Legislator Case Law & Legislation
888/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeals for being time-barred and improperly filed against a rejected appeal decision.

Case Number 888/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals filed by a defendant against a second-instance judgment that had rejected his initial appeal as time-barred. The defendant submitted one appeal after the statutory ten-day deadline without justification and another via declaration to the Prosecutor General, which is invalid for non-punitive decisions. The court ruled that the appeals were inadmissible because they violated procedural time limits and formal requirements, ordering the defendant to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473(1)(a) and 501(3) of the Code of Civil Procedure; Article 476(1) of the Code of Civil Procedure: Appeals against decisions rejecting an appeal as time-barred must be filed within ten days from the decision's registration and cannot be submitted via declaration to the Prosecutor General.

Keywords

AI generated
time-barred appeal inadmissible appeal Code of Civil Procedure procedural deadline declaration to Prosecutor legal costs second instance judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 473(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 501(3) of the Code of Civil Procedure
Article 476(1) of the Code of Civil Procedure
Article 583(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 888 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 888/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρύσανθο Παπούλια, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Μιχαήλ Δέτση, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Γρηγόριο Μάμαλη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Σ. - Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταυρινάδη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. ΒΤ2613/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30/9/2004 και 20/9/2004 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1652/2004.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Λάμπρου με αριθμό 635/21.12.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, τις υπ’ αριθμ.: α) 38/30-9-2004 και β) 505/2004 αιτήσεις αναίρεσης του κατηγορουμένου Π.-Σ.

Α. του Δ., κατοίκου ... ναυτικού σε υπερπόντιο πλοίο, εν πλω ευρισκόμενον και διαμένοντα στην αλλοδαπή κατά της 2612/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και εκθέτω τ’ ακόλουθα: Α) Προκειμένου περί της πρώτης υπ’ αριθμ. 38/2004 αίτησης, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1 εδ. α’ και 501 παρ. 3 ΚΠΔ συνάγεται ότι η κατά του εκπροσωπηθέντος πλήρως, υπό το διορισθέντος συνηγόρου με παρεμπίπτουσα απόφαση, εκκαλούντος (καταδικασθέντος-κατηγορουμένου) εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η απορρίπτουσα την έφεση ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσομένη προς άσκησή της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως προθεσμία, η προσδιοριζομένη σε δέκα ημέρες, αρχίζει από τότε που θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο η ως άνω τελεσίδικη απόφαση και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός θεωρείται ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών.

Η δε προαναφερθείσα χρονική διάρκεια της προθεσμίας ασκήσεως της αναιρέσεως δεν μεταβάλλεται σε τριακονθήμερη εκ της ενδεχομένης διαμονής του δικαιούχου της ασκήσεώς της στην αλλοδαπή, γιατί αυτός θεωρείται πραγματικώς, ότι ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της πλησσομένης αποφάσεως, υποκείμενος έτσι στη μνημονευθείσα δεκαήμερη προθεσμία.

Εξ άλλου η εκπρόθεσμη άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην συντασσομένη, σύμφωνα με το άρθρο 474 ΚΠΔ, έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς η αναίρεση κηρύσσεται, κατ’ άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ, απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής περιστατικά. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ΒΜ 869/1998 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον8αναιρεσείοντα για την πράξη της παράβασης του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 και του επέβαλε ποινή 10 μηνών και χρηματική ποινή 250.000 δραχμών.

Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής την από 12-7-1999 έφεση. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δικάζον κατ’ έφεση, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, επέτρεψε στον απουσιάζοντα κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του ναυτικό σε υπερπόντιο πλοίο, εν πλω ευρισκόμενον και διαμένοντα στην αλλοδαπή αναιρεσείοντα (εκκαλούντα κατηγορούμενο) να εκπροσωπηθεί ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, από τον έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα συνήγορό του Γεώργιο Τσακαλία δικηγόρο Αθηνών, αντιπροσωπεύοντα πλήρως τον δικασθέντα σαν να ήταν παρών αναιρεσείοντα.

Ακολούθως, το ίδιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη ΒΤ.2612/4-4-2003 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την υπό του ιδίου ως άνω ασκηθείσα έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, γιατί αυτή είχε ασκηθεί εκπροθέσμως. Η μνημονευθείσα τελεσίδικη απόφαση, που δημοσιεύτηκε με την παρουσία του ως άνω συνηγόρου του αυθημερόν, καταχωρίσθηκε, όπως συνάγεται από την σχετική βεβαίωση της Προϊσταμένης του Πρωτοδικείου Πειραιώς την 1-9-2004.

Ο αναιρεσείων, με δήλωσή του μέσω του αντιπροσώπου του, που έγινε στον Γραμματέα του εκδώσαντος την πλησσομένη απόφαση ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και περιελήφθηκε στη συνταχθείσα κατά την 30-9-2004 έκθεσή του, άσκησε την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως. Ο ίδιος δε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εκθέσεως, δεν διέλαβε στο δικόγραφο της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά συνιστώντα ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, αφού η επίκληση της εργασίας του ως ναυτικού σε ποντοπόρα πλοία εν πλω για τη δικαιολόγηση του εκπροθέσμου, δεν μπορεί να συστήσει λόγον ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα.

Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού από της γενομένης κατά την 1-9-2004 καταχωρίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο και μέχρι της κατά την 30-9-2004 συντελεσθείσης ασκήσεως της αναιρέσεως αυτής παρήλθε, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ημερών, δεδομένου ότι η αναίρεση αυτή ασκήθηκε στις 30-9-2004.

Β) Προκειμένου περί της υπ’ αριθμ. 505/2004 αίτησης αναιρέσεως του κατηγορουμένου η οποία στρέφεται κατά της ίδιας ΒΤ. 2612/2003 αποφάσεως του κατ’ έφεση δικάσαντος ιδίου δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς), που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την ίδια από 12-7-99 έφεση που στρέφεται κατά της ΒΜ 869/98 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, αφού, καίτοι δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Α.Π.

Ολομ. 4/95 Π.Χ. ΜΣΤ’ 80, Α.Π. 720/98 Π.Χ. ΜΘ 244). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατ’ άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι υπ’ αριθμ. α) 38/30-9-2004 και β) 505/2004 αιτήσεις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π.-Σ.

Α., κατοίκου ... ναυτικού σε υπερπόντιο πλοίο, κατά της υπ’ αριθμ. 2612/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήναι 18-11-2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Λάμπρου

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία της αναίρεσης του κατηγορούμενου κατά της καταδικαστικής απόφασης, όταν αυτός δικάστηκε παρών ή εκπροσωπήθηκε στη δίκη από συνήγορο και η αναίρεση ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.

Κατά γενική όμως αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως, λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν το λόγο αυτό.

Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα τέτοιο λόγο ή ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ως απαράδεκτη. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι η αναίρεση μπορεί μεν να ασκηθεί και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όταν όμως η απόφαση που προσβάλλεται με αυτή είναι καταδικαστική και όχι όταν πρόκειται για απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη.

Όταν η αναίρεση στρέφεται κατ’ αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη και ασκείται με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αυτή είναι επίσης απαράδεκτη.

II. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ’ αριθμό 2613/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, του εκκαλούντος - κα-τηγορούμενου εκπροσωπηθέντος στη δίκη από συνήγορο, απορρίφθηκε η έφεση του εκκαλούντος - κατηγορούμενου, ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη. Κατά της απόφασης αυτής, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 1η Σεπτεμβρίου 2004, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ασκήθηκαν οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, η πρώτη με χρονολογία 30ης Σεπτεμβρίου 2004, ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 30η Σεπτεμβρίου 2004, δηλαδή μετά τη λήξη της αναφερόμενης δεκαήμερης προθεσμίας που ορίζεται στο νόμο και χωρίς να εκτίθεται στη σχετική έκθεση κάποιος λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της και η δεύτερη με χρονολογία 20ης Σεπτεμβρίου 2004, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μολονότι δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση. Και οι δύο όμως αυτές αιτήσεις, εκ των οποίων η πρώτη ασκήθηκε εκπροθέσμως και η δεύτερη χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, είναι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, απαράδεκτες.

ΙΙΙ. Μετά από αυτά και την εμφάνιση στο Συμβούλιο του αντικλήτου του αναιρεσείοντος και την υποστήριξη του παραδεκτού των αιτήσεών του, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως ως απαράδεκτες και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 30ης Σεπτεμβρίου 2004 και από 20ης Σεπτεμβρίου 2004 δύο αιτήσεις του Α. Π. - Σ. του Δ., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 2613/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα ( 210 ) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2006.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ