Legislator Case Law & Legislation
888/2019 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for violating bankruptcy law regarding hotel sale price.

Case Number 888/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision, which had overturned a prior ruling confirming a hotel sale below market value. The appellant argued the lower court violated bankruptcy law by allowing the sale at an undervalued price. The Court found this violation and remanded the case for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34 § 2 (a) and 559 (1) of the Bankruptcy Law; The Court of Appeal must not violate substantive bankruptcy provisions by confirming a sale of assets at prices below market value when such a sale harms the bankruptcy estate.

Keywords

AI generated
bankruptcy law violation undervalued asset sale market price requirement appeal court annulment remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 34 § 2 (a) of Law 2735/1999
Article 559 (1) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 (2) of the Code of Civil Procedure
Article 491 (4) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 888 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 888/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο, Αικατερίνη Σωτηροπούλου και Γεώργιο Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Φ., κατοίκου ..., ως συνδίκου πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..." και τον διακριτικό τίτλο "... A.E." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και διόρισε τον παρόντα δικηγόρο Δημήτριο Σκαρίπα.

Β. Της αναιρεσείουσας: Δ. Φ., κατοίκου ..., ως συνδίκου πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..." και τον διακριτικό τίτλο "... A.E." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και διόρισε τον παρόντα δικηγόρο Δημήτριο Σκαρίπα. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο, Αικατερίνη Σωτηροπούλου και Γεώργιο Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..." και τον διακριτικό τίτλο "... A.E." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό πτώχευση, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρτέμιδα Διβριώτη-Ρούσσου και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η ως άνω υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητη και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2015 αγωγή της ήδη Προσθέτως Παρεμβαίνουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1970/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 12/9/2017 αίτησή της και τους από 7/5/2018 πρόσθετους λόγους αυτής και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 29/3/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της από 12/9/2017 αιτήσεως και των από 7/5/2018 πρόσθετων λόγων αυτής και την απόρριψη της από 29/3/2018 αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 29/3/2018 και την απόρριψη της από 12/9/2017 αιτήσεως και των από 7/5/2018 πρόσθετων λόγων αυτής και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚπολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν:

α) η από 29-03-2018 (με αρ. κατάθεσης 4469/385/2018) αίτηση αναίρεσης της Δ. Φ., δικηγόρου, ως συνδίκου πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

β) Η από 12-09-2017 (με αρ. κατάθεσης 6425/601/2017) αίτηση αναίρεσης της ως άνω δεύτερης εταιρείας κατά της πρώτης.

γ) Οι από 07-05-2018 (με αρ. κατάθεσης 49/2018) πρόσθετοι λόγοι της ως άνω (υπό στοιχείο β) αναίρεσης.

δ) Η από 10-09-2018 πρόσθετη παρέμβαση (με αρ. κατ. 12/2018) της υπό πτώχευση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", υπέρ της αναιρεσείουσας στην υπό στοιχείο α αίτηση αναίρεσης, συνδίκου της πτώχευσής της. Και,

ε) η από 10-09-2018 πρόσθετη παρέμβαση (με αρ. κατ. 11/2018) της ίδιας, ως άνω, πτωχής εταιρείας υπέρ της αναιρεσίβλητης, στην υπό στοιχείο β αναίρεση, συνδίκου της πτώχευσής της. Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 1970/2017, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, επίσης, έχουν ασκηθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και, οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις της προαναφερθείσας, υπό πτώχευση, εταιρείας, υπέρ της συνδίκου της πτώχευσής της, ως αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, στις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης (άρθρα 68, 80, 81, 215 παρ. 1 εδ. α, 150 παρ. 1, σε συνδ. με 568 παρ. 4, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ και, 17 παρ. 4 ν. 3588/2007, ήδη 17 παρ. 3, μετά την τροποποίηση της τελευταίας διατάξεως από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4446/2016. βλ. σχετ. ΑΠ 901/2011). Επομένως, οι προαναφερθείσες αιτήσεις αναιρέσεως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και οι πρόσθετες παρεμβάσεις, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. A. Επί της από 29-03-2018 (με αρ. κατάθεσης 4469/385/2018) αίτησης αναίρεσης της Δ. Φ., δικηγόρου, ως συνδίκου της πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ":

1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 στοιχείο α/γγ' του νόμου 2735/1999 (που εφαρμόζεται εν προκειμένω, επειδή η διεξαχθείσα διαιτησία είναι διεθνής), η κατ' αυτήν εκδιδόμενη απόφαση μπορεί να ακυρωθεί: "αν αφορά διαφορά που δεν εμπίπτει στη συμφωνία διαιτησίας ή περιέχει διατάξεις που υπερβαίνουν τα όρια της συμφωνίας.

Αν όμως οι διατάξεις που καλύπτονται από τη συμφωνία αυτή περί διαιτησίας μπορούν να αποχωρισθούν από εκείνες που δεν καλύπτονται, τότε μόνον ως προς τις τελευταίες χωρεί ακύρωση της διαιτητικής απόφασης". Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής καθίσταται αναντίρρητο ότι ως "συμφωνία", τα όρια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβούν οι διαιτητές, νοείται η δικονομική περί διαιτησίας συμφωνία, η οποία μπορεί να έχει και τη μορφή διαιτητικής ρήτρας σε ορισμένη σύμβαση (άρθρο 7 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου) και όχι η ουσιαστική συμφωνία, από την οποία ανέκυψε η διαφορά.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στην "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγο ακύρωσης της διαιτητικής αποφάσεως, υπάγεται η περίπτωση, κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία ή κείται πέραν αυτής. Δεν αποτελεί, όμως, υπέρβαση της από το νόμο ή τη συμφωνία περί διαιτησίας παρεχομένης στο διαιτητή εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κατά τη, μετά από εξέταση της ενώπιόν του διαφοράς, παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των προσώπων που συνομολόγησαν τη συμφωνία περί διαιτησίας (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 40/2010, ΑΠ 537/2007, ΑΠ 2049/2006, όπου αντιμετωπίζεται το ίδιο ζήτημα, δηλ.

της δυνατότητας ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, λόγω υπέρβασης εξουσίας των διαιτητών, κατά το, εφαρμοζόμενο στην εσωτερική διαιτησία, άρθρο 897 παρ. 4 ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 του ίδιου ως άνω νόμου: "Κατά τη διαιτητική διαδικασία τηρείται η αρχή της ίσης µεταχείρισης των µερών. Κάθε µέρος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τους ισχυρισµούς του και να προσκοµίσει τις αποδείξεις του".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρχή της ισότητας των διαδίκων στη διαιτησία πραγµατώνεται, όταν κανένας διάδικος δεν αποκτά σε σχέση µε τους υπολοίπους περισσότερα δικαιώµατα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονοµικό πεδίο. Η αρχή της ακροάσεως και των δύο πλευρών επιτυγχάνεται µε την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφενός µεν να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά τους µέσα έπειτα από κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών και των αποδεικτικών µέσων των αντιδίκων τους και να τα αντικρούσουν.

Με άλλα λόγια, η περί ης ο λόγος "ισότητα" νοείται αποκλειστικά και μόνο στο επίπεδο της άσκησης των δικονομικών δικαιωμάτων των διαδίκων. Έπεται, συνεπώς, ότι δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση, όταν το διαιτητικό δικαστήριο, με την απόφασή του, υιοθετεί τις θέσεις και τα αιτήματα του ενός μέρους και απορρίπτει του άλλου.

Κατά δε το άρθρο 34

ΙΙ (α) (δδ) και (β) (ββ), επίσης, του ίδιου νόμου: "διαιτητική απόφαση µπορεί να ακυρωθεί από το δικαστήριο του άρθρου 6 παρ. 2 µόνον αν: α) ο ενάγων προβάλλει και αποδεικνύει ότι: ...β) ... αα) ... ββ) η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς τη διεθνή δηµόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα". Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, η διαιτητική απόφαση δεν θα πρέπει, ως προς το περιεχόµενό της, να έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς ηµεδαπές διατάξεις που αφορούν θεµελιώδεις ηθικές, πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις της ελληνικής έννοµης τάξης (ΑΠ 1422/2012).

Δεν μπορεί, όμως, να θεωρηθεί αντίθετη προς τη δημόσια τάξη η επιδίκαση, εις βάρος οφειλέτη, πρόσθετου χρηματικού ποσού, πέραν της πραγματικής ζημίας, με βάση συμβατική πρόβλεψη. Τούτο διότι, στο ελληνικό δίκαιο δεν είναι άγνωστες περιπτώσεις, όπου ο ίδιος ο νόμος προβλέπει προσαύξηση της αποζημίωσης πέρα από την πραγματική ζημία, μέχρι και του διπλασίου αυτής (βλ.

ιδίως τις διατάξεις των άρθρων 403 ΑΚ, 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως ισχύει μετά το ν.δ. 3755/1957, 1 ν. 435/1976, 3 παρ. 4 ν. 1703/1987 , 65 παρ. 2 επ. ν. 2121/1993 κ.α.). Ενώ, επιπλέον, επιτρέπεται η συνομολόγηση ποινής εις βάρος του οφειλέτη σε περίπτωση υπαίτιας εκ μέρους του αθέτησης της σύμβασης (άρθρα 404 επ. ΑΚ), οπότε η ποινή καταπίπτει ανεξάρτητα από την πραγματική ζημία, και πέραν αυτής (άρθρα 405 παρ. 2 και 407 εδ.

α' ΑΚ). Η προσαύξηση όμως της πραγματικής ζημίας με "ποινική" κύρωση υπέρ του δανειστή δεν είναι ανεκτή από την ελληνική δημόσια τάξη όταν είναι υπέρμετρη, ήτοι εμφανίζεται ως δυσαναλόγως μεγάλη (βλ. ΟΛΑΠ 17/99).

Περαιτέρω, ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, οι λόγοι ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό ελέγχονται αναιρετικά με το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1601/2009, ΑΠ 1334/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 20-03-2015 (αρ. κατ. 157/2015) αγωγής της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της 32/2014 διαιτητικής αποφάσεως, όπως αυτή διορθώθηκε με την 35/2014 όμοια, λόγω υπέρβασης της εξουσίας των διαιτητών, παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των μερών και αντίθεσής της προς τη διεθνή δημόσια τάξη, δέχθηκε, τα εξής: "....Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι η εναγομένη ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου με την αγωγή της ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου ζητούσε να καταδικαστεί η ίδια (ενάγουσα) στην καταβολή του ποσού που αντιστοιχεί στο Μεικτό Λειτουργικό Κέρδος (ΜΛΚ) του έτους 2013, ανερχόμενο σε 3.012.143 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι ουδέν έχει εισπράξει έναντι του ποσού αυτού.

Ότι το ετήσιο ΜΛΚ καταβάλλεται στην ιδιοκτήτρια από το διαχειριστικό λογαριασμό και είναι το υπόλοιπο του ποσού που απομένει στο διαχειριστικό λογαριασμό μετά την αφαίρεση των λειτουργικών εξόδων του οικείου έτους από τα έσοδα που εισπράχθηκαν στο διαχειριστικό λογαριασμό. Ότι η ίδια (διαχειρίστρια), απαντώντας στον ανωτέρω ισχυρισμό της ιδιοκτήτριας, ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια του 2013 είχε καταβάλει από τον διαχειριστικό λογαριασμό το συνολικό ποσό των 2.707.313 ευρώ για εξόφληση υποχρεώσεων της ιδιοκτήτριας, οι οποίες ήταν άσχετες με τα λειτουργικά έξοδα του ξενοδοχείου και αποτελούσαν αμιγείς υποχρεώσεις της ιδιοκτήτριας από αυτές που κατά τη σύμβαση εξυπηρετούνται "μετά το ΜΛΚ" και ότι κατά το πιο πάνω ποσό των 2.707.313 ευρώ η ιδιοκτήτρια είχε εισπράξει του ΜΛΚ του 2013 που διεκδικεί.

Ότι το ΜΛΚ 2013 ανήλθε στο ποσό των 3.012.143 ευρώ και τα κονδύλια δαπανών "μετά το ΜΛΚ", που συνθέτουν το ποσό των 2.707.313 ευρώ εξυπηρετήθηκαν από το ποσό αυτό του ΜΛΚ με τη σύμφωνη γνώμη της ιδιοκτήτριας. Ότι μεταξύ των υποχρεώσεων της ιδιοκτήτριας που εξυπηρετήθηκαν από το ποσό των 3.012.143 ευρώ (ΜΛΚ 2013) περιλαμβάνεται και το συνολικό ποσό των 2.167.708 ευρώ (1.875.000+ 292.708), το οποίο εισέπραξε η ...

κατά τη χρήση του 2013 έναντι εξόφλησης ισόποσου τμήματος της οφειλής της ιδιοκτήτριας από το τουριστικό δάνειο/προκαταβολή που είχε πάρει το 2011 από αυτήν. Ότι, ειδικά, με την από 31.8.2011 σύμβαση προκαταβολών που καταρτίσθηκε μεταξύ της ... και της ιδιοκτήτριας, η τελευταία εισέπραξε το 2011 από την ... συνολικό ποσό 7.500.000 ευρώ ως προκαταβολή έναντι ξενοδοχειακών υπηρεσιών παρασχεθησομένων από το 2012 και μετά.

Ότι με βάση ρητή συμφωνία των διαδίκων που αποτυπώθηκε στο άρθρο 9 παρ. 2 της σύμβασης διαχείρισης, το ποσό των 7.500.000 ευρώ τέθηκε εκτός του αντικειμένου διαχείρισης και με σύμφωνη γνώμη της διαχειρίστριας κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της ιδιοκτήτριας. Ότι με τη σύμβαση προκαταβολών συμφωνήθηκε η απόσβεση του ποσού των 7.500.000 ευρώ θα γίνει σταδιακά από το 2013 και μετά με παρακράτηση/συμψηφισμό από την ...

των ποσών που θα οφείλει στο ξενοδοχείο για κρατήσεις διανυκτερεύσεων που θα αγόραζε και θα πραγματοποιούσε και οι οποίες πιστοποιούνται με τα masterbills, που είναι λογιστικά έγγραφα στα οποία αναγράφονται αναλυτικά οι διανυκτερεύσεις ατόμων που αγόρασε η ... ορισμένη περίοδο και τα ποσά που αυτή οφείλει για τις διανυκτερεύσεις αυτές που αγόρασε και πραγματοποίησε.

Ότι από το συνολικό ετήσιο ποσό των masterbills που όφειλε η ... να καταβάλει στο διαχειριστικό λογαριασμό ως τίμημα για την αγορά διανυκτερεύσεων του ξενοδοχείου συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της ιδιοκτήτριας να παρακρατείται ετησίως ποσοστό 25% ή κατ' ανώτατο όριο ποσό 1.875.000 ευρώ και το παρακρατούμενο να φέρεται σε συμψηφισμό με ισόποσο μέρος της οφειλής της ιδιοκτήτριας από την προκαταβολή των 7.500.000 ευρώ.

Ότι, επίσης, με ξεχωριστό συμφωνητικό που υπογράφηκε στις 31.8.2011 μεταξύ της ιδιοκτήτριας και της ... και αφορά τα accommodation bonus (πριμ κρατήσεων ή bonus κρατήσεων), συμφώνησαν ότι η ιδιοκτήτρια όφειλε να καταβάλει στην ... ετησίως και ορισμένο σταθερό προσυμφωνημένο ποσό ως πριμ κρατήσεων, καταβολή που συμφωνήθηκε να γίνεται ετησίως με ισόποση αφαίρεση/συμψηφισμό του οφειλόμενου από την ...

ποσού, με βάση τα masterbills από αγορά διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο. Ότι με βάση τα παραπάνω ο διαχειριστικός λογαριασμός στερήθηκε το έτος 2013 έσοδα/πληρωμές για αγορά διανυκτερεύσεων από την ... συνολικού ποσού 2.167.708 ευρώ (1.875.000 ευρώ+ 292.708 ευρώ για πριμ κρατήσεων). Ότι σύμφωνα με το άρθρο 14 της σύμβασης διαχείρισης το ΜΛΚ είναι το πλεόνασμα του ετήσιου ακαθάριστου κύκλου εργασιών αφαιρουμένων των ετήσιων ακαθάριστων λειτουργικών εξόδων, τα οποία θα λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τον ακαθάριστο κύκλο εργασιών.

Ότι ως ακαθάριστος κύκλος εργασιών ορίζεται ο συνολικός κύκλος εργασιών του ξενοδοχείου και των βοηθητικών λειτουργιών (όπως μπαρ, νυκτερινά κέντρα, εστιατόρια, πωλημένα ταξίδια, πλυντήρια κλπ) συμπεριλαμβανομένων επίσης όλων των προμηθειών που λαμβάνει το ξενοδοχείο από άλλες επιχειρήσεις καθώς και τα έσοδα από ενοικιάσεις, εκμισθώσεις και χορηγήσεις αδειών μετά την αφαίρεση των φόρων Ότι στον υπολογισμό του ΜΛΚ δεν λαμβάνονται υπόψη (έξοδα μετά το ΜΛΚ) οι πιστώσεις ή δάνεια συμπεριλαμβανομένων τουριστικών δανείων ή προκαταβολών και οποιοσδήποτε τόκος επί αυτών των πιστώσεων ή δανείων ή προκαταβολών ή οποιοδήποτε πριμ κρατήσεων, φόροι επί των κερδών, προμήθειες διαχείρισης, έξοδα για ενοικιάσεις και μισθώσεις αντικειμένων και εξοπλισμού του ξενοδοχείου και των εγκαταστάσεών του, εφόσον αυτά τα έξοδα είναι υποχρέωση της ιδιοκτήτριας, η αμοιβή ενοικίασης της παραλίας, έξοδα αποζημίωσης προς τους πελάτες του ξενοδοχείου τα οποία οφείλονται σε ατέλειες κατασκευής, ασφάλειας και καλής κατάστασης των εγκαταστάσεων, έξοδα για κατοικίες υπαλλήλων εφόσον αυτοί είναι μέλη του προσωπικού, ασφαλιστικές δαπάνες που αναλαμβάνει η ιδιοκτήτρια και άλλα εταιρικά έξοδα της ιδιοκτήτριας.

Ότι η ίδια (ενάγουσα - διαχειρίστρια) εγγυήθηκε ένα ετήσιο ελάχιστο ΜΛΚ, ύψους 2.700.000 ευρώ μέχρι και το 2014, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει στην ιδιοκτήτρια κάθε χρόνο, ανεξάρτητα από τα οικονομικά αποτελέσματα του ξενοδοχείου και στην περίπτωση που το ΜΛΚ πέσει κάτω από το ελάχιστο εγγυημένο ΜΛΚ, η ίδια θα είναι υποχρεωμένη να αιτιολογήσει τους λόγους πτώσης και επιπλέον να καταβάλει το υπόλοιπο στην ιδιοκτήτρια και το οποίο θα καταχωρείται στα βιβλία της εταιρείας ως αποζημίωση.

Ότι το διαιτητικό δικαστήριο, ερμηνεύοντας το σχετικό με το εγγυημένο ΜΛΚ άρθρο 14 παρ. 6β της σύμβασης διαχείρισης, έκρινε ότι η διαχειρίστρια και στην περίπτωση κατά την οποία δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο διαχειριστικό λογαριασμό, έπρεπε να καταβάλει το ελάχιστο εγγυημένο ΜΛΚ ή το υπόλοιπο που προέκυπτε εξ ιδίων χρημάτων, ανεξάρτητα από τα μέχρι τότε οικονομικά αποτελέσματα του ξενοδοχείου, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους σχετικούς ισχυρισμούς της διαχειρίστριας.

Ότι με το τρόπο αυτό συντελείται διπλή είσπραξη από την ιδιοκτήτρια του ποσού των 2.167.708 ευρώ και ειδικά μία φορά με τη μορφή της προκαταβολής από την ... και μία φορά είσπραξη του ίδιου ποσού από την διαχειρίστρια με τη μορφή δήθεν εγγυημένου ΜΛΚ. Ότι με βάση τα παραπάνω το διαιτητικό δικαστήριο υπερβαίνει τα όρια της εντολής που έχει από τη διαιτητική ρήτρα και από τα ερμηνευτικά όρια της σύμβασης, μεταβάλλει το συμφωνημένο περιεχόμενο της με βάση άλλο, αυθαίρετο περιεχόμενο που ορίζει αυτό (διαιτητικό δικαστήριο) και επιδικάζει στην ιδιοκτήτρια ποσό που δεν προκύπτει από τη σύμβαση και την ερμηνεία της.

Επίσης, ότι καταλογίζει στα λειτουργικά έξοδα του ξενοδοχείου (έξοδα προ ΜΛΚ) την εξόφληση προκαταβολής της ..., μεταβάλλοντας το περιεχόμενο της σύμβασης και μετατρέποντας αυθαίρετα την εξόφληση της προκαταβολής από έξοδο "μετά το ΜΛΚ" σε έξοδο "προ του ΜΛΚ", διακριτικά σε βάρος της διαχειρίστριας και προς όφελος της ιδιοκτήτριας, μόνο αναφορικά με την παραπάνω υποχρέωση αποπληρωμής της προκαταβολής, ενώ άφησε άλλες χαμηλόποσες υποχρεώσεις της ιδιοκτήτριας τις οποίες αναφέρει, να είναι τέτοιες (έξοδα μετά το ΜΛΚ).

Τέλος, ότι παραβίασε τη διεθνή δημόσια τάξη προεχόντως διότι με αυθαίρετες κρίσεις μη ερειδόμενες στην σύμβαση, κατ' αποτέλεσμα μετακυλύει στην διαχειρίστρια ορισμένη υποχρέωση της ιδιοκτήτριας, ήτοι την οικονομική υποχρέωση που έχει αναλάβει έναντι της ... και κατ' αποτέλεσμα οδηγεί στον αδικαιολόγητο πλουτισμό της ιδιοκτήτριας σε βάρος της περιουσίας της διαχειρίστριας.

Περαιτέρω, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης ότι το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε, ερμηνεύοντας το άρθρο 14 της σύμβασης διαχείρισης, ότι η διαχειρίστρια (ως εταιρεία της οποίας η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα είναι η λειτουργία και διαχείριση εγκαταστάσεων με την επωνυμία robinson) εγγυήθηκε στην ιδιοκτήτρια, ανεξάρτητα από το πραγματικά πραγματοποιούμενο μεικτό λειτουργικό κέρδος (ΜΛΚ), ένα ετήσιο ελάχιστο ΜΛΚ, το οποίο προσδιορίστηκε για τα έτη 2012 - 2014 στο ποσό των 2.700.000 ευρώ και στο ποσό των 2.800.000 ευρώ από το έτος 2015, το οποίο θα προκαταβάλλεται κάθε χρόνο σε δύο ισόποσες δόσεις και ότι η διαχειρίστρια θα προκατέβαλλε το ελάχιστο ΜΛΚ από το διαχειριστικό λογαριασμό.

Επίσης, ότι στην περίπτωση που το πραγματικό ΜΛΚ θα έχει πέσει κάτω από το ελάχιστο εγγυημένο ΜΛΚ, η διαχειρίστρια θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει εξ ιδίων το υπόλοιπο στην ιδιοκτήτρια, ως αποζημίωση, κατά την έννοια ότι αν δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο διαχειριστικό λογαριασμό κατά τις ημερομηνίες καταβολής της αναλογούσας δόσης, η διαχειρίστρια έπρεπε να προκαταβάλει εξ ιδίων το υπόλοιπο που προέκυπτε, ανεξάρτητα από τα μέχρι τότε οικονομικά αποτελέσματα του ξενοδοχείου.

Ακολούθως, έκρινε βάσιμο τον ισχυρισμό της ιδιοκτήτριας ότι έπρεπε να της καταβληθεί πλήρως η οφειλόμενη δόση του ελάχιστου εγγυημένου ΜΛΚ και απέρριψε ως αβάσιμους του ισχυρισμούς της διαχειρίστριας περί καταβολής του ελάχιστου εγγυημένου ΜΛΚ του 2013 προς την ιδιοκτήτρια με την πληρωμή των υποχρεώσεών της (ιδιοκτήτριας) προς την ..., συνολικού ύψους 2.167.708 ευρώ (1.875.000+ 292.708) Περαιτέρω, ως προς τη σύμβαση προκαταβολής 7.500.000 ευρώ και η επιρροή του τρόπου εξόφλησης στο ΜΛΚ έκρινε ότι η εν λόγω από 31.8.2011 σύμβαση προκαταβολών που καταρτίστηκε μεταξύ της ...

και της ιδιοκτήτριας, κατά την οποία συμφωνήθηκε η ιδιοκτήτρια να λάβει το ποσό των 7.500.000 ευρώ, συνδέεται άμεσα με τη σύμβαση διαχείρισης, αν και δεν καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση διαχείρισης και ότι η διαχειρίστρια ανέλαβε την υποχρέωση, με το άρθρο 9 παρ. 2 της σύμβασης διαχείρισης, να διασφαλίσει ότι η εξόφληση της προκαταβολής από την ιδιοκτήτρια θα πραγματοποιηθεί μέσω ξενοδοχειακών κρατήσεων.

Επίσης, ότι το ποσό της προκαταβολής αποτελεί υποχρέωση του ξενοδοχείου και δεν μπορεί η διαχειρίστρια να επικαλεσθεί ότι η εξόφληση δεν πρέπει να γίνει από τον τηρούμενο από αυτήν διαχειριστικό λογαριασμό αλλά από την περιουσία της ιδιοκτήτριας, ούτε ότι εξαιτίας της εξόφλησης της προκαταβολής δεν έχει την απαιτούμενη ρευστότητα για να καταβάλει στην ιδιοκτήτρια το ελάχιστο εγγυημένο ΜΛΚ, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί προς απόκρουση της απαίτησης της ιδιοκτήτριας να της καταβληθεί το ελάχιστο εγγυημένο ΜΛΚ, να προβάλει επίσχεση ποσό που αναλογεί στη δόση για την επιστροφή της προκαταβολής, αφενός διότι η διαχειρίστρια έπρεπε από το διαχειριστικό λογαριασμό να εξοφλήσει την υποχρέωση αυτή του ξενοδοχείου και αφετέρου αυτή οφείλει ακόμη και αν δεν υπάρχει επαρκές υπόλοιπο στο διαχειριστικό λογαριασμό (έστω και εξαιτίας της επιστροφής της οφειλόμενης δόσης της προκαταβολής μέσω της παρακράτησης του ποσοστού 25% επί της αξίας των διανυκτερεύσεων της ..., τη διασφάλιση της επιστροφής αυτής ρητώς ανέλαβε) να καταβάλει στην ιδιοκτήτρια το εγγυημένο ΜΛΚ.

Με βάση τα παραπάνω το διαιτητικό δικαστήριο δεν ενήργησε υπερβαίνοντας την εξουσία που του παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία και δεν μετέβαλε, όπως διατείνεται η ενάγουσα, το συμφωνημένο περιεχόμενο της σύμβασης, αντικαθιστώντας το αυθαίρετα με άλλο που δεν προκύπτει από τη σύμβαση και την ερμηνεία της.

Αντίθετα, ενεργώντας εντός των ορίων που θέτει η διαιτητική συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 22 της σύμβασης διαχείρισης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης- προσφυγής στη διαιτησία, επιλήφθηκε επί των αμφισβητούμενων από τους διαδίκους ζητημάτων που αφορούν το ελάχιστο εγγυημένο ΜΛΚ και της σύμβασης προκαταβολής των 7.500.000 ευρώ και η επιρροή αυτής στον τρόπο εξόφλησης στο ΜΛΚ, κρίνοντας ότι υφίσταται συμβατική υποχρέωση της διαχειρίστριας να διασφαλίσει την εξόφληση της προκαταβολής από τον διαχειριστικό λογαριασμό και δεν μπορεί εξαιτίας της εξόφλησης της προκαταβολής να ισχυρισθεί ότι δεν έχει την απαιτούμενη ρευστότητα για την καταβολή προς την ιδιοκτήτρια του ελάχιστου εγγυημένου ΜΛΚ.

Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις της ενάγουσας- διαχειρίστριας, όπως ανωτέρω αναφέρονται, ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή σε κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο κατά την μετά από εξέταση της ενώπιον του διαφοράς και σε παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των διάδικων και δεν αποτελούν υπέρβαση εξουσίας. (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 40/2010).

Περαιτέρω, δεν συντρέχει και περίπτωση παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των μερών και ειδικότερα η διακριτική, όπως διατείνεται η ενάγουσα, σε βάρος της και προς όφελος της ιδιοκτήτριας, μεταχείριση, με το να καταλογίσει το διαιτητικό δικαστήριο στα λειτουργικά έξοδα του ξενοδοχείου (έξοδα προ ΜΛΚ) την εξόφληση της προκαταβολής που αποτελεί έξοδο μετά το ΜΛΚ, ενώ άλλες υποχρεώσεις της ιδιοκτήτριας που αποτελούν έξοδα μετά το ΜΛΚ τα χαρακτήρισε ως τέτοια και δεν τα καταλόγισε στα λειτουργικά έξοδα του ξενοδοχείου.

Το διαιτητικό δικαστήριο δεν προέβη σε διακριτική διαχείριση ομοίων κονδυλίων, αλλά, τηρώντας την αρχή της ισότητας, έκρινε ανέλεγκτα, ως προς το κονδύλιο της προκαταβολής, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, ότι υφίσταται συμβατική υποχρέωση της διαχειρίστριας για εξόφληση της προκαταβολής από το διαχειριστικό λογαριασμό και ότι δεν ασκεί επιρροή η εξόφληση αυτή στην καταβολή του ελάχιστου εγγυημένου ΜΛΚ, που επίσης συμβατικά ανέλαβε η διαχειρίστρια.

Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης της διεθνούς δημόσιας τάξης, δεδομένου ότι με την κρίση του το διαιτητικό δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι υπήρχε συμβατική υποχρέωση της διαχειρίστριας να εξοφλεί την προκαταβολή από το διαχειριστικό λογαριασμό, καθώς επίσης συμβατικά ανέλαβε την υποχρέωση της απόδοσης στην ιδιοκτήτρια ενός ελάχιστου εγγυημένου ΜΛΚ και μάλιστα ανεξάρτητα από το πραγματοποιούμενο ΜΛΚ και ότι στην περίπτωση που το πραγματικό ΜΛΚ πέσει κάτω από το ελάχιστο εγγυημένο ΜΛΚ, η διαχειρίστρια θα υποχρεούται εξ ιδίων χρημάτων να καταβάλει το υπόλοιπο στην ιδιοκτήτρια, το οποίο καταχωρείται στα βιβλία της εταιρείας, ως αποζημίωση.

Και ναι μεν η αποζημίωση έχει κατά το ελληνικό δίκαιο (ΑΚ 297, 298) καθαρά αποκαταστατικό χαρακτήρα, είτε ως συμβατική είτε ως εξωσυμβατική ενοχή, όμως η επιδίκαση πρόσθετου χρηματικού ποσού, πέραν της πραγματικής ζημίας, δεν απαγορεύεται γενικώς, εφόσον δεν είναι υπέρμετρη και επομένως η επιδίκαση πρόσθετης "αποζημίωσης" υπό οποιαδήποτε μορφή δεν προσκρούει καθ' εαυτή στη δημόσια τάξη, έστω και αν συντελεί στον πλουτισμό του ζημιωθέντος (ΟλΑΠ 17/1999), ο οποίος (πλουτισμός) είναι περαιτέρω ανεκτός και στο πλαίσιο της ΑΚ 930 παρ. 3.

Γ. Ακολούθως, η ενάγουσα - διαχειρίστρια εκθέτει με την ένδικη αγωγή της ότι το διαιτητικό δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ως προς το κεφάλαιο της για τα πλυντήρια και εισπράξεις της ιδιοκτήτριας από τη λειτουργία του τμήματος πλυντηρίων, ότι το τμήμα αυτό των πλυντηρίων υπάγεται στο αντικείμενο της διαχείρισης της διαχειρίστριας, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ιδιοκτήτριας για εξαίρεση του τμήματος αυτού από το αντικείμενο της διαχείρισης.

Ότι δέχθηκε, επίσης, ότι η ιδιοκτήτρια, κατά το έτος 2013, εισέπραξε σε δικούς της λογαριασμούς το ποσό των 133.500 ευρώ, ως έσοδα από τη λειτουργία του τμήματος πλυντηρίων, ενώ τα έσοδα αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 της σύμβασης, έπρεπε να καταβληθούν στον διαχειριστικό λογαριασμό. Ότι εφόσον τα χρήματα αυτά εισπράχθηκαν από την ιδιοκτήτρια θα πρέπει από το ποσό των 2.953.354,72 ευρώ, στο οποίο η απόφαση υπολόγισε το καταβλητέο από την διαχειρίστρια ΜΛΚ 2013, να αφαιρεθεί το ανωτέρω ποσό των 133.500 ευρώ, που ήδη έχει προεισπράξει η ιδιοκτήτρια.

Ότι, ανεξάρτητα αν η αναιτιολόγητη αυτή παράλειψη οφείλεται σε παραδρομή ή αυθαιρεσία, η επιβάρυνσή της με ποσό που έχει ήδη προεισπράξει η ιδιοκτήτρια, θεμελιώνει τους ακυρωτικούς λόγους της υπέρβασης εξουσίας και της παραβίασης της δημόσιας τάξης και αυτό γιατί κατά το παραπάνω ποσό μετακυλύονται στην διαχειρίστρια υποχρεώσεις που δεν προβλέπονται ούτε προκύπτουν από τη σύμβαση και οδηγούν κατά το μέτρο αυτό σε αναδιαμόρφωση και επαναδιατύπωσή της από το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς αυτό να έχει τέτοια δικαιοδοσία στο πλαίσιο της εξουσίας που του έχει χορηγηθεί.

Ότι, επίσης, με το τρόπο αυτό προκύπτει διπλό πλεονέκτημα για την ιδιοκτήτρια και αντίστοιχα διπλή επιβάρυνση στην ίδια (διαχειρίστρια), αφού η τελευταία καλείται να καταβάλει στην ιδιοκτήτρια το ανωτέρω ποσό που έχει ήδη εισπράξει και επομένως γίνεται αυτή αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση διαχείρισης στο άρθρο 1 παρ. 2 συμφώνησαν ότι το πλυντήριο αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης και ότι όλα τα έσοδα και τα έξοδα λειτουργίας του τμήματος αυτού πρέπει να συνυπολογίζονται στα λειτουργικά έξοδα, απορριπτόμενου του αντίθετου ισχυρισμού της ιδιοκτήτριας.

Επίσης, το διαιτητικό δικαστήριο, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό της διαχειρίστριας, σύμφωνα με τον οποίο κατέβαλε αυτή για το έτος 2013 το ελάχιστο εγγυημένο ΜΛΚ τόσο με την πληρωμή των υποχρεώσεων της ιδιοκτήτριας προς την ..., όσο και με τις εισπράξεις από την ιδιοκτήτρια των εσόδων από το τμήμα πλυντηρίων στους ιδιοκτησιακούς λογαριασμούς ύψους 133.500 ευρώ, δέχθηκε ότι οι εισπράξεις από το τμήμα των πλυντηρίων έγιναν, με την έγκριση της ιδιοκτήτριας, στους τηρούμενους από αυτήν λογαριασμούς και δαπανήθηκαν για τις λειτουργικές ανάγκες του ξενοδοχείου.

Ως εκ τούτου, κρίνοντας το διαιτητικό δικαστήριο κατά τα ανωτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης εξουσίας ή παραβίασης της δημόσιας τάξης, όπως διατείνεται η ενάγουσα και ως προς το επίδικο ποσό των 133.5000 ευρώ που αφορά τα πλυντήρια, αφού έκρινε ότι αυτό δαπανήθηκε για τις λειτουργικές ανάγκες του ξενοδοχείου και οι αμφισβητήσεις, κατά τα λοιπά, της ενάγουσας αφορούν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο, που δεν εμπίπτουν στους ακυρωτικούς λόγους.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν και οι ανωτέρω λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ως προς το κεφάλαιο της που αναφέρεται στο τμήμα των πλυντηρίων. Δ. Περαιτέρω, η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της εκθέτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 της σύμβασης διαχείρισης, υποχρεούται η ιδιοκτήτρια να καταβάλει επαρκές κεφάλαιο κίνησης στο διαχειριστικό λογαριασμό, γεγονός που δέχθηκε και το διαιτητικό δικαστήριο, αναφέροντας ότι όσον αφορά το καταβαλλόμενο από την ιδιοκτήτρια κατά τους ορισμούς του άρθρου 8 κεφάλαιο κίνησης, αυτό θα είναι ανάλογο των απαιτήσεων για ρευστότητα των επόμενων τεσσάρων εβδομάδων, όπως βεβαιώνονται από τη διαχειρίστρια.

Ότι, ακολούθως, το διαιτητικό δικαστήριο, στο αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι η ιδιοκτήτρια οφείλει να της καταβάλει επαρκές κεφάλαιο κίνησης στους διαχειριστικούς λογαριασμούς και να καταδικαστεί να της καταβάλει το ποσό των 2.500.000 ευρώ ως κεφάλαιο κίνησης με την έννοια του άρθρου 8 της σύμβασης, εξαρτά την εφαρμογή του άρθρου 8 της σύμβασης και από άλλη πρόσθετη προϋπόθεση που δεν απαιτεί το άρθρο και συνίσταται στην υποβολή εκ μέρους της διαχειρίστριας αναλυτικών προγραμμάτων ταμειακής ρευστότητας.

Ότι, στη συνέχεια, δέχεται ότι η διαχειρίστρια προς αποτροπή άμεσου και κατεπείγοντος κινδύνου να μην ανταποκριθεί το ξενοδοχείο στις οικονομικές του υποχρεώσεις, στο διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 2012 και Μαΐου 2013, κατέβαλε στο διαχειριστικό λογαριασμό το συνολικό ποσό των 2.373.000, ως ενδιάμεση προσωρινή μορφή χρηματοδότησης, για την ανεύρεση της οποίας προκλήθηκε σε βάρος της ζημία 50.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος της εν λόγω ενδιάμεσης χρηματοδότησης, ενέργεια που ήταν ορθή και ήταν προς όφελος του ξενοδοχείου και πρέπει η ιδιοκτήτρια να καταβάλει το κόστος της εν λόγω χρηματοδότησης ως αποζημίωση.

Ότι το διαιτητικό δικαστήριο δέχθηκε ότι η διαχειρίστρια ανταποκρίθηκε και στις επιπλέον προϋποθέσεις και υπέβαλε στην ιδιοκτήτρια ταμειακά προγράμματα, πλην, όμως, (έκρινε περαιτέρω) ότι αυτά ήταν ανεπαρκή και δεν παρέχονται διευκρινήσεις για το σχηματισμό των επί μέρους κονδυλίων, ενώ εμφανίζονται σημαντικά σφάλματα σ' αυτούς, όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία και κυρίως από την έκθεση οικονομικού ελέγχου της ορκωτού ελεγκτού κυρίας Α., που εκπονήθηκε με εντολή της ιδιοκτήτριας.

Ότι, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα γενικά στοιχεία του προϋπολογισμού του 2012 και εγκαταλείποντας, κατά τούτου, τη βασική θέση του για τη σημασία των προγραμμάτων ταμειακής ρευστότητας σε τακτική βάση, αποφαίνεται ότι η ανάγκη καταβολής κεφαλαίου κίνησης από την ιδιοκτήτρια είναι μηδενική, αναφέροντας ότι δεν προέκυπτε κατ' αρχή ανάγκη εισφοράς κεφαλαίου κίνησης από την ιδιοκτήτρια και προσθέτοντας κατά τα λοιπά ότι ο τρόπος υπολογισμού του ποσού του κεφαλαίου κίνησης στην αγωγή της διαχειρίστριας, δεν είναι σύμφωνος με όσα ορίζονται σχετικώς στη σύμβαση.

Ότι, ενόψει όλων των στοιχείων που δέχεται το διαιτητικό δικαστήριο, αποτελεί αιφνιδιασμό των διαδίκων η θέση του ότι οι ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης είναι μηδενικές και άρα η αντίστοιχη υποχρέωση της ιδιοκτήτριας δεν υπάρχει. Ότι η θέση αυτή οδηγεί σε μετάλλαξη της σύμβασης διαχείρισης από ειδική σύμβαση επιμέλειας ξένων υποθέσεων, όπως τη χαρακτήρισε και το ίδιο, σε μία άλλη σύμβαση, όπου η υποχρέωση καταβολής κεφαλαίου κίνησης μετακυλύεται στους ώμους της διαχειρίστριας.

Ότι, με βάση τα δεδομένα αυτά, το διαιτητικό δικαστήριο υπερβαίνει την εξουσία που έχει από τη διαιτητική απόφαση και σε αντίθεση με την οριοθετούμενη εξουσία, που απορρέει από το άρθρο 22 της σύμβασης, επιλύει τη συγκεκριμένη διαφωνία των μερών ως προς την υποχρέωση της ιδιοκτήτριας για καταβολή κεφαλαίου κίνησης, όχι με βάση της υφιστάμενη σύμβαση διαχείρισης και της ερμηνείας της, αλλά με βάση άλλη σύμβαση που κατασκευάζει το διαιτητικό δικαστήριο και έχει ως αντικείμενο την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας της ιδιοκτήτριας με δαπάνες και κίνδυνο της διαχειρίστριας.

Από την επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης συνάγεται ότι το διαιτητικό δικαστήριο, δέχτηκε ότι από τα άρθρα 8 και 9 της σύμβασης προκύπτει ότι ο διαχειριστικός λογαριασμός που ανήκει μεν στην ιδιοκτήτρια, ανοίγεται δηλαδή στο όνομά της, όμως καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης κινείται από τη διαχειρίστρια, η οποία έχει δικαίωμα να κάνει αναλήψεις ή πληρωμές ή να εκδίδει επιταγές που σύρονται στον διαχειριστικό λογαριασμό και μέσω του λογαριασμού αυτού γίνονται και όλες οι εισπράξεις του ξενοδοχείου από τη λειτουργία του, όπως και οι πληρωμές για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας του.

Ότι ο διαχειριστικός λογαριασμός είναι λογαριασμός ειδικού σκοπού, υφίσταται και λειτουργεί χωριστά από τη λοιπή περιουσία της ιδιοκτήτριας και υπόκειται στη διαχείριση της διαχειρίστριας. Ότι ο σχεδιασμός του προϋπολογισμού περιλαμβάνει και ένα σχεδιασμό ταμειακών ροών, ενώ η διαχειρίστρια υποχρεούται να προωθεί στην ιδιοκτήτρια ένα αναλυτικό προϋπολογισμό εσόδων εξόδων κατά τα οριζόμενα στη σύμβαση και επιπλέον του προϋπολογισμού θα εμπερικλείεται και το πρόγραμμα ρευστότητας, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται τακτικά και εφόσον προκύπτουν ταμειακά πλεονάσματα η διαχειρίστρια θα μεταφέρει μηνιαίως το πλεονάσματα αυτά από τους λογαριασμούς εκμετάλλευσης στο λογαριασμό της ιδιοκτήτριας.

Ότι όσον αφορά το καταβαλλόμενο από την ιδιοκτήτρια, κατά τους ορισμούς του άρθρου 8 της σύμβασης, κεφάλαιο κίνησης αυτό θα είναι ανάλογο των απαιτήσεων ρευστότητας των επομένων τεσσάρων εβδομάδων, όπως βεβαιώνεται από τη διαχειρίστρια. Ακολούθως, έκρινε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, όσον αφορά το κεφάλαιο κίνησης, ότι το γεγονός ότι η ιδιοκτήτρια δεν παρείχε προκαταβολικά, σε εύλογο χρόνο πριν από την έναρξη λειτουργίας του ξενοδοχείου ικανοποιητικό ποσό για σωστή διαχείριση, αλλά περιορίστηκε να καταθέσει μόνο το ποσό των 20.000 ευρώ, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε πρόβλημα στη λειτουργία του ξενοδοχείου τουλάχιστον κατά τους πέντε πρώτους μήνες λειτουργίας, αφού η ιδιοκτήτρια είχε καλύψει τα λειτουργικά έξοδα του πρώτου τριμήνου 2012, ενώ στη συνέχεια με τις γενόμενες εισπράξεις και εισροές χρημάτων στο διαχειριστικό λογαριασμό καλύφθηκαν πλήρως οι ανάγκες του ξενοδοχείου σε ρευστότητα και συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη για εισφορά κεφαλαίου κίνησης από την ιδιοκτήτρια μέχρι τον Αύγουστο 2012.

Περαιτέρω, έκρινε ότι η από το άρθρο 8 υποχρέωση της ιδιοκτήτριας να καταθέσει στο διαχειριστικό λογαριασμό οποτεδήποτε χρειαστεί ως κεφάλαιο κίνησης, ένα ικανοποιητικό ποσό για τη σωστή διαχείριση του ξενοδοχείου, το οποίο θα πρέπει να είναι ανάλογο των απαιτήσεων ρευστότητα των επόμενων τεσσάρων εβδομάδων, προϋποθέτει την προηγούμενη ενημέρωση της ιδιοκτήτριας που να βεβαιώνει την ανάγκη κατάθεσης αυτής.

Ότι, επιπλέον, η υποχρέωση αυτή της ιδιοκτήτριας συνδέεται άμεσα με την από το άρθρο 7 παρ. 2 της σύμβασης υποχρέωση της διαχειρίστριας για υποβολή προγράμματος ρευστότητας, αλλά και την από το άρθρο 9 παρ. 4 της σύμβασης υποχρέωση για τη μεταφορά στον τραπεζικό λογαριασμό της ιδιοκτήτριας των ταμειακών πλεονασμάτων που προκύπτουν.

Ότι συναφείς είναι και οι υποχρεώσεις της διαχειρίστριας, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 3 παρ. 3 και 4 παρ. 1γ και 3 της σύμβασης, για μία φορά τον χρόνο ενημέρωση της ιδιοκτήτριας επί των οικονομικών αποτελεσμάτων και στόχων του ξενοδοχείου και της υποβολής μηνιαίων εκθέσεων με τα αποτελέσματα εκμετάλλευσης μέχρι τη διαμόρφωση του ΜΛΚ, αλλά και της υποβολής ανά τρίμηνο ενός προγράμματος ταμειακών ροών και δεκαπενθήμερης έκθεσης με προβλέψεις κρατήσεων και εσόδων για τους επόμενους μήνες.

Ότι με τον προϋπολογισμό για το έτος 2012, οι εισπράξεις από τα έσοδα υπερκάλυπταν τις δαπάνες κατά το ποσό των 4.180.383 ευρώ και επομένως και εξ αυτού του λόγου, εφόσον η διαχειρίστρια έκρινε ότι υπήρχε ανάγκη για εισφορά κεφαλαίου κίνησης από την ιδιοκτήτρια για το έτος 2012, έπρεπε να καταρτίσει πρόγραμμα ταμειακής ρευστότητας και να ενημερώσει έγκαιρα με τους από τη σύμβαση επιβαλλόμενους τρόπους την ιδιοκτήτρια.

Ακολούθως, απορρίπτει το αίτημα της διαχειρίστριας να αναγνωριστεί να καταβάλει η ιδιοκτήτρια επαρκές κεφάλαιο κίνησης στους διαχειριστικούς λογαριασμούς και να καταδικαστεί να καταβάλει το ποσό των 2.500.000 ευρώ ως κεφάλαιο κίνησης. Τέλος, δέχθηκε ότι η διαχειρίστρια, προς αποτροπή άμεσου και κατεπείγοντος κινδύνου να μην ανταποκριθεί το ξενοδοχείο στις οικονομικές του υποχρεώσεις, κατέβαλε στο διαχειριστικό λογαριασμό το ποσό των 2.373.000 ευρώ, ως ενδιάμεση προσωρινή μορφή χρηματοδότης, για τη ανεύρεση της οποίας προκλήθηκε σε βάρος της ζημία 50.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος της εν λόγω ενδιάμεσης χρηματοδότησης.

Με βάση τα ανωτέρω, δεν συντρέχει και εν προκειμένω περίπτωση υπέρβασης εξουσίας, δεδομένου ότι το διαιτητικό δικαστήριο, καλούμενο να επιλύσει τις διαφωνίες που ανακύπτουν από τη σύμβαση διαχείρισης, κατά το άρθρο 22 αυτής, ενήργησε εντός του πλαισίου της διαιτητικής αυτής ρήτρας και ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις των πιο πάνω αναφερόμενων άρθρων, έκρινε ανέλεγκτα ότι η ιδιοκτήτρια υποχρεούται συμβατικά να καταβάλει στο διαχειριστικό λογαριασμό κεφάλαιο κίνησης υπό τις αναφερόμενες στη σύμβαση προϋποθέσεις και ότι την υποχρέωση αυτή έχει πρωτίστως η ιδιοκτήτρια αν δεν υπάρχει ρευστότητα στο ξενοδοχείο να αντιμετωπίσει όχι όλες τις μελλοντικές ή σε αόριστο χρόνο υποχρεώσεις του, αλλά εκείνες που πρέπει να αντιμετωπιστούν τις επόμενες τέσσερες εβδομάδες από την κατάθεση του κεφαλαίου και επιπλέον, εφόσον η ιδιοκτήτρια αμφισβητεί ότι υπάρχει ανάγκη κατάθεσης κεφαλαίου κίνησης, λόγω επάρκειας του υπάρχοντος, η διαχειρίστρια υποχρεούται να την ενημερώσει σχετικά και να της υποβάλει πρόγραμμα ρευστότητας.

Με το τρόπο αυτό δεν επιλύει τη συγκεκριμένη διαφωνία των μερών που απορρέει από τη σύμβαση διαχείρισης με βάση άλλη μη υπαρκτή σύμβαση, που έχει ως αντικείμενο την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας της ιδιοκτήτριας με δαπάνες και κίνδυνο της διαχειρίστριας, όπως διατείνεται η ενάγουσα. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το διαιτητικό δικαστήριο δεν αναιρεί τη συμβατική υποχρέωση της ιδιοκτήτριας για την καταβολή κεφαλαίου κίνησης, τη συνδέει δε, όπως ερμήνευσε τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης, με προϋποθέσεις που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση διαχείρισης και πρωτίστως από το αν υπάρχει ή όχι πρόβλημα ρευστότητας στο ξενοδοχείο μετά από σχετική ενημέρωση της ιδιοκτήτριας που θεωρεί ότι υπάρχει επαρκές υπόλοιπο στο διαχειριστικό λογαριασμό, από τη διαχειρίστρια με την υποβολή προγραμμάτων ρευστότητας.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός λόγος ακύρωσης, σχετικά με την μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης ως προς τις διατάξεις της που αφορούν το διαχειριστικό λογαριασμό και το κεφάλαιο κίνησης. Ε. Περαιτέρω, η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της εκθέτει ότι υπήρξε αίτημά της προς το διαιτητικό δικαστήριο για την καταβολή στο διαχειριστικό λογαριασμό και του ποσού των 2.229.172 ευρώ, που είχε τραβήξει η ιδιοκτήτρια κατά τη διάρκεια τη χρήσης 2012 για εξυπηρέτηση αναγκών και υποχρεώσεών της άσχετων με τη λειτουργία του 2012 και κατά κύριο λόγο για την πληρωμή υποχρεώσεών της που αφορούσαν τη λειτουργία του ξενοδοχείου το 2011, πριν την ανάθεση της διαχείρισης στην ίδια (ενάγουσα).

Ότι το διαιτητικό δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το ανωτέρω αίτημα δεν είναι νόμιμο, δεχόμενο ότι το ποσό αυτό δαπανήθηκε από την ιδιοκτήτρια για την πληρωμή εκκρεμών υποθέσεων του ξενοδοχείου από το 2011 και ότι οι υποχρεώσεις αυτές έπρεπε να καλυφθούν από το διαχειριστικό λογαριασμό. Ότι το διαιτητικό δικαστήριο αναφέρει ότι για το ειδικό αυτό ζήτημα οι διάδικοι δεν διέλαβαν ειδική πρόβλεψη στη σύμβαση, όπως επιβαλλόταν.

Ότι αν οι διάδικοι ήθελαν τη διαχείριση του ξενοδοχείου από μηδενική βάση είναι προφανές ότι αυτό θα έπρεπε ειδικώς να συνομολογηθεί, αφού η διαχειρίστρια ανέλαβε τη διαχείριση ενός ξενοδοχείου σε λειτουργία και η ιδιοκτήτρια απεκδύθηκε κάθε εξουσίας διαχείρισης. Ότι κρίνει ως προφανές το κενό, χωρίς να διευκρινίζει αν υπάρχει πράγματι κενό και σπεύδει να ενσωματώσει στη σύμβαση της δική του ρύθμιση, ότι δηλαδή οι προ του 2011 υποχρεώσεις πρέπει να εξοφληθούν από το διαχειριστικό λογαριασμό.

Ότι η θέση αυτή επιφέρει δύο σημαντικές συνέπειες:

α) προσθέτει αυθαίρετα στη σύμβαση ρήτρα που δεν υπάρχει, ότι δηλαδή οι εκ του 2011 εκκρεμούσες υποχρεώσεις του ξενοδοχείου πρέπει να καλυφθούν από το διαχειριστικό λογαριασμό και

β) μετακυλύει στο διαχειριστικό λογαριασμό το έλλειμμα που προκύπτει από την κάλυψη αυτών των υποχρεώσεων σε πλήρη αντίθεση με το ρόλο και τη θέση του ως εντολοδόχου σε ξένη επιχείρηση. Ότι σύμφωνα με τα παραπάνω οι κανόνες και οι συμφωνίες της σύμβασης μεταλλάσσονται αυθαίρετα από το διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο εγκαταλείπει το ρόλο που έχει για επίλυση της διαφοράς με βάση αυτή τη σύμβαση που συνήψαν τα μέρη και δημιουργεί μία άλλη σύμβαση με δικούς του δικαστικώς υπαγορευθέντους όρους.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο, ως προς το αμφισβητούμενο από τους διαδίκους ζήτημα για τα προγενέστερα της διαχείρισης χρέη του ξενοδοχείου, αναφέρει κατ' αρχήν ότι οι διάδικοι δεν διέλαβαν ειδική πρόβλεψη στη σύμβαση, όπως επιβαλλόταν για το ειδικό αυτό ζήτημα και ότι αν αυτοί (διάδικοι) ήθελαν τη διαχείριση από μηδενική βάση είναι προφανές ότι αυτό θα έπρεπε ειδικώς να συνομολογηθεί, αφού η διαχειρίστρια ανέλαβε τη διαχείριση ενός ξενοδοχείου σε λειτουργία και η ιδιοκτήτρια απεκδύθηκε κάθε εξουσίας διαχείρισης και οι πελάτες του ξενοδοχείου μόνο στην διαχειρίστρια μπορούσαν να απευθυνθούν τόσο για την πληρωμή των υποχρεώσεών τους όσο και για την είσπραξη των απαιτήσεών τους, ενώ στη σύμβαση ρητώς αναφέρεται ότι το σύνολο των τραπεζικών εργασιών που συνδέονται με τη διαχείριση του ξενοδοχείου θα πραγματοποιούνται μέσω του διαχειριστικού λογαριασμού.

Ακολούθως, έκρινε ότι οι εισπράξεις και πληρωμές που αφορούσαν στο προηγούμενο της ένδικης διαχείρισης διάστημα θα εξυπηρετηθούν από το διαχειριστικό λογαριασμό, γεγονός, που όπως εκθέτει, συνέβη και στην πράξη, αφού αποδείχθηκε ότι η διαχειρίστρια αδιαμαρτύρητα μέχρι και τον Αύγουστο 2012 δεχόταν να γίνεται εισροή χρημάτων στους διαχειριστικούς λογαριασμούς από πληρωμές πελατών του ξενοδοχείου που αφορούσαν προγενέστερο της διαχείρισης χρόνο.

Περαιτέρω, ως προς το αίτημα της διαχειρίστριας να καταδικαστεί η ιδιοκτήτρια να καταβάλει στο διαχειριστικό λογαριασμό το ποσό των 2.229.172 ευρώ, που είχε τραβήξει για να εξοφλήσει αμιγώς δικές της υποχρεώσεις άσχετες με τη λειτουργία του ξενοδοχείου, το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε ότι το μεγαλύτερο μέρος του ανωτέρω ποσού αφορά δαπάνες που αφορούν λειτουργικά έξοδα του ξενοδοχείου για το 2011, έξοδα που ορθώς καλύφθηκαν από το διαχειριστικό λογαριασμό.

Με βάση τα ανωτέρω, δεν συντρέχει και εν προκειμένω περίπτωση υπέρβασης εξουσίας, δεδομένου ότι το διαιτητικό δικαστήριο, καλούμενο να επιλύσει τις διαφωνίες που ανακύπτουν από τη σύμβαση διαχείρισης, κατά το άρθρο 22 αυτής, ενήργησε εντός του πλαισίου της διαιτητικής αυτής ρήτρας. Ειδικότερα, ως προς το αμφισβητούμενο από τους διαδίκους ζήτημα των προγενέστερων χρεών και αν αυτά μπορούν, κατά τη σύμβαση διαχείρισης, να εξυπηρετηθούν από το διαχειριστικό λογαριασμό έλεγχο της, διαπιστώνοντας ότι οι διάδικοι δεν διέλαβαν στη σύμβαση ειδική ρύθμιση, προχώρησε δια της ερμηνείας διατάξεων της σύμβασης και της πρακτικής που ακολουθούσαν τα μέρη κατά την εκτέλεση της σύμβασης διαχείρισης στην κρίση ότι κατά τη σύμβαση και τα χρέη αυτά εξυπηρετηθούν από το διαχειριστικό λογαριασμό.

Στη συνέχεια, δεχόμενο ότι αποδείχθηκε ότι οι απολήψεις από το διαχειριστικό λογαριασμό έγιναν από την ιδιοκτήτρια για την εξυπηρέτηση προγενέστερων χρεών, που έχουν σχέση με τη λειτουργία του ξενοδοχείου, απέρριψε το σχετικό αίτημα της ενάγουσας διαχειρίστριας για την καταβολή του ανωτέρω ποσού των 2.229.172 ευρώ.

Με το τρόπο αυτό δεν επιλύει τη συγκεκριμένη διαφορά των μερών που απορρέει από τη σύμβαση διαχείρισης, μεταλλάσσοντας αυθαίρετα τους όρους της σύμβασης και δημιουργώντας άλλη σύμβαση με όρους που δεν συνήψαν οι διάδικοι, όπως διατείνεται η ενάγουσα, αλλά διαπιστώνοντας έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού, προχωρεί δια της ερμηνείας των λοιπών διατάξεων της σύμβασης και της πρακτικής που ακολούθησαν τα μέρη για την διευθέτηση του αμφισβητούμενου αυτού ζητήματος, στη συμπλήρωση του κενού προκειμένου να ανευρεθεί το ισχύον νόημα, η βούληση δηλαδή των μερών και επί του επίδικου αυτού ζητήματος.

Κατά τα λοιπά, οι αμφισβητήσεις της ενάγουσας αφορούν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο, που δεν εμπίπτουν στους ακυρωτικούς λόγους. Επομένως πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός λόγος ακύρωσης, σχετικά με την μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τα προγενέστερα χρέη και τις απολήξεις της ιδιοκτήτριας από το διαχειριστικό λογαριασμό.".

2.Εν προκειμένω, ψέγεται η προσβαλλομένη για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και, επικουρικά, 19 του ΚΠολΔ, στις οποίες υπέπεσε με το να απορρίψει:

Α) τον ακυρωτικό λόγο για υπέρβαση της εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου που εξέδωσε την 32/2014 απόφαση. Συνίσταται δε η υπέρβαση αυτή στην απόρριψη κατ' ουσίαν μιας δέσμης καταψηφιστικών αιτημάτων της τότε προσφεύγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αναφορικά με:

α) τη σύμβαση προκαταβολής 7.500.000 ευρώ και την επιρροή της στο Μεικτό Λειτουργικό Κέρδος,

β) τα πλυντήρια και εισπράξεις της ιδιοκτήτριας του ενδίκου ξενοδοχείου (ήδη αναιρεσίβλητης) από τη λειτουργία του τμήματος πλυντηρίων,

γ) το διαχειριστικό λογαριασμό και κεφάλαιο κίνησης και,

δ) τις απολήψεις της ιδιοκτήτριας από το διαχειριστικό λογαριασμό, η οποία (απόρριψη) οφείλεται όχι σε εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής συμβάσεως εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου, η οποία είναι ανέλεγκτη, αλλά σε μετακύλιση μιας υποχρεώσεως από τον έναν συμβαλλόμενο στον άλλον, πράγμα το οποίο, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αλλοιώνει το περιεχόμενο της συμβάσεως.

Στηρίζοντας, όμως, το Εφετείο, την απορριπτική του κρίση στο ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο κινήθηκε εντός των ορίων της εξουσίας, που του χορηγεί η περί διαιτησίας ρήτρα της ένδικης σύμβασης, και δη το άρθρο 22 αυτής, κατά το περιεχόμενο του οποίου, όπως αυτό προκύπτει από την επισκόπηση της επίμαχης διαιτητικής αποφάσεως, "Όλες οι συμφωνίες που πηγάζουν από και/ή συνδέονται με την παρούσα Σύμβαση, οι οποίες δεν μπορούν να διευθετηθούν φιλικά από τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας, θα διευθετηθούν οριστικά από ένα Διαιτητικό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού ΚΠολΔ..." και ότι τα διατυπωθέντα, σχετικά με αυτή την ακυρωτική αιτίαση, παράπονα αφορούσαν την ερμηνεία της ουσιαστικής συμβάσεως, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή την κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, από το διαιτητικό δικαστήριο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 34 § 2, στοιχείο α/γγ', του ν. 2735/1999 απ' ευθείας ή εκ πλαγίου.

Ως εκ τούτου, οι δύο πρώτοι λόγοι, κατά το πρώτο μέρος τους, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του και, ο τέταρτος στο σύνολό του, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, κατά τα ειδικότερα σε καθένα από τους λόγους αυτούς εκτιθέμενα και αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι προεκτεθείσες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

Β) Τον ακυρωτικό λόγο, με τον οποίο προβάλλεται η εκ μέρους του διαιτητικού δικαστηρίου άνιση μεταχείριση των διαδίκων κατά τον προσδιορισμό του Μεικτού Λειτουργικού Κέρδους του έτους 2013, συνισταμένη στο ότι δεν μείωσε αυτό κατά το ποσό των 2.167.708 ευρώ, που αφορούσε τη δόση, κατά τον επίμαχο χρόνο, της από 7.500.000 ευρώ προκαταβολής, την οποία είχε λάβει η ήδη αναιρεσίβλητη, ιδιοκτήτρια του ενδίκου ξενοδοχείου, από την ... (μη διάδικο στην προκειμένη υπόθεση), αλλά το καταλόγισε στα λειτουργικά έξοδα του ξενοδοχείου, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί αυτή (αναιρεσείουσα) ισοπόσως, ενώ επιλεκτικά έκρινε τα αντίθετα για άλλες όμοιες, χαμηλότερες της προαναφερθείσας, υποχρεώσεις της ιδιοκτήτριας.

Με το να απορρίψει, όμως, το Εφετείο, τον προαναφερθέντα ακυρωτικό λόγο, δεχόμενο ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν προέβη σε διακριτική μεταχείριση ομοίων κονδυλίων, αλλά, τηρώντας την αρχή της ισότητας έκρινε, ως προς το κονδύλιο της προκαταβολής, ότι υφίσταται συμβατική υποχρέωση της διαχειρίστριας (ήδη αναιρεσείουσας) για την εξόφληση αυτής (προκαταβολής) από το διαχειριστικό λογαριασμό και ότι δεν ασκεί επιρροή η εξόφληση αυτή στην καταβολή του ελάχιστου εγγυημένου ΜΛΚ, που συμβατικά ανέλαβε η διαχειρίστρια, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία του καταλογίζεται με το δεύτερο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου της (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του) απ' ευθείας παράβασης του άρθρου 18, σε συνδυασμό με άρθρο 34 § 2 στοιχείο β/ββ' του νόμου 2735/1999, που κρίνεται αβάσιμος, αφού η ψεγομένη ως άνιση μεταχείριση δεν εντοπίζεται στο πεδίο της άσκησης των δικονομικών δικαιωμάτων των αντιδικούντων μερών, ως έδει, κατά τις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις, για τη βασιμότητα του σχετικού ακυρωτικού λόγου, αλλά στη διαφορετική έκταση ευόδωσης των εκατέρωθεν αξιώσεών τους, πράγμα το οποίο, πάλι κατά τις ίδιες νομικές σκέψεις, δεν συνεπάγεται καμία ανισότητα.

Και,

Γ) τον ακυρωτικό λόγο της αντίθεσης της διαιτητικής απόφασης προς τη διεθνή δημόσια τάξη, συνιστάμενο στο ότι το διαιτητικό δικαστήριο, επιδικάζοντας, στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.167.708 €, ως έλλειμμα του Μεικτού Λειτουργικού Κέρδους για το έτος 2013, το οποίο αυτή είχε ήδη εισπράξει και, ακόμη, μετακυλύοντας σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) το ποσό των 135.500 €, από τη λειτουργία των πλυντηρίων το έτος 2013, το οποίο είχε εισπραχθεί σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ήδη αναιρεσίβλητης, ιδιοκτήτριας, προσέβαλε:

α) τη θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών, β) τα χρηστά ήθη, καθόσον η εν λόγω επιδίκαση οδηγεί σε ανεπίτρεπτο πλουτισμό της αναιρεσιβλήτου, άλλως επέβαλε υπέρμετρη ποινική ρήτρα εις βάρος της αναιρεσείουσας, μέσω της διπλής επιβάρυνσής της με τ' ανωτέρω ποσά. Με το να δεχθεί, όμως, το Εφετείο ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν παραβίασε τη διεθνή δημόσια τάξη κρίνοντας ότι υπήρχε συμβατική υποχρέωση της διαχειρίστριας (ήδη αναιρεσείουσας - ενάγουσας) να εξοφλεί την προκαταβολή από το διαχειριστικό λογαριασμό, ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) συμβατικά ανέλαβε την υποχρέωση της απόδοσης στην ιδιοκτήτρια (ήδη αναιρεσίβλητη - εναγομένη) ενός ελάχιστου εγγυημένου ΜΛΚ και μάλιστα ανεξάρτητα από το πραγματοποιούμενο ΜΛΚ, ότι στην περίπτωση που το πραγματικό ΜΛΚ πέσει κάτω από το ελάχιστο εγγυημένο ΜΛΚ, αυτή (διαχειρίστρια) θα υποχρεούται εξ ιδίων χρημάτων να καταβάλει το υπόλοιπο στην ιδιοκτήτρια, το οποίο καταχωρείται στα βιβλία της εταιρείας, ως αποζημίωση και, τέλος, ότι το επίδικο ποσό των 133.500 ευρώ, που αφορά τα πλυντήρια, δαπανήθηκε για τις λειτουργικές ανάγκες του ξενοδοχείου, ενώ οι λοιπές αμφισβητήσεις της ενάγουσας αφορούν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο, που δεν εμπίπτουν στους ακυρωτικούς λόγους, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες την, φερόμενη ως παραβιασθείσα, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 β ββ' του Ν. 2735/1999.

Τούτο δε διότι η υπόψη αναιρετική αιτίαση εδράζεται στην ανακριβή προϋπόθεση, ότι το διαιτητικό δικαστήριο επιδίκασε στην ήδη αναιρεσίβλητη αποζημίωση διπλάσια της πραγματικής της ζημίας, πράγμα που, όμως, δεν προκύπτει από την επισκόπηση της διαιτητικής αλλά και της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού κατά τις παραδοχές τους, το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε ότι οι ένδικες υποχρεώσεις της ενάγουσας απέρρεαν, ευθέως, από διαφορετικές, η κάθε μία, συμβατικές προβλέψεις (και δεν είχαν το χαρακτήρα "ποινής" ή αποζημιώσεως).

Πέραν τούτου, ακόμη και στην περίπτωση που η επιδίκαση, από το διαιτητικό δικαστήριο, υπέρ της αναιρεσίβλητης, των επίμαχων χρηματικών ποσών, κατ' εφαρμογή σχετικών συμβατικών όρων, συνεπαγόταν διπλή επιβάρυνση της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, αυτό, κατά τις εκτιθέμενες στην παρ.

ΙΙ Α 1. της παρούσας, είναι ανεκτό από τη δημόσια τάξη, υπό την προδιαληφθείσα έννοια και, επομένως, η σχετική απόφασή του (διαιτητική) δεν θα προσέκρουε σ' αυτή. Συνακόλουθα, οι περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος του και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, αναιρετικοί λόγοι, κρίνονται αβάσιμοι.

3. Αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1970/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, όπως και η πρόσθετη παρέμβαση της ως άνω πτωχής εταιρείας, υπέρ της αναιρεσείουσας συνδίκου της πτώχευσής της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 106, 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Δεν επιβάλλονται, όμως, δικαστικά έξοδα σε βάρος της προσθέτως παρεμβάσας υπέρ της αναιρεσείουσας, αφού η καθ' ης η παρέμβαση - αναιρεσίβλητη δεν υπεβλήθη σε ιδιαίτερα έξοδα και δεν υπέβαλε ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της παρεμβάσεως (ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1171/2012, ΑΠ 573/2006, ΑΠ 863/1999, ΑΠ 901/1996). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

B. Επί της αιτήσεως της εταιρίας "... Α.Ε." Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη, ακύρωσε την ένδικη (με αριθμό 32/2014) διαιτητική απόφαση, ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο, κατόπιν διαμορφώσεως, από τους διαιτητές, των τιμών πώλησης διανυκτερεύσεων του ενδίκου ξενοδοχείου, υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 3.728.270 ευρώ, με τις ακόλουθες παραδοχές: "...Από την επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο επιλήφθηκε επί διαφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 της από 31.8.2011 σύμβασης ξενοδοχειακής διαχείρισης, κατά την οποία η ενάγουσα "Ανώνυμη Εταιρεία ..." (...

ΑΕ) ανέλαβε τη διαχείριση του ξενοδοχείου "..." που βρίσκεται στο ... και ανήκει στην ιδιοκτησία της εναγομένης "... Ανώνυμη Εταιρεία". Επί των θεμάτων που επιλήφθηκε το διαιτητικό δικαστήριο ήταν και αυτό της διαμόρφωσης τιμών πώλησης των διανυκτερεύσεων, μετά από σχετικό αίτημα της εναγομένης ... ΑΕ, με το οποίο ζητούσε να της καταβληθεί η αποθετική ζημία που υπέστη και ανέρχεται, κατά τους υπολογισμούς της, για τη χρήση 2013 στο ποσό των 4.251.393 ευρώ μεικτά και 3.879.861,61 καθαρά, λόγω της παραβίασης εκ μέρους της ενάγουσας της προβλεπόμενης στο άρθρο 7 παρ.1 της σύμβασης υποχρέωσης να διαμορφώνει τις τιμές, διαφυλάττοντας τα συμφέροντα της ιδιοκτήτριας του ξενοδοχείου, κινούμενη εντός του πλαισίου που ορίζουν οι συνθήκες της αγοράς και με αποκλειστικό γνώμονα την επίτευξη του καλύτερου οικονομικού αποτελέσματος.

Στο άρθρο 7 παρ. 1 ορίστηκε, όπως και η διαιτητική απόφαση αναφέρει, ότι "1. τιμές πώλησης: Ο ιδιοκτήτης και ο διαχειριστής συμφωνούν ότι οι τιμές πώλησης για το ξενοδοχείο θα καθορίζονται βάσει των συνθηκών αγοράς διασφαλίζοντας τα συμφέροντα του ιδιοκτήτη και στοχεύοντας στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα πωλήσεων.

Οι τιμές για την τουριστική περίοδο 2012 θα συζητηθούν και θα συμφωνηθούν με τον προϋπολογισμό του έτους 2012. Σε περίπτωση διαφωνίας, ο διαχειριστής θα δικαιούται να καθορίσει τις τιμές σύμφωνα με τις συνθήκες αγοράς. Για τα επόμενα έτη θα καθορίζονται οι τιμές από τον διαχειριστή, με βάση τις τιμές του 2012 αναπροσαρμοζόμενες κατ' ελάχιστον κάθε έτος σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της …..

Τα μέρη θα επανασυζητήσουν το ποσοστό αναπροσαρμογής εφόσον το επιβάλλουν οι συνθήκες αγοράς. Για το συνεδριακό τουρισμό θα ισχύουν διαφορετικές τιμές, οι οποίες θα συμφωνηθούν ξεχωριστά. 2. Προϋπολογισμός: ειδικά για το πρώτο έτος λειτουργίας (2010) ο προϋπολογισμός θα κινείται στα πλαίσια των επιχειρηματικών σχεδίων- που έχει ήδη καταρτίσει ο μάνατζερ με ημερομηνίες 4.6.2011 και 22.6.2011.

Το προσωρινό επιχειρηματικό αυτό σχέδιο του 2012 και των υπολοίπων ετών προσαρτάται στον παρόν ως "Παράρτημα 5" με τη διευκρίνηση ότι το ελάχιστο εγγυημένο μικτό λειτουργικό κέρδος, όπως ορίζεται στο άρθρο 14 παρ.6, είναι δεσμευτικό. Από τις ρυθμίσεις αυτές προκύπτει ότι για το πρώτο έτος λειτουργίας, το 2010, το άρθρο 7 παρ.1 εδ.2 της σύμβασης προβλέπει ότι τα μέρη θα συμφωνήσουν τις τιμές πώλησης του ξενοδοχείου με την κατάρτιση του προϋπολογισμού για το 2010.

Το ίδιο άρθρο στο εδάφιο 3 αυτού προνοεί και για την περίπτωση που θα υπάρξει τυχόν διαφωνία των μερών είτε ως προς τις τιμές πώλησης του ξενοδοχείου είτε γενικώς ως προς τον προϋπολογισμό του 2012, οπότε για την περίπτωση αυτή ρητώς ορίζει ότι η διαχειρίστρια δικαιούται να καθορίζει τις τιμές σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς.

Στο άρθρο 7 παρ.2 της σύμβασης σε συνδυασμό με τα Παραρτήματα 5.1 και 5.2, που έχουν επισυναφθεί στη σύμβαση και υπογράφονται από τους νόμιμους εκπρόσωπους των διαδίκων, ορίζεται το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί είτε η συμφωνία των μερών σε περίπτωση που επιτευχθεί τέτοια συμφωνία κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού 2012 είτε, σε περίπτωση διαφωνίας, η άσκηση του εκχωρηθέντος στη διαχειρίστρια δικαιώματος καθορισμού τιμών με τις συνθήκες της αγοράς.

Στο μεν από 4.6.2011 επιχειρηματικό σχέδιο (Παράρτημα 5.1) ορίζεται ως μέση τιμή ανά διανυκτέρευση ανά πελάτη το ποσό των 72,56 ευρώ, στο δε από 22.6.2011 επιχειρηματικό σχέδιο (Παράρτημα 5.2) ορίζεται ως μέση τιμή το ποσό των 70.36 ευρώ ανά διανυκτέρευση ανά πελάτη. Όπως δε προκύπτει από τη διαιτητική απόφαση, σε εκτέλεση της συμφωνίας του άρθρου 7 παρ.1 εδ.2 της σύμβασης, τα μέρη στις 27.1.2012 συμφώνησαν στον προϋπολογισμό του 2012, μεταξύ άλλων, ότι η μέση τιμή διανυκτέρευσης ατόμου είναι 71,15 ευρώ, ενώ η τιμή αυτή αντιπροσωπεύει τη μέση καθαρή τιμή ανά διανυκτέρευση ανά πελάτη.

Συνεπώς έγινε χρήση της συναινετικής διαδικασίας του προβλέπει το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. 2 της σύμβασης και συμφώνησαν τελικά στη μέση καθαρή τιμή διανυκτέρευσης των 71,15 ευρώ ανά διανυκτέρευση ατόμου. Με βάση δε τη σχέση εντολής που συνδέει τους διαδίκους, η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου εταιρεία συμφώνησε με τη διαχειρίστρια ένα δεσμευτικό πλαίσιο μέσης τιμής ανά διανυκτέρευση ατόμου, που ανέμενε από τη διαχειριστική δραστηριότητα της ενάγουσας διαχειρίστριας, συμφωνία που είναι δεσμευτική και δεν μπορεί να μεταβληθεί η τιμή αυτή χωρίς να γίνεται επίκληση περιστατικών από τα οποία να δικαιολογείται ενδεχομένως είτε η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178, 179, 288, 388 ΑΚ, είτε οι όροι πλάνης, απάτης ή απειλής του εντολέα από τον εντολοδόχο.

Το διαιτητικό δικαστήριο δέχθηκε κατ' αρχήν ότι οι διάδικοι συμφώνησαν στη σύμβαση διαχείρισης ότι το μέσο έσοδο της ιδιοκτήτριας από τις συνολικές πωλήσεις διανυκτερεύσεων του ξενοδοχείου υπό τη διαχείριση της ενάγουσας θα ανέλθει στο ποσό των 71,15 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ και δημοτικά τέλη, ανά άτομο ανά διανυκτέρευση.

Στη συνέχεια, έκρινε με πλειοψηφία ότι με τις τιμές όπως αναφέρονται στον προϋπολογισμό 2012 δίδεται κατεύθυνση στη διαχειρίστρια ως προς το ύψος της τιμής πώλησης που θα συμφωνήσει με τους πράκτορες (εφόσον δεν υπάρξει σχετική συμφωνία με την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου) προκειμένου να επιτευχθεί το προσδοκώμενο ελάχιστο μέσο έσοδο και ότι πάντοτε οι τιμές πώλησης για το ξενοδοχείο θα καθορίζονται με βάση τις συνθήκες της αγοράς, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα της ιδιοκτήτριας και στοχεύοντας στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα πωλήσεων.

Έτσι δέχεται ότι δεν είναι κρίσιμο για το μέσο έσοδο η ανωτέρω τιμή των 71,15 ευρώ ανά διανυκτέρευση ατόμου, αλλά η μέση τιμή πώλησης προς τους πράκτορες, ώστε να κριθεί αν η μέση αυτή τιμή είναι ή όχι σύμφωνη με τα δεδομένα και τις συνθήκες της αγοράς. Δέχεται δε, ακολούθως, ότι υπήρχε συμφωνία των διαδίκων μερών ως προς τη μέση τιμή πώλησης προς τους όλους τους πράκτορες, ότι η συμφωνία αυτή αποτυπώθηκε στον προϋπολογισμό του 2012, που από κοινού συζήτησαν και κατάρτισαν τα μέρη και ότι η μέση τιμή πώλησης προς τους πράκτορες κατά τη συμφωνία των μερών ανέρχεται στο ποσό των 74,05 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ και δημοτικά τέλη ανά άτομο ανά διανυκτέρευση, διευκρινίζοντας ότι η καθαρή τιμή των 74,05 ευρώ είναι η προϋπολογισθείσα μέση ετήσια συμβατική τιμή, δηλαδή η μέση τιμή που έπρεπε να συμφωνηθεί με όλους τους πράκτορες και tour operators, ενώ η αναφερόμενη στην πρώτη σελίδα του προϋπολογισμού καθαρή τιμή των 71,15 ευρώ δεν αποτελεί συμφωνημένη τιμή πώλησης διανυκτέρευσης αλλά το προϋπολογισθέν μέσο έσοδο από τις συνολικές προϋπολογισθείσες 152.766 διανυκτερεύσεις.

Στη συνέχεια, δεν δέχεται καμία εκ των ανωτέρω τιμών, ούτε αυτή των 71,15 ευρώ ούτε αυτή των 74,05 ευρώ, αλλά λαμβάνοντας υπόψη

α) ότι η μεικτή τιμή πώλησης διανυκτερεύσεων του ξενοδοχείου ... προς την ..., το 2012, ήταν 98 ευρώ για τον ενήλικα,

β) ότι η τιμή πώλησης προς τον όμιλο της ... στην ξενοδοχειακή σύμβαση που υπογράφηκε στις 6.10.11 ήταν 82 ευρώ για το 2012 και 88 ευρώ για το 2013,

γ) ότι η μέση τιμή πώλησης προς τρίτους ήταν 116,01 το 2012 και 114,2 το 2013,

δ) ότι η μέση μεικτή τιμή πώλησης προϋπολογίστηκε στο ποσό των 81,7 ευρώ,

ε) ότι οι /διανυκτερεύσεις ενηλίκων είχαν προϋπολογιστεί περίπου στο 72%, ενώ η τιμή πώλησης διανυκτέρευσης ανηλίκου αντιστοιχεί περίπου στο 25% της τιμής πώλησης ενηλίκου,

στ) ότι υπήρξε πρόβλεψη στον προϋπολογισμό για διανυκτερεύσεις φιλοξενίας σε ποσοστό 2% του συνόλου διανυκτερεύσεων,

ζ) τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στο ξενοδοχείο "..." κατά τα έτη 2012 και 2013 και ιδιαίτερα των ελλείψεων αυτού μέχρι και τον Ιούνιο 2012, κρίνει ότι η μέση μεικτή τιμή πώλησης διανυκτέρευσης στην οποία έπρεπε, σύμφωνα με τη σύμβαση, να πωλήσει ο διαχειριστής στην ... ήταν το 2012 το ποσό των 88 ευρώ και το 2013 το ποσό των 90 ευρώ, αφού το ποσό αυτό ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες συνθήκες αγοράς.

Με το τρόπο, όμως, αυτό το διαιτητικό δικαστήριο υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας που του απονέμει η διαιτητική ρήτρα, αφού δεν λαμβάνει υπόψη του τις συμφωνίες των συμβαλλόμενων μερών για τις τιμές πώλησης διανυκτερεύσεων του ξενοδοχείου, που το ίδιο έχει ήδη δεχθεί ότι έχουν συμφωνηθεί και ειδικά την καθαρή τιμή των 74,05 ευρώ, που όπως διευκρινίζει είναι η προϋπολογισθείσα μέση ετήσια συμβατική τιμή, δηλαδή η μέση τιμή που έπρεπε να συμφωνηθεί με όλους τους πράκτορες και tour operators, αποκλείοντας την αναφερόμενη στην πρώτη σελίδα του προϋπολογισμού καθαρή τιμή των 71,15 ευρώ ως μη συμφωνημένη τιμή πώλησης διανυκτέρευσης αλλά ως το προϋπολογισθέν μέσο έσοδο από τις συνολικές προϋπολογισθείσες 152.766 διανυκτερεύσεις.

Έτσι, όμως κινήθηκε εκτός του πλαισίου της διαιτητικής ρήτρας και αντικατέστησε τις συμφωνημένες τιμές με άλλες κατά την κρίση του δίκαιες και ανταποκρινόμενες στις συνθήκες αγοράς, χωρίς καμία σχετική ρητή εξουσιοδότηση από τη διαιτητική ρήτρα και χωρίς να εκτίθενται περιστατικά που να δικαιολογούν τη μεταβολή της τιμής αυτής είτε με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178, 179, 288, 388 ΑΚ, είτε με τους όρους πλάνης, απάτης ή απειλής του εντολέα από τον εντολοδόχο.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της ενάγουσας και να ακυρωθεί μερικώς η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της περί της διαμόρφωσης τιμών διανυκτέρευσης...". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, είναι πρόδηλο ότι παρερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 34 § 2 στοιχείο α/γγ' του νόμου 2735/1999, καθόσον ως υπέρβαση εξουσίας εξέλαβε την εσφαλμένη πρόσληψη της διαχειριστικής συμβάσεως και δη την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. 2 της σύμβασης, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178, 179, 288, 388 του ΑΚ και, τέλος, την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εκ μέρους των διαιτητών και όχι την, τυχόν, παραβίαση από αυτούς των ορίων της διαιτητικής ρήτρας, του προαναφερθέντος άρθρου 22 της ένδικης σύμβασης, με την οποία ουδόλως ασχολήθηκε.

Προκειμένου δε να ακυρώσει την ενώπιόν του προσβληθείσα διαιτητική απόφαση, στην πραγματικότητα, ξαναδίκασε την ουσία της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι οι τιμές διανυκτέρευσης είναι διαφορετικές, από εκείνες, τις οποίες, μετ' ερμηνεία του σχετικού συμβατικού όρου (άρθρου 7), έκριναν οι διαιτητές, ως σύμφωνες με τις συνθήκες της αγοράς.

Σημειουμένου ότι, οι διαιτητές δεν έκριναν τις τιμές ανά διανυκτέρευση, "κατά δίκαιη κρίση", όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει το Εφετείο, αλλά με βάση τις συνθήκες της αγοράς, σύμφωνα με το, προαναφερθέν, άρθρο 7 της διαιτητικής σύμβασης, το οποίο εφάρμοσαν, όπως το ερμήνευσαν, με βάση την εξουσία που είχαν, από το προαναφερθέν άρθρο 22 της ίδιας σύμβασης και την έκταση της διαφωνίας, που ήχθη ενώπιόν τους, με τη σχετική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, αντικείμενο της οποίας ήταν ο καθορισμός των τιμών αυτών και η, εντεύθεν, επιδίκαση αποζημιώσεως, για διαφυγόντα κέρδη των ετών 2012, 2013, λόγω καθορισμού αυτών (τιμών διανυκτέρευσης) από τη διαχειρίστρια του ξενοδοχείου της αναιρεσείουσας, ήδη αναιρεσίβλητη, εκτός τιμών αγοράς.

Επομένως, το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 34 § 2 στοιχείο α/γγ' του νόμου 2735/1999, γι' αυτό και πρέπει, κατά τούτο, να αναιρεθεί, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της ένδικης αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της, παρελκούσης, εντεύθεν, της έρευνας όλων των λοιπών λόγων της αναίρεσης, που καταλαμβάνονται από την αναιρετική του εμβέλεια, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της, με το οποίο ακύρωσε την με αριθμό 32/2014 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού της αιτήματος, που υπέβαλε, με τις εμπρόθεσμες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να επιβληθούν στην ηττηθείσα αναιρεσίβλητη (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα σε βάρος της προσθέτως παρεμβάσας, υπέρ της αναιρεσίβλητης συνδίκου, απορριπτομένης της παρεμβάσεώς της, δεν επιβάλλονται, αφού η καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσείουσα δεν υπεβλήθη σε ιδιαίτερα έξοδα και δεν υπέβαλε ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της παρεμβάσεως.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, λόγω της νίκης της αναιρεσείουσας στην παρούσα δίκη (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αιτήσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Απορρίπτει την από 29.3.2018 αίτηση της Δ. Φ., συνδίκου της πτωχεύσεως της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..." και την πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση της υπό πτώχευση ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...".

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Δέχεται την από 12.9.2017 αίτηση της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"... Α.Ε. και το από 7.5.2018 δικόγραφο των περί αυτής προσθέτων λόγων.

Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση της υπό πτώχευση ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", υπέρ της αναιρεσίβλητης, ως άνω, συνδίκου της πτώχευσης αυτής.

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 1970/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που ακύρωσε την με αριθμό 32/2014 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Και,

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, από τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ. Και,

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ