Legislator Case Law & Legislation
888/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence burden, upholding lower court's finding of dementia invalidating contract.

Case Number 888/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the second-instance court's decision to uphold a contract's invalidity due to the testator's dementia. The lower court found that the testator suffered from senile dementia at the time of signing, rendering the contract void, while the appellant argued the evidence was insufficient. The court rejected this claim, ruling that the objective burden of proof had been met and the lower court correctly applied the law regarding evidence weight.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 13 C.PolD; Art. 131 A.C.; The court established that the objective burden of proof remains the standard for assessing the validity of a contract based on mental capacity, and an appeal based on a misapplication of this burden is inadmissible if the lower court reached a conviction based on full judicial conviction.

Keywords

AI generated
burden of proof senile dementia contract validity judicial conviction appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 13 C.PolD
Art. 131 A.C.
ac
Art. 561 para. 2 C.PolD
Art. 559 para. 1 C.PolD
Art. 183 C.PolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 888 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 888/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη , με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2 θυγ. Β, χας ..., κατοίκου ..., 3.Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαγεωργίου και 4. Ψ4, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Καρακίτσιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Αυγούστου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 335/2006 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Απριλίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 23/19-4-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 335/8-12-2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 104/30-8-2002 αγωγή οι δι' αυτής ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εδίωκαν, ως κληρονόμοι του Β, την αναγνώριση τη ακυρότητας της διατυπούμενης στο ...

συμβόλαιο της συμ/φου Ηγουμενίτσας Αθηνάς Ζήγου - Τσιάτση συμβάσεως γονικής αυτού παροχής προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για τον λόγο ότι ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως έπασχε από γεροντική άνοια, συνεπεία της οποίας είχε περιέλθει σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, η οποία τον εμπόδιζε να προβεί σε ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 111/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, και σε δεύτερο βαθμό κατ' αποδοχή της 4/18-1-2005 εφέσεως των εναγόντων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 335/2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, με κατ' ουσίαν παραδοχή της, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της κατ' ακριβή κατά τούτο αναγραφή της.

Ειδικότερα ανέλεγκτα δέχθηκε "από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης τούτο των ενόρκων βεβαιώσεων 112/2003 (πρωτόδικα) και 239, 240/2005 (κατ' έφεση) που είχαν ληφθεί νομότυπα ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ηγουμενίτσας, με επιμέλεια του εναγομένου, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:

Στις 8-6-2002, πέθανε στα ..., όπου και κατοικούσε, ο Β (85 ετών), πατέρας των δύο πρώτων εναγόντων και εναγομένου και παππούς των λοιπών εναγόντων. Η κατάσταση υγείας του προαναφερομένου τα τελευταία χρόνια πριν πεθάνει, είχε επιβαρυνθεί και για το λόγο αυτό είχε προσλάβει οικιακή βοηθό, λόγω και της επιβαρυμένης καταστάσεως της υγείας της συζύγου του (η οποία πέθανε ένα χρόνο περίπου νωρίτερα από τον ίδιο), προκειμένου να τους φροντίζει, τις δε αγροτικές εργασίες εκτελούσε, πλέον, με τη βοήθεια εργατών.

Στις 28-3-2000 εισήλθε στην παθολογική κλινική του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου ..." λόγω έξαρσης της παθολογικής του κατάστασης (καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, γαστρορραγία, χολοκυστίτιδα, κ.λπ). Επιπρόσθετα, όμως, υποβλήθηκε από τους νοσοκομειακούς ιατρούς και σε ψυχιατρική εξέταση, με διάγνωση γεροντική άνοια, για την οποία, σε συνδυασμό με την ηλικία του και τα καρδιοαναπνευστικά του προβλήματα, δεν υπήρχε αιτιολογική θεραπεία, όπως διέγνωσαν οι θεράποντες ιατροί.

Εξήλθε του νοσοκομείου στις 4-5-2000 και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στην κατοικία του, στα ..., όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος σχεδόν κατάκοιτος και με επικοινωνία προβληματική με το περιβάλλον του μέχρι του χρόνου του θανάτου του (δυσκολία συνεννόησης και αναγνώρισης ατόμων κ.λπ). Όπως φαίνεται, τα τελευταία χρόνια, ο προαναφερόμενος, εξαιτίας της διανοητικής του διαταραχής (άνοιας) δεν είχε τη χρήση του λογικού του, δηλαδή δεν μπορούσε να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς τη βούλησή του, κατά τρόπο ελεύθερο και ν αντισταθεί έτσι σε υποβολή που προερχόταν από άλλους, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Το γεγονός αυτό όχι μόνο αποδέχτηκε ο εναγόμενος, αλλά, προχώρησε, ατομικά λίγες ημέρες μετά την έξοδο του πατέρα του από το νοσοκομείο και σε δικαστικές ενέργειες για την προστασία τούτου (πατέρα του), με τη σύμφωνη γνώμη των αδελφών του (δηλαδή των δύο πρώτων εναγόντων, καθώς και της ..., που δεν είναι διάδικες).

Δηλαδή, κατέθεσε στις 22-5-2000 αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας), με την οποία ζητούσε, επικαλούμενος την πνευματική ασθένεια του πατέρα του (άνοια), να υποβληθεί ο τελευταίος σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, να διοριστεί ο ίδιος δικαστικός του συμπαραστάτης και τ' αδέλφια του μέλη του εποπτικού συμβουλίου.

Και ενώ όλοι είχαν συμφωνηθεί στην αναγκαιότητα δικαστικής συμπαράστασης του πατέρα τους, λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του, ο εναγόμενος ζήτησε αναβολή της συζητήσεως της πιο πάνω αιτήσεως σε μεταγενέστερη δικάσιμο, την οποία και τελικά ματαίωσε, λόγω της ευνοϊκής γι' αυτόν συμβολαιογραφικής πράξης (γονικής παροχής προς αυτόν) που ακολούθησε (2-11-2000), για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω.

Να σημειωθεί, ακόμη, ότι με παρότρυνση και πάλι, του εναγομένου (δηλαδή, επικαλούμενος την διανοητική διαταραχή του πατέρα του), ασκήθηκαν στις αρχές του έτους 2000 δύο αγωγές σε βάρος του πατέρα τους (η συζήτηση των οποίων ματαιώθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο) με τις οποίες ζητούσαν οι ίδιοι (τέκνα και εγγονοί του αποβιώσαντος) αφενός ν' αναγνωριστούν συγκύριοι των αναφερομένων στην πρώτη αγωγή ακινήτων και αφετέρου ν' αναγνωριστεί η ακυρότητα του αναφερομένου στην δεύτερη αγωγή πωλητηρίου συμβολαίου, στο οποίο φέρεται συμβαλλόμενος ο πατέρας τους (πωλητής).

Ενόψει, λοιπόν, αυτής της καταστάσεως της υγείας του προαναφερομένου Β, ο τελευταίος, ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο (4-5-2000), και, μέχρι του θανάτου του (8-6-2002) διατελούσε, λόγω γεροντικής άνοιας, σε κατάσταση σοβαρής διατάραξης της νοητικής του λειτουργίας, η οποία του απέκλειε την ελεύθερη βούληση, γεγονός που γνώριζαν οι διάδικοι προεχόντως δε ο εναγόμενος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Την κατάσταση δε αυτή εκμεταλλεύθηκε ο εναγόμενος, μη μπορώντας ν' αντιδράσει ο πατέρας του, λόγω της μονίμως ελαττωμένης διανοητικής του κατάστασης, με αποτέλεσμα η δήλωση της βουλήσεως του τελευταίου να είναι άκυρη, κατά τον χρόνο συντάξεως (2-11-2000) της επίμαχης συμβολαιογραφικής πράξης, δηλαδή του συμβολαίου γονικής παροχής ...

της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Αθηνάς Ζήγου-Τσιάτση, δυνάμει του οποίου ο τελευταίος μεταβίβασε στον εναγόμενο, την ψιλή κυριότητα των αναφερομένων σ' αυτήν τριών ακινήτων (δύο οικοπέδων και ενός αγροτεμαχίου που βρίσκονται στα ...). Κατ' ακολουθίαν, δε, πρέπει ν' αναγνωριστεί και η ακυρότητα του πιο πάνω συμβολαίου όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, καθόσον, ακυρουμένου τούτου (συμβολαίου), θα επέλθει ως προς αυτούς η εξ αδιαθέτου διαδοχή (τέκνα και εγγονοί), κατ' αποδοχή της αγωγής τους ως βασίμου κατ' ουσίαν".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος - εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα :

Ι. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρυβε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Πρόκειται για τη χαρακτηριζόμενη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ή 8 ΚΠολΔ, με την έννοια, στην τελευταία περίπτωση, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί ορισμένου της αγωγής έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό, ο οποίος δεν περιεχόταν στο δικόγραφο αυτής.

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 131 ΑΚ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996, " Η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά τον χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (εδ. 1) "οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο: 1.

αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία, 2.

αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας, 3. αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια την δικαιοπραξία που προσβάλλεται" (εδ. 2). Η εφαρμογή έτσι του δευτέρου εδαφίου του άνω άρθρου προϋποθέτει δικαιοπραξίες επαχθείς ("μη χαριστικές"), ήτοι δικαιοπραξίες, με τις οποίες η προσπόριση περιουσιακού οφέλους (επίδοση) έγινε έναντι ανταλλάγματος.

Οι χαριστικές δικαιοπραξίες του κληρονομουμένου, δηλαδή εκείνες με τις οποίες η επίδοση έγινε χωρίς αντάλλαγμα, δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση αυτή, αλλά αρκεί για την προσβολή τους η συνδρομή των όρων του πρώτου εδαφίου του ίδιου άρθρου. Τέτοια, χαριστική δικαιοπραξία, είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 1509 ΑΚ σύμβαση γονικής παροχής, αφού η εν λόγω παροχή γίνεται χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς την ύπαρξη σχετικής προς τούτο νομικής υποχρεώσεως των γονέων.

Ο χαρακτηρισμός της ως δωρεάς, μόνο κατά το ποσό που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, δεν μπορεί να στηρίξει αντίθετη εκδοχή, καθόσον η μη ένταξή της έως ένα βαθμό, στην έννοια της δωρεάς αποσκοπεί στην απαλλαγή της από ορισμένες "δυσμενείς" συνέπειες των δωρεών, όπως είναι η υποβολή σε τύπο, η βαρύτερη φορολόγηση και, ιδίως, η δυνατότητα ανακλήσεως.

Δεν ήταν, αντιθέτως, σκοπός του άρθρου 1509 ΑΚ να υπαγάγει στις επαχθείς δικαιοπραξίες μέρος των γονικών παροχών, οι οποίες άρα υπόκεινται, σε όλη τους την έκταση, στη ρύθμιση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ (ΑΠ 1687/2002). Ως εκ τούτου, για τη νομική βασιμότητα σχετικής αγωγής του κληρονόμου περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταρτισθείσας από τον κληρονομούμενο συμβάσεως γονικής παροχής, αρκεί η επίκληση των στοιχείων που πληρούν το πραγματικό του άρθρου 131 εδ. 1 ΑΚ.

Σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή ότι η γονική παροχή εμπίπτει στην έννοια των χαριστικών δικαιοπραξιών κατά την εφαρμογή του άρθρου 131 ΑΚ, για την αξιολόγηση της αγωγής ως βάσιμης από νομική άποψη αρκούσε ο διατυπούμενος στο δικόγραφο αυτής αγωγικός ισχυρισμός ότι κατά τον χρόνο καταρτίσεως της προσβαλλόμενης συμβάσεως γονικής παροχής ο κληρονομούμενος έπασχε από γεροντική άνοια, συνεπεία της οποίας είχε περιέλθει σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, η οποία τον εμπόδιζε να προβεί σε ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του, εκ περισσού δε αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο συνομολογήσεως της εν λόγω συμβάσεως εκκρεμούσε αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος περί υποβολής του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω της γεροντικής του άνοιας και της συνεπεία αυτής ψυχικής και διανοητικής του διαταραχής.

Επομένως υποστηρίζων τα αντίθετα οι πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 131 ΑΚ παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη και (νομικώς) αόριστη, πλημμέλεια που συνδέεται με τον πλεοναστικώς διατυπούμενο αγωγικό ισχυρισμό ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ ΑΠ 2/2008).

Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγω αυτών αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων και εγγράφων, τα οποία αφορούν οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 511 αρ. 11 γ') και αν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο αυτών (ΚΠολΔ 559 αρ. 20).

Με τους δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους προβάλλονται αντίστοιχα οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11γ και 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας (i) κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά δεν έλαβε υπόψη (α) τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων.

Από τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη οι εν λόγω ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις (β) την από 31-10-2000 γνωμάτευση της αγροτικής ιατρού ..., (γ) τα από 29-10-2000 δύο ιδιόχειρα σημειώματα του κληρονομούμενου Β σχετικώς με παροχές του προς τα τέκνα του ..., (δ) το από 11-1-2000 αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος ..., (ε) την ...

δημόσια διαθήκη του Β, (στ) τις δοθείσες με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ..., ... ένορκες βεβαιώσεις, (ζ) το ... συμβόλαιο της συμ/φου Ηγουμενίτσας Αλίκης Μάνου και 2/13-12-1999 αγωγή ακυρώσεώς του και (ii) παραμόρφωσε το περιεχόμενο (α) του από ... πιστοποιητικού νοσηλείας του νοσοκομείου ...", (β) των από 18-5-2000, 14-6-2000 και 27-12-2001 εξιτηρίων του νοσοκομείου ..., (γ) του από ...

πιστοποιητικού του Κέντρου Υγείας ... και (δ) του συνταγολογίου του Ο.Γ.Α. Ο αναιρεσείων όμως δεν ανταποκρίνεται στην δικονομική του υποχρέωση προσκομίσεως των με στοιχ. (i) β-ζ και (ii) εγγράφων, αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ παρ. 11 γ') και αν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο αυτών (ΚΠολΔ 559 αρ. 20), με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.

Από τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι στην παραδοχή της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας μετά τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως για τη βασιμότητα των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών και με την έννοια αυτή δεν κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση του αυτή λόγω αδυναμίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να βεβαιώσει ανταποδεικτικώς τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό την ανυπαρξία γεροντικής άνοιας του κληρονομομένου Β, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, όπως αβασίμως υποστηρίζεται με την διατυπούμενη με τον πέμπτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο και ελεγχόμενη ως αβάσιμη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ.

Τέλος, τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογίες της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 131 ΑΚ παραδοχή της κατά του αναιρεσείοντος απευθυνομένης αγωγής των αναιρεσίβλητων, με άμεση δικονομική συνέπεια ο απομένων προς έρευνα τέταρτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως του εν λόγω άρθρου, πλήττοντας επιπρόσθετα ανεπιτρέπτως, όπως παράλληλα και με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), να ελέγχεται ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 23/19-4-2007 αίτηση για αναίρεση της 335/8-12-2006 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ