Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding evidence admissibility and reasoning adequacy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court improperly considered documents without specific citation, violating procedural rules, but the court found the documents were clearly referenced in the appellate proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 240 of the Code of Civil Procedure; The appellate court may consider evidence adduced in the first instance provided there is a clear and specific reference to the document's identity in the appellate proceedings, and summary reasoning does not constitute a lack of grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 888 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 888/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Κουρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-5-2004 και 19-12-2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1679/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 458/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-5-2012 αίτησή.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 458/11 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή αντίθετων εφέσεων εξαφανίστηκε η 1679/09 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάζοντας την από 13/5/04 αγωγή του αναιρεσείοντος, για απόδοση δανείου του προς τον αναιρεσίβλητο και την από 19/12/05 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία, είχε δεχτεί μερικώς την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια το Εφετείο, δικάζοντας επί των ανωτέρω αγωγών, δέχτηκε μερικώς αυτές κατ' ουσίαν.
1.- Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, (και) όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξάλλου, αντιφατικότητα αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων-εναγόμενος Π. Χ. είναι επιχειρηματίας, δραστηριοποιούμενος στο χρηματιστηριακό τομέα, ενώ ο εναγόμενος-ενάγων Χ. Κ. δραστηριοποιείται επιχειρηματικά ως ομόρρυθμος εταίρος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Κ. & ΣΙΑ ΟΕ"...Τον Οκτώβριο του 1987 οι διάδικοι, οι οποίοι διατηρούσαν στενή οικογενειακή και φιλική σχέση, αφού είναι σύγγαμβροι....
συμφώνησαν να διαχειρίζεται ο Π. Χ. διάφορα χρηματικά ποσά που θα του παρέδιδε ο Χ. Κ., τα οποία θα τοποθετούσε σε ενδεδειγμένα κατά την κρίση του χρηματοοικονομικά μέσα, με σκοπό, σε περίπτωση ύπαρξης καθαρού κέρδους, να του αποδίδει το υπό διαχείριση κεφάλαιο, προσαυξημένο με το εκάστοτε ισχύον νόμιμο τραπεζικό επιτόκιο καταθέσεων ταμιευτηρίου, το δε απομένον καθαρό κέρδος να επιμερίζεται εξ ημισείας στους δύο, σε περίπτωση δε ζημίας να επιμερίζεται αυτή μεταξύ τους εξ ημισείας.
Για τις ανάγκες της διαχείρισης των ως άνω κεφαλαίων, οι διάδικοι διατηρούσαν δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας και τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Ιονικής Τράπεζας. 'Οταν κατά το έτος 1999 ο Π. Χ. αποφάσισε να προχωρήσει στην ίδρυση χρηματιστηριακής εταιρίας, πρότεινε στο Χ.
Κ., στα πλαίσια της παραπάνω συνεργασίας τους, να συμμετέχει ως μέτοχος σ' αυτήν, πρόταση την οποία αποδέχθηκε ο τελευταίος. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους υποβλήθηκε προς έγκριση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αίτηση για χορήγηση άδειας σύστασης της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "ΔΡΑΞ Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", με μετοχικό κεφάλαιο...το οποίο αποφασίσθηκε οτι θα ανέρχεται σε 2.200.000.000 δραχμές, αποτελούμενο από 220.000 ονομαστικές μετοχές, αξίας 10.000 δραχμών εκάστη.
Με την υπ' αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας στην ως άνω ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία, με μετοχικό κεφάλαιο 2.200.000.000 δραχμές και με ιδρυτές- μετόχους τους διαδίκους Π. Χ. και Χ. Κ., κατά ποσοστό 25% και 10% αντίστοιχα και τους Ι. Σ., Θ. Κ., Π. Π., Ά. Γ., Μ. Κ., Χ. Χ., Ν. Π., Β. Μ.
και Γ. Π., κατά ποσοστό 13%, 12%, 10,2%, 9%, 9%, 5%, 3%, 2% και 1,8% αντίστοιχα. Η σύσταση της εταιρίας ολοκληρώθηκε με την κατάρτιση του υπ' αριθμ. ... καταστατικού του συμβολαιογράφου Αθηνών Ρήγα Κωστόπουλου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Εξ άλλου, στις 27-6-2000 το Διοικητικό Συμβούλιο της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας προέβη σε διαπίστωση της ολοσχερούς καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου από τους προαναφερθέντες ιδρυτές μετόχους της και το σχετικό πρακτικό που συντάχθηκε καταχωρήθηκε στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών, στις 6-7-2000...Στο εν λόγω πρακτικό βεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι για την άνω αιτία κατέβαλαν, ο μεν Π.
Χ. το ποσό των 550.000.000 δραχμών, ο δε Χ. Κ. το ποσό των 220.000.000 δραχμών, το σύνολο δηλαδή του ποσού που αντιστοιχούσε στο ποσοστό συμμετοχής καθενός (25% και 10% αντίστοιχα). Ανεξαρτήτως όμως των όσων διαλαμβάνονται σ' αυτό, καθώς και στο καταστατικό της εταιρίας, αποδεικνύεται ότι όλοι οι ιδρυτές- μέτοχοι είχαν συμφωνήσει ατύπως ότι μέρος της συμμετοχής του Π.
Χ.υ και του εκ των συνιδρυτών Ι. Σ. θα το κατέβαλλαν οι λοιποί, κατά την αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο, λόγω του ότι οι προαναφερόμενοι είχαν μεγάλη εμπειρία στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και θα εισέφεραν στην εταιρία την πελατεία τους από την προγενέστερη ενασχόλησή τους σ' αυτό τον τομέα, προς όφελος όλων των μετόχων...
Ειδικότερα συμφωνήθηκε μεταξύ των ιδρυτών ότι από το ποσό των 550.000.000 και 330.000.000 δραχμών που αντιστοιχούσε στη συμμετοχή των Π. Χ.υ και Ι. Σ., οι τελευταίοι θα καταβάλουν 300.000.000 και 180.000.000 δραχμές αντίστοιχα, ενώ το υπόλοιπο των 250.000.000 και 150.000.000 δραχμών αντίστοιχα που απέμενε θα το καταβάλουν οι λοιποί ιδρυτές, κατά το λόγο της συμμετοχής του ο καθένας.....
Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι ο Χ. Κ. είχε υποχρέωση να καταβάλει κατά την ίδρυση της εταιρίας, ως συνιδρυτής-μέτοχος αυτής...εν συνόλω...το ποσό των 286.666.000 δραχμών. Κατά τις προηγηθείσες της σύστασης της εταιρίας συζητήσεις τους, οι διάδικοι υπολόγιζαν ότι μεγάλο μέρος της οφειλής του Χ. Κ. θα καλυπτόταν από τη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του, η αξία του οποίου, με βάση τις τότε ισχύουσες τιμές των μετοχών, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 180.000.000 δραχμών.
Μετά την, με την ως άνω υπ' αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, έγκριση της άδειας σύστασης της εταιρίας, και ενόψει του ότι έπρεπε να καλυφθεί από τα ιδρυτικά μέλη το μετοχικό κεφάλαιο μέχρι την 19-5-2000, ο Π. Χ. προχώρησε στη σταδιακή εκποίηση του χαρτοφυλακίου του Χ. Κ., καταθέτοντας το εκάστοτε εισπραττόμενο ποσό στον προαναφερθέντα κοινό των διαδίκου λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος.
Πλην όμως, λόγω της επελθούσας από τον Ιανουάριο έως και το Μάιο του 2000 σημαντικής πτώσης του Χρηματιστηρίου, το τίμημα που εισπράχθηκε από την εκποίηση του χαρτοφυλακίου ανήλθε εν τέλει στο ποσό των 107-000.000 δραχμών. Όπως προκύπτει από την κίνηση του ως άνω κοινού λογαριασμού της Εμπορικής Τράπεζας, κατά το χρονικό διάστημα από 16-5-2000 έως 19-5-2000 αναλήφθηκε το συνολικό ποσό των 104.139.079 δραχμών προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη της συμμετοχής του Χ.
Κ. στην παραπάνω χρηματιστηριακή εταιρία, και όχι το ποσό των 92.000.000 δραχμών, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων Π. Χ., αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι το αναληφθέν επιμέρους ποσό των 15.000.000 δραχμών δεν χρησιμοποιήθηκε για την κάλυψη της συμμετοχής του Χ. Κ. στην ως άνω εταιρία με την επωνυμία "ΔΡΑΞ Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", αλλά για τη συμμετοχή του σε άλλη εταιρία και δη στην εταιρία με την επωνυμία "ΔΡΑΞ Συμμετοχών και Επιχειρηματικών Συμβούλων ΑΕ".
Ενόψει όμως του ότι ο τελευταίος διέθετε σε μετρητά κατά το χρόνο εκείνο μόνο το ποσό των 5.000.000 δραχμών, το οποίο και παρέδωσε στο Χ. και συνεπώς το συγκεντρωθέν εν τέλει ποσό των 109.139.079...δραχμών δεν επαρκούσε για την κάλυψη της ως άνω, ύψους 286.666.000 δραχμών, συνολικής οφειλής του, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι το ελλείπον υπόλοιπο των 177.526.921....
δραχμών θα το καταβάλει για λογαριασμό του, εξ ιδίων χρημάτων, ο Π. Χ., με την ειδικότερη συμφωνία ότι το ποσό των 40.000.000 δραχμών θα του επιστραφεί άμεσα, μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάληψης του από τράπεζα του εξωτερικού, όπου ήταν κατατεθειμένο, το δε υπόλοιπο θα επιστραφεί ατόκως, εντός ενός έτους και σταδιακά, ανάλογα με την οικονομική ευχέρεια του Χ.
Κ.. Ο Π. Χ. κατέληξε στην απόφαση να διευκολύνει τον αντίδικο του με την ως άνω σύμβαση ατόκου δανείου, αφενός μεν λόγω της στενής οικογενειακής και φιλικής σχέσης που τους συνέδεε, αφετέρου δε για να ξεκινήσει άμεσα η δραστηριότητα της εταιρίας, αφού τυχόν απόφαση περί εισόδου νέου μετόχου για την κάλυψη του μέρους του μετοχικού κεφαλαίου που αδυνατούσε να καλύψει ο Χ.
Κ., θα καθιστούσε αναγκαία την κατάθεση νέας αίτησης στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, περί εγκρίσεως της μεταβολής της μετοχικής σύνθεσης. Ο Χ. Κ. αρνείται αιτιολογημένα την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως δανείου, ισχυριζόμενος ότι το ποσό που κατέθεσε για λογαριασμό του ο Π. Χ. αποτελεί μέρος των κερδών που είχαν αποδώσει τα κεφάλαια που κατά καιρούς παρέδιδε σ' αυτόν προς διαχείριση και τοποθέτηση σε διάφορα χρηματοοικονομικά μέσα.
Πλην όμως κανένας από τους διαδίκους δεν επικαλείται, ούτε άλλωστε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ποιο είναι το ύψος των κεφαλαίων που επενδύθηκαν, ποιες οι επενδυτικές επιλογές του Π. Χ.υ και οι αποδόσεις αυτών, καθώς και ποια η κατάσταση και το περιεχόμενο του χαρτοφυλακίου του Χ. Κ. κατά το χρόνο της ρευστοποίησης του, ώστε να προκύψει αν αυτός διέθετε επαρκή χρήματα για την κάλυψη της συμμετοχής του στην ως άνω εταιρία, μοναδικό δε χρηματικό ποσό που αποδεικνύεται ότι υπήρξε είναι αυτό που ήταν κατατεθειμένο στον κοινό μεταξύ των διαδίκων λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, ενώ ο δεύτερος από τους κοινούς λογαριασμούς που διατηρούσαν για τις συναλλαγές τους οι διάδικοι (αυτός της Ιονικής Τράπεζας) έπαψε να παρουσιάζει κίνηση μετά την 9-1-1998, με υπόλοιπο μόλις 150.456 δραχμές (βλ.
προσκομιζόμενη κίνηση αυτού). Εν τέλει ο Π. Χ. στις 19-5-2000 κατέθεσε για λογαριασμό του αντιδίκου του στην Τράπεζα Πειραιώς, στην οποία είχε ανοιχτεί ο λογαριασμός για τη συγκέντρωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΡΑΞ ΑΧΕΠΕΥ", το ποσό των 220.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στην εμφανή συμμετοχή αυτού στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, επιπλέον δε κατέθεσε και το μέρος της συμμετοχής του ιδίου και του εκ των συνιδρυτών Ι.
Σ. που είχε υποχρέωση να καταβάλει ο Χ. Κ., ανερχόμενο, κατά τα προαναφερθέντα, στο συνολικό ποσό των 66.666.000 δραχμών. Συνολικά δηλαδή κατέθεσε για λογαριασμό αυτού το ποσό των 286.666.000 δραχμών, εκ των οποίων οι 109.139.079 δραχμές ανήκαν στον ίδιο Χ. Κ., όπως προαναφέρθηκε, το δε υπόλοιπο ποσό των 177.526.921 δραχμών το κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων, τα οποία είχε αναλάβει από τους τραπεζικούς του λογαριασμούς.
Ειδικότερα ο Π. Χ. κατά το χρόνο εκείνο είχε καταθέσεις, στον μεν κοινό με τη σύζυγο του υπ' αριθμ. ... λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα το ποσό των 316.023.540 δραχμών, στο δε υπ' αριθμ. ... προσωπικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς το ποσό των 208.264.981 δραχμών, προερχόμενες προφανώς από την εκποίηση του χαρτοφυλακίου του (βλ.
προσκομιζόμενες κινήσεις των εν λόγω λογαριασμών). Προκειμένου δε να εξασφαλίσει τις αυξημένες οικονομικές του υποχρεώσεις, αφού εκτός της οφειλής του αντιδίκου του είχε υποχρέωση να καταθέσει την ίδια ημέρα (19-5-2000) και το ποσό των 300.000.000 δραχμών για τη δική του συμμετοχή στην εταιρία, μερίμνησε εγκαίρως και έλαβε δάνειο από το υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στη Γερμανία, ύψους 250.000.000 δραχμών, το οποίο εγκρίθηκε στις 16-5-2000, το δε ποσό αυτού εκταμιεύτηκε και πιστώθηκε στον ως άνω λογαριασμό του, στην Τράπεζα Πειραιώς, στις 19-5-2000...Τον Ιούνιο του 2000, ο Χ.
Κ. επέστρεψε στον Π. Χ. το ποσό των 40.000.000 δραχμών, κατά τα συμφωνηθέντα. Επομένως, το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου διαμορφώθηκε στο ποσό των 137.526.921...δραχμών, ήτοι 403.600,65 ευρώ, το οποίο ο Χ. Κ. εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Αφού όμως αποδείχθηκε η μεταξύ των ιδρυτών-μετόχων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΡΑΞ ΑΧΕΠΕΥ" συμφωνία περί καταβολής μέρους της συμμετοχής των Π.
Χ.υ και Ι. Σ. από τους λοιπούς ιδρυτές-μετόχους, κατά την αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο, καθώς και ότι ο Χ. Κ. τον Ιούνιο του 2000 κατέβαλε στον Π. Χ. το ποσό των 40.000.000 δραχμών σε μερική εξόφληση της προς αυτόν οφειλής του και όχι προκειμένου να το επενδύσει ο τελευταίος επ' ωφελεία του, η αγωγή του Χ.
Κ., κατά το μέρος που ζητείται με αυτήν η απόδοση του ποσού των 106.666.000 (66.666.000 + 40.000.000) δραχμών, ήτοι 313-033 ευρώ, το οποίο, κατ' αυτήν, ο εναγόμενος χρησιμοποίησε αντισυμβατικά για τον εαυτό του (κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 713 επ., 720 του ΑΚ) και ιδιοποιήθηκε παράνομα (κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 914 του ΑΚ) είναι απορριπτέα ως κατ' ουσιαν αβάσιμη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Χ. Κ. το Μάιο του 2000 παρέδωσε στον Π. Χ. τα σώματα των υπ' αριθμ. ... και ... επιταγών της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 20.000.000 και 10.000.0000 δραχμών και με ημερομηνίες εκδόσεως 17-5-2000 και 23-5-2000 αντίστοιχα, που εκδόθηκαν εις διαταγήν του από τον υπ' αριθμ. ... ατομικό του λογαριασμό, προκειμένου να διαχειρισθεί επωφελώς το ποσό αυτών για λογαριασμό του.
Οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν στις πληρώτριες τράπεζες και εισπράχθηκαν από τρίτα πρόσωπα (τα στοιχεία των οποίων δεν προέκυψαν, αφού οι τράπεζες, επικαλούμενες το απόρρητο, αρνήθηκαν την παροχή των σχετικών στοιχείων) στα οποία τις παρέδωσε ο Π.Χ....Ο Π. Χ. όμως, τα εισπραχθέντα από τις επιταγές ποσά χρησιμοποίησε προς όφελος του και για προσωπικές του δραστηριότητες, χωρίς να ενημερώσει το Χ.
Κ., κατά παράβαση της ως άνω εντολής, αφού δεν τα τοποθέτησε σε κάποιο χρηματοοικονομικό προϊόν, ούτε αγόρασε μετοχές για τον εντολέα του, αλλά ούτε κατέθεσε τούτο στον κοινό τους λογαριασμό ή στο λογαριασμό που αφορούσε στη συγκέντρωση του μετοχικού κεφαλαίου της υπό ίδρυση εταιρίας, στην οποία μετείχε ο εντολέας του, ούτε τα έδωσε στον τελευταίο, ως είχε υποχρέωση.
Εφόσον λοιπόν ο Π. Χ. χρησιμοποίησε το ως άνω χρηματικό ποσό προς ίδιο όφελος, κατά παράβαση της δοθείσας σ' αυτόν εντολής, ιδιοποιούμενος τούτο παράνομα, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα Χ. Κ., ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, το υπεξαιρεθέν ποσό των 30.000.000 δραχμών, ήτοι των 88.041 ευρώ.
Η πράξη αυτή του εναγομένου πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης ποσού άνω των 73.000 ευρώ από εντολοδόχο, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών...Τέλος, εξαιτίας της ως άνω αδικοπραξίας του εναγομένου, ο ενάγων Χ.
Κ. υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Ενόψει δε των συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και του ύψους της ζημίας προκλήθηκε εξ αιτίας της στον ενάγοντα, πρέπει να του επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 3.000 ευρώ.
Δηλαδή ο εναγόμενος Π. Χ. έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα Χ. Κ. το συνολικό ποσό των 91.041 (88.041 + 3.000) ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, έπρεπε, αφού γίνουν εν μέρει δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες και οι δύο συνεκδικασθείσες αγωγές, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Π. Χ. να καταβάλει στον ενάγοντα Χ. Κ. το ποσό των 91.041 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι έχει υποχρέωση ο εναγόμενος Χ.
Κ. να καταβάλει στον ενάγοντα Π. Χ. το ποσό των 403.600,65 ευρώ....".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το ότι ο αναιρεσίβλητος τον Μάϊο του 2000 διέθετε ποσό 30.000.000 δραχμών, το οποίο παρέδωσε στον αναιρεσείοντα με την είσπραξη από τον τελευταίο των δύο επιταγών της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 20.000.000 δραχμών και 10.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, προκειμένου να διαχειριστεί ο αναιρεσείων επωφελώς το ποσό αυτών για λογαριασμό του, ενώ συγχρόνως προσδιορίζοντας το ποσό που συγκεντρώθηκε για την κάλυψη της οφειλής του αναιρεσιβλήτου από τη συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, δέχτηκε, ότι σε μετρητά διέθετε μόνο 5.000.000 δρχ., από δε τη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του το μοναδικό ποσό που αποδεικνύεται ότι υπήρξε ήταν αυτό των 107.000.000 δρχ., από το οποίο διατέθηκαν για τον παραπάνω σκοπό τα 104.139.079 δραχμές.
Περαιτέρω, η ίδια παραδοχή (ότι ο αναιρεσίβλητος το Μάϊο του 2000 διέθετε ποσό 30.000.000 δραχμών, το οποίο παρέδωσε στον αναιρεσείοντα με την είσπραξη από τον τελευταίο των δύο επιταγών της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 20.000.000 δραχμών και 10.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, προκειμένου να διαχειριστεί ο αναιρεσείων επωφελώς το ποσό αυτών για λογαριασμό του) δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι κατά τον ίδιο χρόνο ο αναιρεσίβλητος όφειλε στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 137.526.921 δρχ., ώστε να είναι λογικά ανακόλουθο και αντιφατικό το ποσό των 30.000.000 δρχ.
να του δοθεί όχι για τη μείωση της οφειλής του αναιρεσιβλήτου, αλλά για να το επενδύσει επ' ωφελεία του. Τούτο, διότι σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης προϋπήρχε από το 1987 συμφωνία των διαδίκων να διαχειρίζεται ο αναιρεσείων διάφορα χρηματικά ποσά που θα του παρέδιδε ο αναιρεσίβλητος, ως προς την οποία δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε παραδοχή ότι είχε πάψει να ισχύει.
Το αν δε το παραπάνω χρηματικό ποσό παραδόθηκε στον αναιρεσείοντα από τον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της συμφωνίας τους για διαχείριση των χρημάτων του ή για τη μείωση της οφειλής του ανάγεται στην από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη με τον 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος αβασίμως προβάλλεται.
2.- Από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/12, 176/11).
Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τις παραπάνω αναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναφορικά με τον γενόμενο δεκτό πραγματικό ισχυρισμό του ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι δηλαδή το Μάιο του 2000 παρέδωσε στον αναιρεσείοντα τα σώματα δύο επιταγών της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 20.000.000 δραχμών και 10.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, προκειμένου να διαχειριστεί (ο αναιρεσείων) επωφελώς το ποσό αυτών για λογαριασμό του, ότι οι εν λόγω επιταγές εμφανίστηκαν και εισπράχθηκαν από τρίτα πρόσωπα στα οποία τις παρέδωσε ο αναιρεσείων και ότι ο τελευταίος τα εισπραχθέντα ποσά χρησιμοποίησε προς όφελος του, για τις προσωπικές του δραστηριότητες.
Τούτο, διότι το Εφετείο εκθέτει στην αναιρεσιβαλλομένη ότι τη σχετική κρίση του την στήριξε στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του Χ. Κ. (αναιρεσιβλήτου) και συζύγου αυτού Χ. Κ.-Α. και συνεπώς δεν δέχτηκε τον παραπάνω ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου χωρίς απόδειξη, ώστε ο σχετικός περί του αντιθέτου 2ος λόγος είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα το γενόμενο από το Εφετείο δεκτό περιεχόμενο της κατάθεσης της παραπάνω μάρτυρος, απαραδέκτως προβάλλεται, διότι με τον τρόπο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). 3.- Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.
β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς εκείνες των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 622/12).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 3° λόγο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. ιι εδ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο έγγραφα, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση, αλλά μόνο ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων του στις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου, στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σ' αυτές μετά το ενσωματωμένο κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, γίνεται ορισμένη και σαφής επίκληση όλων των εγγράφων, ενός προς ένα, που προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσίβλητος, με αναφορά μάλιστα των προσδιοριστικών της ταυτότητας κάθε εγγράφου στοιχείων, ενώ αναφορικά με τις επικαλούμενες 10328, 10329, 1033/24.8.07 ένορκες βεβαιώσεις (σχετικά 7, 8, 9) γίνεται ρητή επίκληση της σχετικής για τη λήψη τους κλήσης και της έκθεσης επίδοσής της στον αναιρεσείοντα (σχετικό 10).
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/5/12 αίτηση του Π. Χ.υ για αναίρεση της 458/11 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ