Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on public employee contract conversion under Law 2839/2000.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the conversion of a public employee's contract. The appellant argued that the lower court failed to recognize a continuous employment relationship exceeding 24 months, citing the law's publication date rather than the statutory cutoff. The court rejected this, ruling that the appellant had not met the strict 24-month service requirement within the specific timeframe mandated by the statute.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 of Law 2839/2000; The statutory requirement for continuous service of at least twenty-four months must be strictly calculated according to the defined period, and failure to meet this threshold precludes automatic conversion to an indefinite-term private law contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 888 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 888/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας, Οικονομικών και Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 638/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/2/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 30/4/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, του δεύτερου κατά το πρώτο μέρος του και του τρίτου κατά το πρώτο μέρος του λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 17 του ν. 2839/2000 "Ρυθμίσεις Θεμάτων του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.
α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31-3-2000:
α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στον φορέα με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον εικοσιτέσσερις (24) μήνες, β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μίας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για το προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφεξής, δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΖ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') ΚΑΙ 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και σι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α'), ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται. 2. ..., 5.
Για την, κατά την παράγραφο 1, κατάταξη απαιτούνται: α) Υποβολή αίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, β) Συνδρομή των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία γενικών προσόντων διορισμού, εκτός από το ανώτατο όριο ηλικίας, και με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 10 του ν. 2266/1994 (ΦΕΚ 218 Α). 6.
Οι κατατασσόμενοι εντάσσονται σε υφιστάμενες θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης. 7. Η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε' της παρ. 1 και ως προς την παρεμφερή ειδικότητα της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 10 και των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 11 του ν. 2266/1994. 9.
Στις θέσεις των κατά τα ανωτέρω κατατασσομένων δεν επιτρέπεται να προσληφθεί ή να απασχοληθεί με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση μίσθωσης έργου άλλο προσωπικό. Στους παραβαίνοντες την παρούσα διάταξη εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 15 του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 5 του Ν. 2527/1997. 10.
Από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εξαιρείται το παρακάτω προσωπικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση μίσθωσης έργου: α) ... ια) το προσωπικό που έχει προσληφθεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου για την κατασκευή έργων με αυτεπιστασία.
Εξάλλου, στο άρθρο 7 του Π.Δ/τος 99/1992 ορίζεται ότι " 1) Οι ανασκαφές και εν γένει τα αρχαιολογικά έργα που εκτελούνται μετά από έγκριση του αρμοδίου οργάνου του ΥΠ.ΠΟ από τις διευθύνουσες Υπηρεσίες του άρθρου 2 παρ. 1 εδαφ. α' και β' του Π.Δ. 263/1987 (ΦΕΚ Α 127) και τις Υπηρεσίες της περ. 4 του άρθρου 2 του ίδιου διατάγματος γίνονται με αυτεπιστασία και απολογιστικά. 2) Ο τρόπος εκτέλεσης των αρχαιολογικών έργων που εκτελούνται από τις λοιπές διευθύνουσες υπηρεσίες του άρθρου 2 παρ. 1 εδάφ.
γ του Π.Δ. 263/1987 αποφασίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Π.Δ. 609/1985. Τα έργα αυτά μπορούν να εκτελεσθούν είτε με αυτεπιστασία και απολογιστικά είτε από ειδικευμένες επιχειρήσεις". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος, "Οι Προϊστάμενοι των υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ, που εκτελούν έργα και εργασίες με αυτεπιστασία, εκτός από τη διάθεση προσωπικού που προβλέπεται από τις διατάξεις του Οργανισμού τουΥπουργείου Πολιτισμού, δηλαδή τακτικού και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προβαίνουν στην πρόσληψη του κάθε κατηγορίας και ειδικότητας εποχιακού ή πρόσκαιρου ωρομισθίου προσωπικού που είναι αναγκαίο και κατάλληλο, κατά την κρίση τους εκάστοτε, για την εκτέλεση, επίβλεψη, συντήρηση και φύλαξη των έργων, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 81 του Ν. 1958/1991.
Το έκτακτο προσωπικό που προσλαμβάνεται αμείβεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 19 και 20 του Ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α 27), σε βάρος των πιστώσεων για την εκτέλεση των έργων. Το ίδιο ισχύει και προκειμένου περί των κάθε φύσεως αναγκών των μελετών που εκπονούνται δια της Υπηρεσίας, όταν προς τούτο απαιτείται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για εκτέλεση επί μέρους εργασιών ή μελετών".
Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι με την πρώτη απ' αυτές (άρθρο 17 του ν. 2839/2000) αποβλέπεται η μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεως μισθώσεως έργου των κατηγοριών προσωπικού που υπηρέτησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000 στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ σε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα της τελευταίας απασχολήσεώς τους, εφόσον έχουν παράσχει συνολική υπηρεσία τουλάχιστον 24 μηνών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 31-3-2000 και πληρούν όλες τις με τη διάταξη αυτή τασσόμενες λοιπές προϋποθέσεις κατά την 31-3-2000, χωρίς η ρύθμιση αυτή της κατατάξεως σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις αορίστου χρόνου προσωπικού αναλόγως αν την 31-3-2000 είχαν παράσχει συνολική υπηρεσία 24 μηνών ή όχι κατά την τελευταία πενταετία να προσκρούει στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), διότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση με βάση το χρόνο υπηρεσίας του ανωτέρω προσωπικού κατά το πιο πάνω χρονικό σημείο (31-3-2000), αποβλέπουσα στην τακτοποίηση των έως τότε υπηρετούντων από μακρού χρόνου, στηρίζεται επί αντικειμενικού κριτηρίου και δεν μπορεί να θεωρηθεί αδικαιολόγητη, ως εισάγουσα δηλαδή ανεπίτρεπτη διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων που δεν είχαν συμπληρώσει, κατά την ημερομηνία αυτή, υπηρεσία 24 μηνών.
Περαιτέρω, από τις τελευταίες από τις ως άνω διατάξεις (άρθρα 7 και 10 παρ. 1 του Π.Δ/τος 99/1992), συνάγεται ότι το προσλαμβανόμενο για την εκτέλεση ανασκαφών και εν γένει αρχαιολογικών έργων έκτακτο προσωπικό, για την κατασκευή έργων με αυτεπιστασία, εξαιρείται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ.
α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα:Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε αρχικά στις 5-8-1998 από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα από την ΙΓ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως Αρχαιολόγος.
Η εργασία της αυτή περιελάμβανε ανασκαφές από το αρχαίο νεκροταφείο "Τύμβος" στον Αλμυρό Βόλου, παρασχέθηκε δε στα πλαίσια του έργου "κατασκευή Ο.Α.". Η εργασίας της αυτή, όπως και το έργο ήταν χρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ενωση μέσω της Π.Α.Θ.Ε., έληξε δε την 31-7-2001, υποκείμενη στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη της, δηλαδή του προϊσταμένου της άνω Εφορείας.
Στις 17-9-2001, μετά από διακοπή 1,5 μηνός, επαναπροσλήφθηκε από την ίδια ως άνω Εφορεία με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και πάλι ως Αρχαιολόγος, για την συνέχιση των ανασκαφών στο άνω νεκροταφείο "Τύμβος". Τα ευρήματα αυτών των ανασκαφών ανήκουν στους γεωμετρικούς χρόνους, αποτέλεσαν δε αντικείμενο προσωπικής ανακοινώσεως της αναιρεσίβλητης σε διεθνές συνέδριο στη Ρόδο για την εποχή του χαλκού και του σιδήρου, καθώς αυτά προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από την αναιρεσίβλητη πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ρόδου 1-4 Νοεμβρίου 2002.
Η νέα αυτή σύμβαση λειτούργησε μέχρι την 26-5-2003 με την άνω Εφορεία, η οποία ήταν και ο αποδέκτης της εργασίας της αναιρεσίβλητης και ασκούσε σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) το διευθυντικό δικαίωμα, καθώς αυτό προκύπτει από την με (αρ. πρωτ. 2057/19-4-2004 βεβαίωση της. Στη συνέχεια στις 9-6-2003 επαναπροσλήφθηκε και πάλι η αναιρεσίβλητη από την άνω Εφορεία, με δίμηνη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πάλι ως Αρχαιολόγος στο Μουσείο Βόλου μέχρι 7-8-2003.
Στη συνέχεια και μετά διακοπή ενός μηνός στις 8-9-2003 επαναπροσλήφθηκε η αναιρεσίβλητη από την άνω Εφορεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και πάλι ως Αρχαιολόγος, για τέσσερις μήνες. Οι άνω δύο συμβάσεις καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1958/91 και του Π.Δ. 99/92, όπως αυτό φαίνεται από τη με αρ.
πρωτ. 2058/19-4-2004 βεβαίωση της ως άνω Εφορίας εξακολουθούσα η αναιρεσίβλητη να εργάζεται, υποκείμενη στο διευθυντικό της δικαίωμα. Ύστερα η αναιρεσίβλητη στις 1-6-2004, λόγω εξειδίκευσής της, προσλήφθηκε ως Αρχαιολόγος από την ΙΘ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου επτάμηνης διάρκειας και με τόπο παροχής της εργασίας της την Κομοτηνή και ειδικότερα τη Μαρώνεια, έληξε δε στις 31-12-2004.
Ακολούθως στις 1-2-2005 η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε εκ νέου νόμιμα από την άνω Εφορεία (ΙΘ') με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ως Αρχαιολόγος και με τόπο παροχής της εργασίας της την Μαρώνεια και συνεχίζει να εργάζεται, όπως προκύπτει από την με αρ. πρωτ. 2 257/1-9-2005 βεβαίωση της άνω Εφορείας, τελούσε δε υπό το διευθυντικό δικαίωμα του Προϊσταμένου της άνω Εφορείας και υπό πλήρη δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο εργασίας, χωρίς να μεσολαβεί μεταξύ των συμβάσεων αυτών από τη λήξη της καθεμίας έως την έναρξη της επομένης χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών, αφού στην πραγματικότητα η αναιρεσίβλητη από 5-8-1998 και εφεξής παρείχε στο αναιρεσείον συνεχώς εξαρτημένη εργασία ως Αρχαιολόγος και από την έναρξη της ισχύος του Ν. 2839/2000 καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Υπηρεσίας του, διαθέτουσα την πολύτιμη εμπειρία της.
Και ναι μεν η αναιρεσίβλητη μέχρι την 31-3- 2000 δεν έχει συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 24 μηνών, πλην όμως, πέραν του γεγονότος ότι η με το παραπάνω άρθρο 17 του ν. 2839/2000 γενομένη διάκριση μεταξύ των εργαζομένων είναι αντισυνταγματική, αποδείχθηκε ότι αυτή μέχρι τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου (16-9-2000) έχει συμπληρώσει συνολικό χρόνο μεγαλύτερο των 24 μηνών, ήτοι 25 μηνών και πλέον και επομένως εμπίπτει στο πνεύμα των κριτηρίων που ο νομοθέτης έθεσε, ο οποίος τελείως αυθαίρετα σταματά το χρόνο αυτό σε τακτή ημερομηνία, ήτοι 31-3-2000 και όχι στην ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου, που είναι και η αναμενόμενη σύννομη και συνήθης συμπεριφορά.
Επομένως, συντρέχουν όλες οι κατά το άρθρο 17 του ν. 2839/12-9-2000 προϋποθέσεις που απαιτούνται για να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη συνδέεται με το αναιρεσείον με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 12-11-2000. Ακολούθως το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απορριπτική της ένδικης αγωγής πρωτόδικη απόφαση και αφού αναγνώρισε ότι μεταξύ των διαδίκων υφίσταται από 12-11-2000 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υποχρέωσε το αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης υπό καθεστώς συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, γιατί η αναιρεσείουσα από 5-8-1998 μέχρι 31-3-2000 δεν είχε συμπληρώσει συνολική παροχή υπηρεσίας 24 μηνών στους ανωτέρω φορείς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να καταταγεί σε οργανική θέση με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον φορέα της τελευταίας απασχόλησης κατ' επιταγή του άρθρου 17 του ν.2839/2000.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος τους και τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί μειωμένη σε βάρος της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τα άρθρα 176 του ΚΠολΔ και 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 638/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ