Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling awarding night work and holiday pay to temporary contract workers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Athens's appeal against a lower court judgment awarding specific benefits to temporary contract workers. The workers argued they were entitled to night work, Sunday/holiday pay, and Christmas/Easter bonuses despite their temporary status, while the Municipality contended they were not formally appointed to permanent positions. The court ruled that the substantive law grants these specific benefits to anyone providing dependent labor, regardless of formal appointment status, thereby rejecting the Municipality's procedural and substantive arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 1082/1980; Article 1 of the 19040/1981 Circular; Article 1 of Law 539/1945; Article 3, Paragraph 16 of Law 4504/1966; Article 26 of Law 3463/2006: The court established that temporary contract workers providing dependent labor are entitled to specific periodic benefits such as night work pay, Sunday/holiday bonuses, and Christmas/Easter gifts, irrespective of their formal appointment status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 888 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 888/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Δήμου Αθηναίων που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Ε. Μ. του Ν. και 2)Ι. Δ. του Δ., και 3)Κ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2008 (με αρ. κατ. .../23-12-2008) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 996/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3536/2013 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων Δήμος με την από 3-4-2014 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 332/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους καλούντες και απέρριψε ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 7/12/2015 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 30-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι 1) Χ. Γ. του Μ., 2) Α. Κ. του Γ., 3) Π. Λ. του Β., 4) Α. Τ. του Θ., 5) Π. Μ. του Σ., 6) Α. Φ. του Σ., 7) Κ. Ρ. του Γ., 8) Α. Φ. του Α., 9) Ε. Μ. του Ν., 10) Ε. Κ. του Δ., 11) Α. Τ. του Ι., 12) Π. Σ. του Δ., 13) Ι. Δ. του Δ., 14) Ε. Δ. του Δ. και 15) Κ. Γ. του Δ. με την από 23.12.2008 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι την κατάρτιση αλλεπάλληλων συμβάσεων μαθητείας, οι οποίες εξ αρχής υπέκρυπταν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών συνισταμένων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ΟΤΑ (όπως και η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ΕΕΤΑΑ, έναντι της οποίας έχει απορριφθεί η αγωγή), ως εργοδότης, να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τις διαφορές αποδοχών που αναφέρονται στην αγωγή, για παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες, για αποζημίωση μη χορηγηθείσας άδειας και επιδόματα εορτών και άδειας και, τέλος, για τα λοιπά επιδόματα που καταβάλλονται στους εργαζόμενους των ΟΤΑ, κυρίως μεν σύμφωνα με τις συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις, που ίσχυσαν για τον κλάδο τους (ΠΟΕ/ΟΤΑ) κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, επικουρικώς δε σύμφωνα με τους όρους των εθνικών γενικών ΣΣΕ που ίσχυσαν αντιστοίχως.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 996/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι ως άνω ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 3536/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με αυτήν, η έφεση έγινε δεκτή, η τότε εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίσθηκε και η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, μόνο ως προς τον εναγόμενο ΟΤΑ, κατά την επικουρική βάση αυτής και μόνο ως προς το μη υποκύψαν σε παραγραφή μέρος των αξιώσεων των εναγόντων. Κατά της ως άνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο εναγόμενος ΟΤΑ άσκησε την υπό κρίση, από 3-4-2014 (ημερομηνία καταθέσεως) αίτηση αναιρέσεως.
Συζητήσεως γενομένης επί της παραπάνω αιτήσεως αναιρέσεως κατά την 13.01.2015, εκδόθηκε η 332/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία: α) διατάχθηκε ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τους μη εμφανισθέντες 9η (Ε. Μ.), 13ο (Ι. Δ.) και 15ο (Κ. Γ.) από τους αναιρεσίβλητους, β) ως προς αυτούς κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επειδή δεν έλαβαν με νόμιμο τόπο μέρος στη συζήτηση και επειδή δεν αποδεικνυόταν παροχή πληρεξουσιότητας εκ μέρους αυτών προς το δικηγόρο που κίνησε τη διαδικασία επίσπευσης για λογαριασμό των λοιπών από τους αναιρεσίβλητους, ούτε και κλήτευση αυτών.
Και γ) απορρίφθηκε ως προς τους λοιπούς διαδίκους η αίτηση περί αναιρέσεως της 3536/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κατόπιν αυτών, η ένδικη υπόθεση εισάγεται για συζήτηση μόνο ως προς τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους Ε. Μ., Ι. Δ. και Κ. Γ. με την από 07.12.2015 κλήση αυτών και αφού εν των μεταξύ παρασχέθηκε η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα αυτών προς τον δικηγόρο αυτών Αντώνιο Ρουπακιώτη.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998 "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε ΑΕΙ - ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων.
Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ.1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ.8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου" (παρ.15 εδ.
α' και β'). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ, εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ' ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ' ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν το συμφωνημένο μισθό. Συνήθως, εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα κατά την εκπλήρωση της σύμβασης και που εποπτεύει την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελεί η προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου.
Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε ή ασκούνται από πλείονα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό το εάν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή εάν εργοδότης είναι μόνον ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 805/2011 ΤΝΠ Νόμος).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτους, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στη προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι με την ΥΑ 34100/1999 (ΦΕΚ Β' 2131), που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 γνώμη του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπόμενων στο άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από άνεργους απόφοιτους λυκείου, ηλικίας 25 ως 64 ετών, στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, διάρκειας 24 μηνών.
Ότι το Πρόγραμμα προέβλεπε δύο φάσεις, την πρώτη, διάρκειας 11 μηνών, με αντικείμενο τη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση των συμμετεχόντων και την τοποθέτησή τους σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με χρηματοδότηση από τον ΟΑΕΔ και τη δεύτερη, διάρκειας 13 μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των συμμετεχόντων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, με χρηματοδότηση από το Υπουργείο Εσωτερικών (ΥΠΕΣΔΔΑ).
Δικαιούχοι του Προγράμματος ήταν πρωτοβάθμιοι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). Ότι στο πλαίσιο της ως άνω υπουργικής απόφασης καταρτίσθηκαν οι προβλεπόμενες απ' αυτήν προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και της εναγόμενης (ως προς την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ήδη αναιρεσίβλητης) Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) για την πραγματοποίηση του Προγράμματος και εκπονήθηκε από τους εν λόγω φορείς το κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής αυτού.
Ότι, στη συνέχεια, αφού έγινε η επιλογή των 145 δικαιούχων ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) Δήμος Αθηναίων και των συμμετεχόντων ανέργων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι παραπάνω ενάγοντες ..... καταρτίσθηκαν, στο πλαίσιο του Προγράμματος, μεταξύ αφ' ενός της ΕΕΤΑΑ και του Δήμου Αθηναίων και αφ' ετέρου των εναγόντων οι από 8-3-2001 συμβάσεις συνεργασίας με διάρκεια 11 μήνες.
Ότι, σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, οι ενάγοντες, ως ασκούμενοι φύλακες, ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν επιμορφωτικό σεμινάριο για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και, προκειμένου να αποκτήσουν αντίστοιχη εργασιακή εμπειρία, να απασχοληθούν σε καθημερινή βάση, με τρεις βάρδιες εργασίας, στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων στα οποία θα τοποθετούσε τον καθένα από αυτούς ο εναγόμενος ΟΤΑ.
Ότι, αντίστοιχα, ο Δήμος Αθηναίων ανέλαβε την υποχρέωση να κατανείμει τους ενάγοντες στα σχολικά κτίρια που έπρεπε να επιλέξει, να προμηθευθεί και διαθέσει σ' αυτούς τον απαραίτητο εξοπλισμό, να διενεργεί τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας αυτών κατά τις ημέρες και ώρες της βάρδιας ενός εκάστου, να διατηρεί τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων για τον έλεγχο της συνεργασίας με τους ασκούμενους φύλακες και την επίλυση τυχόν προβλημάτων, να αποστέλλει στην ΕΕΤΑΑ πίνακες με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και με το χρόνο της πραγματικής απασχόλησης αυτών, να συγκεντρώνει τα ημερήσια δελτία συμβάντων και παρουσιών, να συμπληρώνει, με βάση τα δελτία αυτά, το μηνιαίο δελτίο παρουσίας των ασκουμένων, προς πιστοποίηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους και καταβολή της μηνιαίας αποζημίωσης αυτών από την ΕΕΤΑΑ και, τέλος, να εποπτεύει την εν γένει οργάνωση και εφαρμογή του Προγράμματος εντός της εδαφικής του αρμοδιότητας.
Ότι, παράλληλα, η ΕΕΤΑΑ ανέλαβε την οικονομική διαχείριση του Προγράμματος και περιορίσθηκε στο να καταβάλλει σε κάθε ασκούμενο φύλακα την ορισθείσα αποζημίωση για τη συμμετοχή του σ' αυτό. Ότι οι συμβάσεις αυτές, μετά τη λήξη τους, ανανεώθηκαν με παρόμοια συμφωνητικά συνεργασίας κατά τις ημερομηνίες 8-2- 2002, 1-7-2002, 17-7-2003, 4-4-2004, 2-8-2004, 28-4-2005, 12-7-2005, 27- 10-2005, 16-1-2006, 19-4-2006 και 13-7-2006, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων στην περιοχή του Δήμου Αθηναίων.
Ότι, τελικώς, κατ' εφαρμογή της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και σε εκτέλεση της 6/2005 αποφάσεως της ολομέλειας του ΑΣΕΠ, οι ενάγοντες εντάχθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου της υπηρεσίας του Δήμου Αθηναίων, με συμβάσεις αορίστου χρόνου, διότι κρίθηκε ότι παρείχαν εξαρτημένη εργασία και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση την ιδιότητα του εργοδότη των εναγόντων είχε αποκτήσει ο εναγόμενος Δήμος Αθηναίων, ο οποίος, ως υπεύθυνος για τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων που βρίσκονται μέσα στην περιοχή του, ήταν το πρόσωπο που αποδεχόταν την προσφορά των υπηρεσιών των εναγόντων και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επ' αυτών.
Και ότι, αντίθετα, η εναγομένη ΕΕΤΑΑ, η οποία διαχειριζόταν απλώς τις πιστώσεις, που σύμφωνα με το Πρόγραμμα διατίθεντο από τον ΟΑΕΔ και το Υ- ΠΕΣΔΔΑ για την πληρωμή των εναγόντων (όπως και των υπολοίπων, περίπου 3.300 ανέργων που συμμετείχαν στο Πρόγραμμα), δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα αυτή, αφού ούτε ωφέλεια από την εργασία τους είχε ούτε έλεγχο επ' αυτών ασκούσε.
Με τα όσα δέχθηκε και έκρινε, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, καθώς και εκείνες του άρθρου 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/ 1998, που προαναφέρθηκαν, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η ΥΑ 34100/1999 και λειτούργησε το Πρόγραμμα (ΑΠ 677/2012, ΑΠ 805/2011). Και δεν παραβίασε ούτε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, διότι με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες παρείχαν εξαρτημένη εργασία δεν ερμήνευσε τους όρους των μεταξύ αυτών και του εναγομένου ΟΤΑ συμβάσεων, αλλά προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών σύμφωνα με τις ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές του.
Επομένως, ο πέμπτος και ο έκτος (ως προς το β' μέρος του) από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
3. Κατά το άρθρο 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρίσιμου εδώ χρόνου), "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιοσδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρο 250 αρ.6 και 17 ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος (η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι [πολίτες ή] δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ των ΟΤΑ επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 περ. α' και β' του ίδιου νόμου, η παραγραφή διακόπτεται "Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" και "Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση [...] της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. [...]". Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπ' όψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση και πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.2), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής, ουσιώδη πραγματικά περιστατικά επί του ζητήματος της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων: Ότι οι αξιώσεις των ως άνω εναγόντων (τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων) ανάγονται στο χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της σύμβασης ενός εκάστου (8-3-2001) μέχρι την ημερομηνία ένταξης αυτών σε προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου της υπηρεσίας του εναγομένου (τότε εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος) Δήμου Αθηναίων (30-11-2006).
Ότι ο εναγόμενος είχε προτείνει παραδεκτώς, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρισμό παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων. Ότι οι ενάγοντες, απαντώντας στην ένσταση παραγραφής, είχαν προτείνει παραδεκτώς, επίσης, ισχυρισμό διακοπής αυτής. Ότι, ειδικότερα, για την ικανοποίηση των ενδίκων αξιώσεων οι ενάγοντες είχαν υποβάλει προς την αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου τις από 22-12-2006 αιτήσεις τους.
Ότι με τις αιτήσεις αυτές διακόπηκε, πράγματι, η παραγραφή, αλλά ξανάρχισε την 9-1-2007, όταν ο εναγόμενος απάντησε επ' αυτών. Ότι έκτοτε (10-1-2007) έτρεξε εκ νέου, εξ αρχής, ο χρόνος της παραγραφής, αλλά και πάλι διακόπηκε πριν από τη συμπλήρωση διετίας, με την επίδοση της ένδικης αγωγής, που επήλθε την 30-12-2008. Κατόπιν αυτών, το εφετείο έκρινε ότι όσες από τις ένδικες αξιώσεις είχαν γεννηθεί μέχρι την 22-12-2004 (ήτοι δύο χρόνια πριν από την υποβολή των αιτήσεων προς την αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου) είχαν υποκύψει στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995.
Γι' αυτό και προχώρησε στην κατ' ουσία διερεύνηση μόνο των μεταγενέστερων. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός εφάρμοσε προσηκόντως τις περί παραγραφής διατάξεις που αναφέρθηκαν και αφ' ετέρου ουδόλως έλαβε υπ' όψη πράγμα που δεν είχε προταθεί από τους ενάγοντες. Διότι, όπως καταφάσκεται από τον αναιρεσείοντα και προκύπτει, άλλωστε, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο προς απόκρουση της ενστάσεως παραγραφής ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων (αντένσταση) συνίστατο στο ότι ο χρόνος αυτής είχε διακοπεί με την υποβολή των από 22-12-2006 αιτήσεων προς την υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων, περί ικανοποιήσεως των ενδίκων αξιώσεων.
Οπότε, ο προσδιορισμός του χρονικού σημείου επανεκκίνησης του χρόνου παραγραφής, το οποίο κατά νόμο τοποθετείται έξι μήνες μετά τη διακοπή, εκτός εάν η αρμόδια υπηρεσία ήθελε απαντήσει νωρίτερα, δεν είχε αυτοτέλεια σε σχέση με την αντένσταση των αναιρεσιβλήτων, αλλά αποτελούσε πραγματικό γεγονός που συνδεόταν με την περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της ενστάσεως παραγραφής του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 (και, σιωπηρώς, αρ.8) ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, με τον ισχυρισμό ότι η κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις δεν μπορούσε να έχει αναδρομικές συνέπειες ως προς την καταβολή προς αυτούς δεδουλευμένων αποδοχών.
Παρομοίως, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, με τον ισχυρισμό ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων δεν έβρισκαν έρεισμα στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέλος, με τον έκτο από τους λόγους της αιτήσεως (ως προς το α' μέρος του) ο αναιρεσείων επαναλαμβάνει ό,τι και στο δεύτερο λόγο.
Παρατηρείται, όμως, ότι εν προκειμένω το δικαστήριο της ουσίας, μετά την παραδοχή α) ότι οι αναιρεσίβλητοι πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία ακόμη και πριν ενταχθούν, με απόφαση του ΑΣΕΠ, σε προσωποπαγείς οργανικές Θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου της υπηρεσίας του αναιρεσείοντος και β) ότι οι ένδικες αξιώσεις είχαν υποπέσει σε παραγραφή καθ' ό μέρος είχαν γεννηθεί πριν από την 22-12-2004, μετά ταύτα έκρινε ότι αυτοί δικαιούνται αποδοχές για νυκτερινή εργασία, για εργασία σε ημέρα Κυριακής ή αργίας, για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, για επιδόματα αδείας και για αποζημίωση αδείας (χωρίς προσαύξηση) ευθέως εκ του νόμου (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι ακόμη προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 260/ 2012).
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και ελέγχονται ως αβάσιμοι.
5. Με τον τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει και πάλι παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, με τον ισχυρισμό ότι, ειδικότερα, ο τελευταίος από τους αναιρεσίβλητους (Κ. Γ.) ουδέποτε κατατάχθηκε σε προσωποπαγή οργανική θέση της υπηρεσίας του, διότι είχε συνταξιοδοτηθεί πριν από την έκδοση της απόφασης του ΑΣΕΠ, με την οποία κατατάχθηκαν οι υπόλοιποι από αυτούς. Και, επί πλέον, παραπονείται για το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη τα έγγραφα, από τα οποία αποδεικνυόταν το περιστατικό αυτό. Παρατηρείται, όμως, ότι ο εξεταζόμενος λόγος είναι αλυσιτελής, διότι άσχετα προς το αν ο εν λόγω αναιρεσίβλητος πρόλαβε ή όχι να καταταγεί σε προσωποπαγή θέση, κατά το προηγηθέν χρονικό διάστημα και στην έκταση που εντός αυτού πρόσφερε, πράγματι, εργασία στην υπηρεσία του αναιρεσείοντος (δεν αμφισβητείται η παροχή της εργασίας, αλλά μόνο η κατάταξη), με δεδομένο το ότι η παρασχεθείσα εργασία ήταν εξαρτημένη, ο αναιρεσίβλητος δικαιούταν τις εποδικασθείσες παροχές. Επομένως, και αυτός λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 11 περ.γ ΚΠολΔ, ελέγχεται ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα κατά νόμο (άρθρο 281 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων") μειωμένα δικαστικά έξοδα των παραστάντων από τους αναιρεσίβλητους, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως προς τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους Ε. Μ., Ι. Δ. και Κ. Γ. την από 3-4-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 3536/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εννιακοσίων (900) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ