Legislator Case Law & Legislation
888/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as arguments are substantive denials, not procedural facts under Article 560(5).

Case Number 888/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment that rejected his counterclaim for moral damages. The appellant argued the lower court considered extraneous medical opinions and failed to address a specific defense regarding his insurance coverage. The court ruled these arguments constituted substantive denials of liability rather than procedural facts, rendering the appeal inadmissible under Article 560(5) of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5) and 281 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that arguments alleging the lower court considered extraneous facts or failed to address specific defenses constitute substantive denials of liability and are inadmissible as grounds for cassation.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds Article 560 Civil Procedure substantive denial moral damages counterclaim procedural facts insurance coverage defense

Cited Legislation

AI generated
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 888 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 888/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φυλακτό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.", με διακριτικό τίτλο Κλινική "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ", που εδρεύει στο Πανόραμα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χατζηνικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την ασκηθείσα με τις προτάσεις του ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6360/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5896/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-12-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 5896/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), η οποία διατηρεί ιδιωτική κλινική, με την από 20-12-2011 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης, την οποία απηύθυνε κατά του αναιρεσείοντος (εναγομένου) ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει τα αιτούμενα ποσά ως νοσήλια από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση παροχής ιατρικών υπηρεσιών.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής ο εναγόμενος άσκησε με τις προτάσεις ανταγωγή, ζητώντας να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αναφερόμενη εις βάρος του αδικοπραξία εκείνης, που συνέβη κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του.

Το Ειρηνοδικείο με την υπ' αριθμ. 6360/2014 οριστική του απόφαση απέρριψε ως αόριστη την ανταγωγή, ενώ δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων (εναγόμενος) άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5896/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, το οποίο, αφού εξαφάνισε κατά το εκκαλούμενο μέρος την ως άνω οριστική απόφαση, έκρινε την ανταγωγή ορισμένη πλην ουσία αβάσιμη, ενώ όσον αφορά την αγωγή απέρριψε ως αόριστα δύο επιμέρους κονδύλια αυτής και έκρινε αυτήν βάσιμη κατά το υπόλοιπο μέρος, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη το ανάλογο χρηματικό ποσό.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος-εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. 2.

Κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (άρθρα 117,118 ΚΠολ.Δ.), πρέπει να περιέχει επί πλέον: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, η μεν ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που κατά νόμο θεμελιώνουν την ασκούμενη αξίωση, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., σε συνδυασμό προς τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, μη διαλαμβανόμενο στην ιστορική βάση της αγωγής, η δε η νομική αοριστία της, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από τα άρθρα 559 αριθμ. 1 και 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1949/2013). Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως η περ. αυτή προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Επίσης, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβιάσεως από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έκρινε ως ορισμένη την εναντίον του αγωγή, αν και δεν αναφέρονται σ' αυτήν ορισμένα προσδιοριστικά στοιχεία της μεταξύ τους συμβάσεως.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται να πληγεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επειδή δεν κήρυξε απαράδεκτο της αγωγής λόγω ποσοτικής αοριστίας, είναι απορριπτέος, εφόσον μεταξύ των λόγων για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται λόγος αντίστοιχος με εκείνον του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλεται η απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία, επειδή δεν επεξηγεί πώς, αν και κρίνει απορριπτέα ως αόριστα, από το σύνολο των αγωγικών κονδυλίων, εκείνα που αφορούν έξοδα χειρουργείου και ναρκώσεως (920+70 €), αθροίζοντας τα υπόλοιπα κονδύλια, ενώ θα έπρεπε να επιδικάσει 3.988,08 €, επιδικάζει τελικά ποσό 4.707,52 €, κρίνεται ως αλυσιτελής, εφόσον και αν ακόμη αφαιρούνταν το ποσό των 70 €, στο οποίο επικεντρώνει την αντίρρησή του ο αναιρεσείων, το τελικό ποσό δεν μπορεί να είναι αυτό που ισχυρίζεται εκείνος, δηλ. 3.988,08 €. 3.

Το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασής του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα: "Στις 11.8.2011 ο εναγόμενος-αντενάγων και ήδη αναιρεσείων Γ. Π. επισκέφθηκε την κλινική "Άγιος Λουκάς" στο Πανόραμα ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας - αντεναγομένης, προκειμένου να υποβληθεί σε εξετάσεις σχετικά με πάθηση πνευμοθώρακα.

Απευθύνθηκε αρχικώς σε γνωστό του ιατρό τον παθολόγο Γ.Κ. ο οποίος παρείχε τις ιατρικές του υπηρεσίες σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο - ιατρείο που του παρείχε η ενάγουσα, και μετά την εξέταση αυτού και τον πρώτο ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος έπασχε από αυτόματο πνευμοθώρακα, που έχρηζε άμεσης χειρουργικής επέμβασης.

Ο ιατρικός φάκελος του εναγομένου βρισκόταν στη Γενική Κλινική …., όπου στο παρελθόν είχε χειρουργηθεί για σχετική πάθηση, εντούτοις πείσθηκε από τον οικείο του ότι η κλινική "Άγιος Λουκάς" παρείχε τα εχέγγυα αποτελεσματικής και άμεσης αντιμετώπισης του ιατρικού του προβλήματος, αφ' ης στιγμής είχε ικανούς ιατρούς συνεργάτες.

Οδηγήθηκε στον θωρακοχειρουργό Κ. Τ., προκειμένου να εξεταστεί εκ νέου, ο δε ιατρός αυτός τελούσε σε σχέση προστήσεως με την ενάγουσα εταιρία, αφού παρέχονται εκ μέρους της γενικές μεν κατευθυντήριες οδηγίες ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου στις εγκαταστάσεις της ιδίας, υπάρχει δε προφανής συνεργασία, καθότι ο ιατρός διαθέτει δικό του χώρο εξέτασης ασθενών, με την όνομα και την ειδικότητά του σε εμφανή σημεία (στοιχεία επί της θύρας, κάρτες γνωριμίας, στοιχεία τηλεφωνικής επαφής), οι όποιες δε αρνήσεις της ενάγουσας είναι αδιαμφισβήτητα αβάσιμες και απορριπτέες, διότι κανείς ιατρός που δε διαθέτει σχέση οικονομικής συνεργασίας με την ενάγουσα δε θα ηδύνατο να εισέλθει άνευ ανταλλάγματος με την παρέχουσα τις ιατρικές εγκαταστάσεις κλινική και να ασκεί το ιατρικό επάγγελμα στο χώρο της, εκ της οποίας σχέσης πασιφανώς ωφελείται η κλινική από την φήμη της δραστηριότητας του ιατρού στις εγκαταστάσεις της, ενώ ο ιατρός καρπώνεται τη χρήση και διάθεση των χειρουργείων και εγκαταστάσεων της κλινικής.

Εν τέλει, στην προκειμένη περίπτωση η διάγνωση του εναγομένου αναφέρει ότι έπασχε από δευτεροπαθή πνευμοθώρακα δεξιού ημιθωρακίου. Ακολούθησε άτυπη τμηματεκτομή δεξιού πνεύμονα - πλευροδεσία με πλευρεκτομή, και τοποθετήθηκε μηχάνημα απορρόφησης (συσκευή Bulau). Ο ιατρός που πραγματοποίησε την επέμβαση του συνέστηκε να κινείται, ώστε να εξέρχονται τα υγρά με τη βοήθεια του μηχανήματος.

Η αρχική πρόβλεψη ήταν να παραμείνει για νοσηλεία για σύντομο διάστημα, όχι μεγαλύτερο των τριών ημερών. Εντούτοις απαιτήθηκε να πραγματοποιηθεί και δεύτερη επέμβαση όμοια με την πρώτη. Συνολικά ο εναγόμενος νοσηλεύτηκε επί 16 ημέρες και εξήλθε στις 27.8.2011. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ζήτησε κατ' επανάληψη να εξεταστεί από ιατρό πνευμονολόγο, πλην όμως δε διαθέτει, παρά τη σχετική εμπειρία του από το παρελθόν των παθήσεών του, ικανές ιατρικές γνώσεις ώστε να γνωρίζει εάν και ποια ειδικότητα θα του παρείχε επαρκή διάγνωση στο περιστατικό και άμεση αποκατάσταση του προβλήματος και θεραπεία.

Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι ο θεράπων ιατρός Κ. Τ. δεν ενήργησε κατά τις πλέον σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους, κατάλληλες για την αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς, η οποία ουδόλως κινδύνευσε και είχε την απαραίτητη μέριμνα και φροντίδα από το ιατρικό προσωπικό της κλινικής. Το γεγονός ότι απαιτήθηκε και δεύτερη επέμβαση και περαιτέρω παραμονή του για νοσηλεία δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ιατρικής μεθόδου αντιμετώπισης της πάθησης του εναγομένου ή ότι τούτη οφείλεται σε ελαττωματική χρήση του μηχανήματος απορρόφησης, θέση που μόνον ο εναγόμενος πρεσβεύει.

Ως εκ τούτου δεν αποτελούν βλάβες της σωματικής ακεραιότητας του εναγομένου η παρατεταμένη διασωλήνωση, που ήταν ενδεδειγμένη και αναγκαία, όπως και η περαιτέρω επέμβαση και νοσηλεία του στην κλινική της ενάγουσας, οι οποίες δεν προέκυψε ότι οφείλονται σε παράλειψη του θεράποντος ιατρού να επέμβει άμεσα και να αποτρέψει άλλον κίνδυνο της ζωής του, καθότι ο εναγόμενος παρακολουθείτο και από τους υπόλοιπους γιατρούς της κλινικής σε καθημερινή βάση, όπως συνομολογεί ο αντενάγων, τη δε τυχόν ελαττωματικότητα του μηχανήματος θα την είχαν αντιληφθεί οι νοσοκόμες και οι εφημερεύοντες ιατροί, αφού ο ίδιος ο ασθενής ισχυρίζεται ότι διαμαρτυρόταν για την καθυστέρηση του εξιτηρίου του.

Συνεπώς η υπό κρίση ανταγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά τα λοιπά κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, η οποία ως προαναφέρθηκε διήρκεσε δεκαέξι ημέρες, ο εναγόμενος διέμεινε σε δωμάτιο θέσης (κατηγορίας) ΒΑ, του οποίου η αξία ανέρχεται σε 168,14 ευρώ ημερησίως και συνολικά 2.690,24 ευρώ, πραγματοποιήθηκαν γι αυτόν έντεκα (11) ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις θώρακος από το ακτινολογικό εργαστήριο της κλινικής της ενάγουσας αξίας 17,70 ευρώ εκάστη και συνολικά αξίας 194,70 ευρώ, ένας υπέρηχος M-MOD 2D ΠΑ.ΑΠΛ αξίας 57,52 ευρώ, εβδομήντα επτά (77) συνολικά μικροβιολογικές εξετάσεις του εργαστηρίου της κλινικής συνολικής αξίας 456,55 ευρώ, μία αξονική θώρακος αξίας 101,77 ευρώ, και χρησιμοποιήθηκαν ογδόντα τέσσερις (84) πλήρεις συσκευασίες φαρμακευτικών σκευασμάτων, συνολικής αξίας 636,17 ευρώ, καθώς και 206,088 νοσηλευτικά υλικά μίας χρήσεως, συνολικής αξίας 97,75 ευρώ, άπαντα συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 13%.

Ως προς τις παραπάνω παρασχεθείσες υπηρεσίες και υλικά εκδόθηκε η υπ'αριθ. ….730.8.2011 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ενάγουσας, συνολικής αξίας 5.627,52 ευρώ, πλην όμως τούτη περιλαμβάνει και ποσό 920,00 ευρώ περί εξόδων χειρουργείου και ναρκώσεως, που έχουν ήδη προαπορριφθεί. Ο εναγόμενος από την ημέρα που έλαβε εξιτήριο από την κλινική "Άγιος Λουκάς" αρνείται να καταβάλει το αντίτιμο των ως άνω παρασχεθεισών υπηρεσιών, καίτοι κατά την ημέρα εισαγωγής του στις 11.8.2011 υπέγραψε δήλωση με την οποία του διευκρινίστηκε ότι το Ασφαλιστικό του Ταμείο (ΕΤΑΑ-ΤΥΔΘ), ως δικηγόρου ..., δε θα καλύψει τις οικονομικές επιβαρύνσεις που τυχόν θα προκύψουν από τη νοσηλεία του, οι οποίες θα καταβληθούν από τον ασφαλισμένο και θα δύναται να τις διεκδικήσει ο ίδιος από το ασφαλιστικό του ταμείο.

Ο εναγόμενος, έμπειρος δικηγόρος και υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ασφαλώς γνώριζε τη σημασία και τις νομικές συνέπειες της δήλωσης αυτής, όπου δεν προσέθεσε κάποια επιφύλαξη, η οποία άλλωστε είναι σύμφωνα με την από 21.7.2011 ανακοίνωση του ΕΤΑΑ-ΤΥΔΘ, σύμφωνα με την οποία ως προς τις μη συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές, όπως και η κλινική της ενάγουσας, ο ασφαλισμένος πρέπει να προσκομίσει στον ΤΥΔΘ την αναγγελία εισαγωγής του στην κλινική την πρώτη εργάσιμη ημέρα από της εισαγωγής του, άλλως δεν αναγνωρίζεται από το ταμείο η δαπάνη νοσηλείας, η οποία σε κάθε περίπτωση καλύπτεται εξ ιδίων από τον ασφαλισμένο στην κλινική, και η εκκαθάριση και απόδοση των δαπανών αυτών θα γινόταν από το ταμείο σύμφωνα με το κρατικό τιμολόγιο σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Υγειονομικού Κανονισμού.

Η τυχόν άγνοια στις παραπάνω ανακοινώσεις του ασφαλιστικού ταμείου εκ μέρους του ενάγοντος ασφαλώς και δεν επιδρά ούτε στην παθητική νομιμοποίηση της ένδικης αγωγής ούτε και στις υποχρεώσεις του ιδίου, που απορρέουν από την άτυπη αυτή σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Ο εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία το συνολικό ποσό των 4.707,52 ευρώ για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και φαρμακευτικό υλικό κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, ακολούθως δε είχε δικαίωμα, αφού εξοφλήσει τα οφειλόμενα εκ της νοσηλείας του να αναζητήσει από το Ταμείο του την αναλογία που κατά περίπτωση προβλέπει ο νόμος και ο υγειονομικός κανονισμός, και υπό τις προϋποθέσεις που το Ταμείο έχει καταστήσει γνωστές στους ασφαλισμένους του".

Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, απέρριψε μεν ως αβάσιμη την διώκουσα την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης λόγω αδικοπραξίας ανταγωγή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε δε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει το ως άνω αναφερόμενο ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κρίνοντας, έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του εάν η αντιμετώπιση του επίδικου ιατρικού περιστατικού έγινε σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης ή αν υπήρξε παράβαση αυτών, καθώς και ποιος ήταν ο λόγος που απαιτήθηκε να πραγματοποιηθεί η δεύτερη χειρουργική επέμβαση, πράγμα που είχε ως συνέπεια την παράταση του χρόνου νοσηλείας του αναιρεσείοντος, συνολικά επί 16 ημέρες, ενώ είχε προβλεφθεί ο χρόνος αυτός να είναι ολίγων ημερών, οι οποίες αιτιολογίες στηρίζουν το πόρισμά του, το οποίο επίσης είναι σαφές.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το οικείο σκέλος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Ο ίδιος λόγος κατά το έτερο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες των άρθρων 336 και 339 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι επίσης απορριπτέος, καθόσον οι κανόνες αυτοί είναι δικονομικοί και συνεπώς από την παραβίαση αυτών δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το τελευταίο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο το λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παρεπονείτο για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί του ότι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη κατ' άρθρο 372 ΑΚ, καθώς κατά τον ισχυρισμό του ο καθορισμός της παροχής είχε ανατεθεί στην απόλυτη κρίση της, είναι επίσης απορριπτέος, δεδομένου ότι η εσφαλμένη κήρυξη απαραδέκτου δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. 4.

Επειδή ως πράγματα προταθέντα από τους διαδίκους, που η παράλειψή τους να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική τους βάση και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, αποκρουόμενη με την παραδοχή των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Εξάλλου για την νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσεως, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επιδίκου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρεώσεως. Ποία πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο, που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της παθητικής του νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ (ΑΠ 1959/2007). Επίσης για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει ο ισχυρισμός που τον θεμελιώνει να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως η παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο (ΑΠ 1698/2008).

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η διώκουσα την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης ανταγωγή του, με την αιτίαση ότι το ως εφετείο δικάσαν δικαστήριο για την απόρριψη αυτής έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ήτοι ότι αυτός δεν διέθετε ικανές ιατρικές γνώσεις ώστε να γνωρίζει ποια ιατρική ειδικότητα θα παρείχε επαρκή διάγνωση του περιστατικού του ή ότι ο ιατρός Κ.Τ.

ενήργησε κατά τις πλέον σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους κλπ. Επίσης ότι δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα ένσταση, βάλλουσα κατά την παθητικής του νομιμοποιήσεως στην εναντίον του αγωγή, ότι μόνο νομιμοποιούμενο παθητικά είναι το ασφαλιστικό του ταμείο ΕΤΑΑ. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν, κατά τα προεκτιθέμενα, "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση τόσο κατά της αγωγής όσο και κατά της ανταγωγής.

Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, που προβάλλεται με τον ίδιο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του, κατά τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα με λόγο εφέσεως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, καθόσον ο αναιρεσείων, επικαλούμενος επί λέξει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη "καταχρηστικά αξιώνει να της καταβάλω ποσά πέραν των όσων δικαιούται σύμφωνα με το κρατικό τιμολόγιο και πέραν των όσων θα κατάβαλε το ασφαλιστικό μου ταμείο σε συμβεβλημένη κλινική", όπως άλλωστε από την επισκόπηση του οικείου δικογράφου εφέσεως προκύπτει, δεν προέβαλε με ορισμένο και παραδεκτό τρόπο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε ισχυρισμό απαράδεκτο. 5.

Τέλος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το δικαστήριο δεν διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του επαρκή αιτιολογία, ως προς το ζήτημα του εάν η αναιρεσίβλητη είχε καταρτίσει προηγουμένως σύμβαση με το Ταμείο προνοίας δικηγόρων, το οποίο και μόνο θα νομιμοποιούνταν παθητικά στην άσκηση αγωγής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, όπως ελέχθη ανωτέρω, ώστε σε περίπτωση ελλείψεως ή ελλιπούς αιτιολογήσεώς του να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατ' άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2016 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5896/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ