφεραν τα χαρακτηριστικά της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον αυτοί παρείχαν στο δεύτερο εναγόμενο υπηρεσίες αντίστοιχες με εκείνες των μονίμων υπαλλήλων του, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και τελώντας σε νομική και προσωπική εξάρτηση από αυτό, άλλως και επικουρικά ισχυρίστηκαν ότι οι ένδικες συμβάσεις έφεραν τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο δεύτερο εναγόμενο κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα δυνάμει αντίστοιχων συμβάσεων, ήτοι: α) η πρώτη εξ αυτών από 9-8-2004 έως 8-4-2005, από 22-2-2006 έως 21-2-2007, από 22-2-2007 έως 27-3-2008, από 28-3-2008 έως 10-10-2008 και από 3-3-2009 έως 3-9-2010, β) η δεύτερη από 9-8-2004 έως 8-4-2005, από 9-4-2005 έως 21-11-2008 και από 4-3-2009 έως 1-11-2010, γ) η τρίτη από 9-8-2004 έως 8-4-2005, από 9-4-2005 έως 9-3-2006, από 10-3-2006 έως 9-3-2007, από 10-3-2007 έως 11-5-2008, από 12-5-2008 έως 19-11-2008 και από 4-3-2009 έως 2-9-2010, δ) η τετάρτη από 29-6-2007 έως 28-12-2008, από 29-12-2008 έως 18-2-2009 και από 19-2-2009 έως 24-9-2010, ε) η πέμπτη από 9-8-2004 έως 8-4-2005, από 9-4-2005 έως 8-3-2006, από 9-3-2006 έως 8-3-2007, από 9-3-2007 έως 6-5-2008 και από 7-5-2008 έως 20-11-2008, στ) ο έκτος από 24-10-2005 έως 23-4-2007 και από 24-4-2007 έως 23-6-2008 και ζ) ο έβδομος από 9-8-2004 έως 8-4-2005, από 14-3-2006 έως 13-3-2007, από 14-3-2007 έως 11-5-2008 και από 12-5-2008 έως 28-11-2008.

Ζητούσαν δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί α) ότι έκαστος τούτων συνδεόταν με τους εναγομένους, από την πρόσληψη έως την απόλυσή του, με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και β) ότι οι εναγόμενοι έχουν την υποχρέωση να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων αποδοχών, για επιδόματα εορτών και αδείας και για αποδοχές αδείας, υπολογιζόμενα βάσει των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων (Ν. 3205/2003), άλλως βάσει των διατάξεων των ΕΓΣΣΕ που ίσχυσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, επικουρικά δε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν την υποχρέωση να τους καταβάλουν τα ως άνω ποσά, εις ολόκληρον έκαστος, με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, άλλως, σε περίπτωση ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας τους, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1926/2013 απόφασή του α) απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΟΑΕΔ, καθώς και ως προς τους πέμπτη, έκτο (ήδη πέμπτο των αναιρεσειόντων) και έβδομο (ήδη έκτο των αναιρεσειόντων) των εναγόντων τόσο κατά την κύρια βάση της, όσο και κατά την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού και β) δέχθηκε την αγωγή ως προς τις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των εναγόντων (ήδη πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των αναιρεσειόντων αντίστοιχα) κατά την κύρια βάση της και αναγνώρισε 1) ότι αυτές συνδέονταν με το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, από την αρχική πρόσληψη έως την απόλυσή τους, με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και 2) ότι το δεύτερο εναγόμενο έχει την υποχρέωση να καταβάλει στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 42.520,50 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 43.096,40 ευρώ, στην τρίτη το ποσό των 38.125,50 ευρώ και στην τετάρτη το ποσό των 21.416,64 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α) οι ενάγοντες με την από 31-3-2014 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2168/2014) έφεσή τους και β) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την από 23-9-2014 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6346/2014) έφεσή του κατά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τετάρτης των εναγόντων, καθώς και με τους ασκηθέντες με τις από 23-3-2015 έγγραφες προτάσεις του πρόσθετους λόγους έφεσης.

Επί των ως άνω εφέσεων και των πρόσθετων λόγων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1726/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 31-3-2014 έφεση των εναγόντων και β) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 23-9-2014 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ο πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης αυτού και, αφού εξαφανίστηκε στο σύνολό της η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, ως αόριστη κατά την επικουρική βάση της αδικοπραξίας και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την επικουρική βάση εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα είναι, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2 μείζονα πρόταση, μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, καθόσον οι ένδικες συμβάσεις μεταξύ των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου καταρτίστηκαν υπό την ισχύ των διατάξεων τόσο του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, οι οποίες προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, όσο και του Π.Δ. 164/2004, οι οποίες ισχύουν από 19-7-2004, συνεπώς δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, ούτε όμως ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον αντίκεινται στις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στην ως άνω μείζονα πρόταση, συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση αυτή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ περί παραβίασης της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) και των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, 648 επ.

του ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943, 14 παρ. 2 περ. κα' του Ν. 2190/1994, 2 παρ. 2β', 3, 5 παρ. 2, 6 παρ. 2, 7 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, 22 παρ. 1 εδ. α', 23 παρ. 2 και 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2/2022).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 519/2022).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε ιδρύεται, εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων και κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ - Ο.Α.Ε.Δ." στα πλαίσια υλοποίησης του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, δυνάμει συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, οι οποίες καταρτίστηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998, σε διάφορα Υπουργεία και σε εποπτευόμενους φορείς τους και ειδικότερα απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις, που τιτλοφορούνται ως "Συμφωνητικά συνεργασίας", στη Γ.

Γ. Έ. και Τ. (Γ.Γ.Ε.Τ.) του δευτέρου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία αρχικά υπαγόταν στο Υπουργείο Ανάπτυξης και στη συνέχεια στο Υπουργείο Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Συγκεκριμένα : 1) Η πρώτη ενάγουσα Ε. Ι., απασχολήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από 09-08-2004 έως 21-02-2006 και από 22-02-2006 έως και 10-10-2008 στη Γ.

Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στο Υπουργείο Ανάπτυξης και σε εποπτευόμενους φορείς του, σύμφωνα με "Συμφωνητικό Συνεργασίας" του Ο.Α.Ε.Δ. και στη συνέχεια από 03-03-2009 έως και 29-10-2010 στη Γ. Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (τέως Ανάπτυξης), στο πλαίσιο του προγράμματος (STAGE) στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και σε φορείς του Δημοσίου και ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 57808/899/30-10-2008 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 2288/Β/11-11-2008) με νέο "Συμφωνητικό Συνεργασίας" χρονικής διάρκειας δέκα οκτώ (18) μηνών και εκπαιδεύτηκε σε θέματα γραμματειακής υποστήριξης (πρωτοκόλληση, αρχειοθέτηση, διεκπεραίωση και αποστολή εγγράφων), προετοιμασίας και υλοποίησης ημερίδων, εκδηλώσεων και εκθέσεων, επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών έργων του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και ελέγχου και παραλαβής έργων Γ' και Δ' Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης. 2) Η δεύτερη ενάγουσα Χ.

Β. απασχολήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από 09-08-2004 έως 10-03-2006 και από 11-03-2006 έως και 21-11-2008 στη Γ. Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στο Υπουργείο Ανάπτυξης και σε εποπτευόμενους φορείς του, σύμφωνα με "Συμφωνητικό Συνεργασίας" του Ο.Α.Ε.Δ.

και στη συνέχεια από 04-03-2009 έως και 01-11-2010 στη Γ. Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (τέως Ανάπτυξης), στο πλαίσιο του προγράμματος (STAGE) στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και σε φορείς του Δημοσίου και ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 57808/899/30-10-2008 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 2288/Β/11-11-2008) με νέο "Συμφωνητικό Συνεργασίας" χρονικής διάρκειας δέκα οκτώ (18) μηνών και εκπαιδεύτηκε σε θέματα Τεχνικής βοήθειας του Επιχειρησιακού Προγράμματος Ανταγωνιστικότητας του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και δη ελέγχου πληρότητας των παραστατικών που αφορούσαν αποζημιώσεις μελών επιτροπών και ομάδων εργασίας, ελέγχου των παραστατικών μετακινήσεων και δημοσιεύσεων, ελέγχου των τιμολογίων, καθώς και της έκδοσης και αποστολής εντύπων φόρου προς πληρωμή, συναλλαγών με ταμεία για απόδοση σ' αυτά των οφειλομένων ποσών, συναλλαγών με την Τράπεζα της Ελλάδας, παραλαβής και ελέγχου επιταγών, καθώς και παρακολούθησης των εξοφληθεισών επιταγών από τα extrait της Τράπεζας, καθώς και υποβολής αναλυτικής περιοδικής δήλωσης στο Ι.Κ.Α., μέσω διαδικτύου. 3) Η τρίτη ενάγουσα Ε.

Γ. απασχολήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από 09-08-2004 έως 09-03-2006 και από 10-03-2006 έως και 19-11-2008 στη Γ. Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στο Υπουργείο Ανάπτυξης και σε εποπτευόμενους φορείς του, σύμφωνα με "Συμφωνητικό Συνεργασίας" του Ο.Α.Ε.Δ.

και στη συνέχεια από 03-03-2009 έως 08-10-2010 στη Γ. Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (τέως Ανάπτυξης) στο πλαίσιο του προγράμματος (STAGE) στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και σε φορείς του Δημοσίου και ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 57808/899/30-10-2008 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 2288/Β/11-11-2008) με νέο "Συμφωνητικό Συνεργασίας" χρονικής διάρκειας δέκα οκτώ ( 18 ) μηνών και εκπαιδεύτηκε σε θέματα διοικητικής - γραμματειακής υποστήριξης στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου και δη στην τήρηση πρωτοκόλλου, στην παρακολούθηση και ενημέρωση δικαστικών φακέλων, στον συσχετισμό δικογραφιών, στη δακτυλογράφηση, στη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, στην εύρεση νομοθεσίας και νομολογίας, στη διεκπεραίωση εγγράφων, στην ενημέρωση και παράδοση δικογράφων στον Πάρεδρο και τη δικαστική αντιπρόσωπο, στην επικοινωνία με άλλες υπηρεσίες και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, 4) Η τέταρτη ενάγουσα Π.

Δ. απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 29-06-2007 έως και 16-01-2008 στη Γ. Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στις Υπηρεσίες και Φορείς του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, σύμφωνα με "Συμφωνητικό Συνεργασίας" του Ο.Α.Ε.Δ.

και από 19-02-2009 έως και 24-09-2010 στη Γ. Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (τέως Ανάπτυξης), στο πλαίσιο του προγράμματος (STAGE) στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και σε φορείς του Δημοσίου και ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 57808/899/30-10-2008 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 2288/Β/11-11-2008) με νέο "Συμφωνητικό Συνεργασίας" χρονικής διάρκειας δέκα οκτώ (18) μηνών και εκπαιδεύτηκε στο Τμήμα Διεθνών Οργανισμών της Διεύθυνσης Διεθνούς Επιστημονικής και Τεχνολογικής Συνεργασίας σε θέματα γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης και συγκεκριμένα στη γραμματειακή υποστήριξη του Τμήματος Διεθνών Οργανισμών, στη στατιστική επεξεργασία δεδομένων, στην οικονομική διαχείριση, στην οργάνωση ημερίδων σεμιναρίων και συναντήσεων, καθώς και στη διεκπεραίωση αποφάσεων για μετακινήσεις των εκπροσώπων σε επιτροπές και όργανα Διεθνών οργανισμών. 5) ...... 6) Ο έκτος ενάγων Ε.

Κ. απασχολήθηκε από 24-10-2005 έως και 23-06-2008 στη Γ. Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον Ο.Α.Ε.Δ. (STAGE Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης), σύμφωνα με "Συμφωνητικό Συνεργασίας" του Ο.Α.Ε.Δ. και με την υπ' αριθ. 33072/23-02-2005 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 249/Β/25-02-2005) χρονικής διάρκειας δέκα οκτώ (18) μηνών και δωδεκάμηνη παράταση (ΦΕΚ 77/Α/04-04-2007) και εκπαιδεύτηκε στη Διεύθυνση υποστήριξης ερευνητικών προγραμμάτων στο Τμήμα Ανάθεσης και Παρακολούθησης ερευνητικών προγραμμάτων και 7) ο έβδομος ενάγων Ν.

Α. απασχολήθηκε από 09-08-2004 έως και 13-03-3-2006 και από 14-03-2006 έως 28-11-2008 στη Γ. Γ. Έ. και Τ. του τότε Υπουργείου Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στο Υπουργείο Ανάπτυξης και σε εποπτευόμενους φορείς του, σύμφωνα με "Συμφωνητικό Συνεργασίας" του Ο.Α.Ε.Δ. και εκπαιδεύτηκε στη Διεύθυνση Υποστήριξης Ερευνητικών Προγραμμάτων για τη διαχείριση ερευνητικών προγραμμάτων.

Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, που μνημονεύονται στην αντίστοιχη θέση της παρούσας, προέκυψε ότι εργοδότης των εναγόντων ήταν το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και όχι το πρώτο των εναγομένων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ-Ο.Α.Ε.Δ.", το οποίο απλώς μεσολάβησε στη σύναψη των σχέσεων εργασίας των εναγόντων, που προσλήφθηκαν στα πλαίσια υλοποίησης του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, δυνάμει συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, οι οποίες καταρτίστηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998, με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η δε παροχή της εργασίας τους στις ανωτέρω θέσεις, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, με το προαναφερόμενο αντικείμενο εργασίας, έγινε για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής τους με συναφή αντικείμενα της ειδικότητάς τους.

Δεν αποδείχθηκε ότι οι συμβάσεις μαθητείας των εναγόντων λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ούτε ότι οι ανάγκες που αυτοί κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς, συναρτώμενες και σχετικές προς τις ανάγκες που εξυπηρετούσε παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του εναγομένου, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι η ανάγκη απασχόλησης υπαλλήλων στις θέσεις αυτές ήταν επιτακτική, λόγω ελλείψεως προσωπικού και μη κάλυψης των υπαρχόντων κενών θέσεων.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους επί έξι (6) ώρες ημερησίως και στις Υπηρεσίες που αυτοί απασχολήθηκαν υπηρετούσε επαρκής αριθμός μόνιμων υπαλλήλων, οι οποίοι μπορούσαν να καλύψουν τις υπηρεσιακές ανάγκες. Και ναι μεν με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, υπήρχε μίας μορφής νομική εξάρτηση των εναγομένων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, υπό την έννοια ότι ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθούν τις οδηγίες και τις εντολές των Προϊσταμένων τους ως προς τον τόπο, τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας τους, πλην όμως οι συμβάσεις αυτές, ως γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ούτε έγιναν με σκοπό την καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διατάξεων.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το περιεχόμενο του μετ' επικλήσεως προσκομιζομένου από το εναγόμενο - εκκαλούν υπ' αριθ. πρωτ. ... εγγράφου της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, επί λέξει, τα εξής : "... Οι ανωτέρω επτά (7) εκπαιδευόμενοι δεν εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, καθότι στην Υπηρεσία μας υπηρετεί επαρκής αριθμός υπαλλήλων, οι οποίοι μπορούν να αντιμετωπίσουν τις υπηρεσιακές ανάγκες.

Στην παρούσα φάση υπηρετούν 165 άτομα (μόνιμοι, Ι.Δ.Α.Χ. και αποσπασμένοι), ενώ κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο αριθμός τους ξεπερνούσε τα 200 άτομα. Οι ανωτέρω ουδέποτε εργάστηκαν με τις συνθήκες εργασίας των μονίμων και Ι.Δ.Α.Χ. υπαλλήλων της Γ.Γ.Ε.Τ. Το ωράριό τους είχε καθορισθεί στις 6 ώρες ημερησίως, ενώ το ωράριο των μονίμων και ΙΔΑΧ υπαλλήλων της Γ.Γ.Ε.Τ.

είναι 8 ώρες ημερησίως ... και κατά το χρονικό διάστημα 2004 - 2010 ... ήταν 7,5 ώρες ημερησίως. Το μόνιμο προσωπικό και το προσωπικό με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου του δημοσίου τομέα έχει διορισθεί - προσληφθεί με συγκεκριμένες διαδικασίες, είτε μέσω του Α.Σ.Ε.Π. είτε μέσω της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης.

Σε διαφορετική περίπτωση, το προσωπικό είχε προσληφθεί αρχικά με αναθέσεις/συμβάσεις έργου, είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια, μετά την έλευση εύλογου χρονικού διαστήματος, οι συμβάσεις αυτές μετατρέπονταν σε συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπό προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονταν στη σχετική νομοθεσία ...".

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τη συνολική εκτίμηση της καταθέσεως της μάρτυρος αποδείξεως ούτε από το περιεχόμενο των προσκομιζομένων μετ' επικλήσεως Βεβαιώσεων - Υπηρεσιακών Σημειωμάτων και Συστατικών Επιστολών, ιδίως της από 10-06-2010 βεβαίωσης του Νομικού Συμβούλου του Κράτους της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, αναφορικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες της τρίτης ενάγουσας Ε.

Γ., οι οποίες δεν κρίνονται ικανές να θεωρηθεί ότι η ανάγκη απασχόλησης των εν λόγω υπαλλήλων στις ανωτέρω θέσεις, ως μόνιμου προσωπικού, ήταν επιτακτική, λόγω ελλείψεως προσωπικού και μη κάλυψης των υπαρχόντων κενών θέσεων με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις με τις οποίες απασχολήθηκαν οι ενάγοντες δεν αποτελούν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, αλλά, κατά παραδοχή του πρώτου προσθέτου λόγου εφέσεως, ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, διότι καταρτίσθηκαν και εκπληρώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2639/1998, με χρηματοδότηση του Ο.Α.Ε.Δ., προκειμένου να αποκτήσουν θεωρητική και πρακτική επαγγελματική κατάρτιση και, κατά συνέπεια, επ' αυτών δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που καθορίζουν τις υποχρεωτικές, ελάχιστες αποδοχές των εργαζομένων.

Επομένως, δεν μπορούν να αξιώσουν τις αποδοχές αυτές ούτε σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, αφού δεν είχαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αλλά ούτε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον απασχολήθηκαν με έγκυρες, γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, αφού οι διατάξεις των άρθρων 904 επ.

του Α.Κ., οι οποίες είναι επιβοηθητικής φύσεως, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, για τους ίδιους δε λόγους δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών και αδείας, δεδομένου ότι τα επιδόματα αυτά δικαιούνται ευθέως μεν εκ του νόμου, οι εργαζόμενοι όμως που συνδέονται με τον εργοδότη τους έστω με απλή σχέση εργασίας, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται.

Επομένως, με βάση τα παραπάνω δεδομένα και κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναπτύσσονται στις παραπάνω νομικές σκέψεις και διατάξεις της παρούσας απόφασης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κρίνεται η ένδικη αγωγή και κατά την ερευνώμενη ως άνω επικουρική βάση αυτής, που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή στο ότι οι επίδικες συμβάσεις λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι μαθητείας και, συνεπώς, οι ενάγοντες εδικαιούντο να λαμβάνουν την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι, απασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας και ότι το εναγόμενο ωφελήθηκε, αποφεύγοντας να καταβάλει το πιο πάνω χρηματικό ποσό σε μονίμους υπαλλήλους, τους οποίους, διαφορετικά, θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 31-03-2014 έφεση των εναγόντων, αφού η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της και, κατά παραδοχή του σχετικού με τα προηγούμενα λόγου της από 23-09-2014 εφέσεως του εναγομένου και του πρώτου προσθέτου λόγου αυτής ως βασίμων, παρελκούσης πλέον της έρευνας του δευτέρου προσθέτου λόγου εφέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση αυτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της ......

και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή, κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις." Με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.

του ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943 και 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις", καθόσον διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση αυτής επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προαναφερθέντες κανόνες δικαίου, ως προς το ζήτημα της φύσης της μεταξύ αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτου έννομης σχέσης ως γνήσιας σύμβασης μαθητείας ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις οποίες διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση αυτής σχετικά με το ζήτημα του χαρακτηρισμού των επίδικων συμβάσεων ως γνήσιων συμβάσεων μαθητείας, το οποίο (ζήτημα) ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος.

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμους ισχυρισμούς, τους οποίους προέβαλαν με την ένδικη αγωγή τους και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτών ως προς τα γνωστικά αντικείμενα και τα πτυχία τους, από τα οποία προκύπτει η έλλειψη συνάφειας μεταξύ των ειδικοτήτων τους και των θέσεων εργασίας στις οποίες τοποθετήθηκαν.

Ο ανωτέρω λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενοι από τους αναιρεσείοντες αγωγικοί ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 2 αμφοτέρων των προαναφερόμενων ΚΥΑ 57808/899/2008 και 33072/2005, κατά την οποία "Η διάρκεια του προγράμματος ορίζεται στους δεκαοκτώ (18) μήνες, εκ των οποίων ένας (1) μήνας αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, καθώς και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, και δεκαεπτά (17) μήνες αφορούν τοποθέτηση σε θέσεις του τομέα της ειδίκευσής τους για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας", αναφέρεται στην κτήση εργασιακής εμπειρίας σε σχέση με τον τομέα ειδίκευσης που αφορά η θέση στην οποία τοποθετείται ο προσλαμβανόμενος στα πλαίσια προγράμματος STAGE και όχι σε σχέση με τις σπουδές και τα γνωστικά αντικείμενα αυτού.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ.

της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-4-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 4339/374/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1726/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ