Supreme Court annuls appealable judgment for failure to consider valid corporate authority documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding a distribution agreement dispute between two companies. The appellant argued that the lower court erred by relying on notarized certificates from company employees rather than the Board of Directors' minutes, which explicitly authorized these individuals to act as statutory representatives. The Court held that the minutes constituted valid proof of authority, rendering the certificates inadmissible and the lower court's reliance on them a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18(2) and 22(3) of Law 2190/1920; Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: When corporate minutes explicitly authorize employees to exercise specific powers as statutory representatives, notarized certificates issued by such individuals are inadmissible as proof of authority, and a judgment relying on them constitutes an appealable error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 887 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 887/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-4-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: α) Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 28-5-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και β) Βασίλειο Κωνσταντινίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4420/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4038/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 30-11-2016 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, που κατήρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η τελευταία της ανέθεσε και αυτή ανέλαβε, έναντι αμοιβής, υπολογιζομένης σε ποσοστό έκπτωσης επί της αξίας των εκδοθέντων προς αυτήν τιμολογίων πλέον ποσοστών επί του τζίρου για τη συμμετοχή της στις επιστροφές, την αποκλειστική διάθεση των προϊόντων της εναγομένης στην περιοχή του Νομού ..., υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονταν στις συμβάσεις.
Ότι οι συμβάσεις αυτές, η πρώτη των οποίων υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 2012, ήταν ετήσιας διάρκειας και είχαν όμοιο περιεχόμενο, η δε τελευταία, η οποία υπογράφηκε για το έτος 2016, εξακολούθησε να εκτελείται από τους συμβαλλόμενους με τους ίδιους όρους μετά τη λήξη της, μετατραπείσα κατ' αυτόν τον τρόπο σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ότι στις 5-9-2016 της επιδόθηκε εξώδικη δήλωση της εναγομένης, με την οποία αυτή κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής διανομής, επικαλούμενη επικαλούμενη προσχηματικά αντισυμβατικές της ενέργειες, με σκοπό να καρπωθεί προς όφελός της άκοπα και ανέξοδα την πελατεία που η ίδια είχε δημιουργήσει στην περιοχή του Ν. ...
και να της δημιουργήσει προβλήματα, λόγω της πεποίθησης που δημιουργήθηκε στην αγορά ότι είχε υποπέσει σε κάποιο σοβαρό παράπτωμα. Ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής η ίδια ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης και συνεπώς όφειλε αυτή να τηρήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991 προθεσμία καταγγελίας έξι μηνών, καθόσον οι μεταξύ τους συναφθείσες διαδοχικές συμβάσεις είχαν όμοιους όρους και αποτελούσαν στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση αόριστης διάρκειας, άλλως όφειλε να τηρήσει προθεσμία δύο μηνών, διότι η από 2-4-2012 σύμβαση είχε καταστεί αορίστου χρόνου.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη αφενός ενδοσυμβατική και αφετέρου αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, λόγω της άκαιρης, αδικαιολόγητης και καταχρηστικής καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, ζήτησε, κατόπιν νομότυπης μετατροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει α) το ποσό των 570.191,30 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης εισέφερε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με αυτούς, με αποτέλεσμα η εναγομένη να διατηρεί ουσιαστικές ωφέλειες και μετά την καταγγελία, αφού αυτοί εξακολουθούν να συναλλάσσονται μαζί της και να της αποφέρουν κέρδη, β) το ποσό των 251.751,09 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το ποσό που θα κέρδιζε αν δεν είχε λάβει χώρα η καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης από την εναγομένη και είχε συνεχισθεί η συνεργασία τους για έξι επιπλέον μήνες, και γ) το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εις βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 4420/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 41.100,27 ευρώ ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών και το ποσό των 270.016,24 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθ. 4038/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές τυπικά και κατ' ουσίαν και οι δύο εφέσεις, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η άνω αγωγή, η οποία και απορρίφθηκε τελικά ως ουσία αβάσιμη, αφού έγινε δεκτό ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση συνεργασίες δεν είχε το χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής και σε κάθε περίπτωση η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης αυτής για σπουδαίο λόγο και συνεπώς δεν είχε καμία υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό για αποζημίωση πελατείας ή διαφυγόντα κέρδη, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διάδικου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.
Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους. Η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διάδικου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (Ολ.ΑΠ 1328/1977, ΑΠ 76/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1274/2019). Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1192/2018, ΑΠ 1325/2017, ΑΠ 397/2016, ΑΠ 1080/2015).
Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ότι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ιδίου του διαδίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ.
α` του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα αν προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 894/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 2076/2017). Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2190/20, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 παρ. 1, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως.
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παρ. 3 εδ.
α του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 Α.Κ., προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανό της.
Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.
Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 1085/2019, ΑΠ 541/2018, ΑΠ 472/2016, ΑΠ 1827/2012). Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ.
και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο (ΑΠ 1171/2019, ΑΠ 1085/2019, ΑΠ 148/2013). Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα υποκατάστατα όργανα, ανεξαρτήτως αν προέρχονται από το διοικητικό συμβούλιο ή όχι εξομοιώνονται από κάθε άποψη αρμοδιοτήτων, εξουσιών και ευθύνης και, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ή να βεβαιώνει ενόρκως ο τρίτος, υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, αφού ενεργεί και εκπροσωπεί την εταιρεία ως όργανο αυτής, ασχέτως αν ενεργεί ατομικά ή από κοινού με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
Συνεπώς, επί πλειόνων αντιπροσώπων ή συλλογικής εκπροσώπησης η απαγόρευση μαρτυρίας καταλαμβάνει το σύνολο των ασκούντων την εκπροσώπηση, όπως απορρέει και από την τελολογική ερμηνεία της ως άνω διάταξης, διαφορετικά το μεν ένα πρόσωπο που είναι μέλος του Δ.Σ. μιας ανώνυμης εταιρίας, να εξετάζεται ως διάδικος, το δε άλλο που εκπροσωπεί από κοινού την τελευταία ως συμπράττων σύμβουλος, που δεν είναι τυπικά μέλος του Δ.Σ.
αυτής, να εξετάζεται ως μάρτυρας ή ως ενόρκως βεβαιώσας, πράγμα ασύμβατο με το σκοπό της ανωτέρω διατάξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις προσκομισθείσες με επίκληση από την ήδη αναιρεσίβλητη δύο ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι "....
την με αριθ. 4.326/10-3-2017 ένορκη βεβαίωση του Ν. Σ., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελένης Δράγιου, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου της, (όπως προκύπτει από την με αρ. 503Β/7.3.2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Λάρισας, Χ. Γ.) και την με αριθ. 4.325/10-3-2017 ένορκη βεβαίωση του Α.
Τ., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελένης Δράγιου, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου της, (όπως προκύπτει από την με αρ. 503Β/7.3.2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Λάρισας, Χ. Γ., ...", παρά το ότι η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίσθηκε ότι οι άνω ένορκες βεβαιώσεις δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι οι μάρτυρες Ν. Σ. και Α. Τ. κατά το χρόνο λήψεως των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων (10-3-2017) ενεργούσαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης ασκώντας τις από το Δ.Σ. εκχωρηθείσες - μεταβιβασθείσες εκπροσωπευτικές και διαχειριστικές αρμοδιότητες, δηλαδή είχαν οργανική εκπροσωπευτική εξουσία.
Προς τούτο επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα το υπ' αριθ. πρωτ. 692186/13.12.2016 (σε ορθή επανάληψη της 18.5.2017) έγγραφο του ΓΕΜΗ, στο οποίο είχε καταχωρηθεί το σχετικό από 1-11-2016 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν πάσχουν με τις ακόλουθες σκέψεις: "...
Αντίθετα, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. και Τ. δεν πάσχουν, αφού αυτοί δεν αποτελούσαν κατά το Μάρτιο 2017 όργανα της διοικήσεως της εναγομένης εταιρίας, δεν ήταν δηλαδή μέλη του ΔΣ αυτής, οι δε εξουσίες που τους παραχωρούνταν με το από 1.11.2016 πρακτικό του ΔΣ που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ και προσκομίζει η ενάγουσα, είναι αφενός περιορισμένες, αφορούν σε ενέργειες διαχείρισης και όχι εκπροσώπησης και εν τέλει δεν ασκούνται αυτόνομα αλλά με τη σύμπραξη άλλου προσώπου και δη μέλους του ΔΣ, με αποτέλεσμα οι δύο συγκεκριμένοι μάρτυρες να μην θεωρούνται εκπρόσωποι της εναγομένης εταιρίας, αφού δεν μπορούν μόνοι τους και χωρίς τη σύμπραξη μέλους οργάνου της να εκφράσουν τη βούληση του νομικού της προσώπου ούτε απεριορίστως αλλά ούτε και στις απλές πράξεις που τους χορηγείται σχετική αρμοδιότητα και επομένως οι ένορκες βεβαιώσεις τους θα ληφθούν υπόψη".
Κατόπιν αυτού έλαβε υπόψη και τις δύο αυτές ένορκες βεβαιώσεις για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η ένδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή της απλής διανομής και ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος καταγγελίας της από την αναιρεσίβλητη, κάνοντας μάλιστα ρητή αναφορά ότι τα όσα δέχθηκε για τις σχέσεις των διαδίκων προκύπτουν κυρίως από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση του υπ' αριθ. πρωτ. 692186/13.12.2016 (σε ορθή επανάληψη της 18.5.2017) εγγράφου του ΓΕΜΗ, το οποίο παραδεκτά προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι την 13.12.2016 καταχωρίσθηκε στο ΓΕΜΗ το από 1-11-2016 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το οποίο "... Γ) κατόπιν των ανωτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο ανασυγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής: 1.
Α. Α.... Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, 2. ... 3. ... 4. ... 5. ... 6. ... 7. ... 8. ... Δ) ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ: Μετά από πρόταση της Προέδρου κ. Α., αποφασίζεται ομόφωνα και παμψηφεί από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου η ανάκληση όλων των μέχρι σήμερα χορηγηθεισών εξουσιοδοτήσεων και η παροχή νέων ως ακολούθως: 1. Στην κ.
Α. Α.... υπογράφοντας από κοινού υπό την εταιρική επωνυμία με έναν εκ των κ.κ. ... Ν. Σ. του Ι. ... το Διοικητικό Συμβούλιο μεταβιβάζει όλες ανεξαιρέτως τις εξουσίες του άρθρου 11 του Καταστατικού, πλην της εκποιήσεως ακινήτων και της παροχής εμπραγμάτου ασφαλείας επ' αυτών και αναθέτει σ' αυτούς την ενάσκηση των εξουσιών αυτών απεριορίστως, ούτως ώστε αυτοί να εκπροσωπούν την εταιρία σε όλες τις έννομες σχέσεις και συναλλαγές αυτής μετά παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, να συμβάλλονται και να υποχρεώνουν γενικά την Εταιρία, ενεργούντες κάθε ενέργεια και πράξη διοίκησης και διάθεσης της εταιρικής περιουσίας δικαιούμενοι, μεταξύ άλλων, να ενεργούν και τις ακόλουθες πράξεις ενδεικτικά και όχι περιοριστικά αναφερόμενες... 2.
Στην κ. Α. Α.... ενεργώντας και υπογράφοντας με έναν από τους: ... Ν. Σ. του Ι.... αναθέτει την ενάσκηση των ιδίων (υπό 1) ως άνω εξουσιών αλλά μόνον μέχρι του ποσού των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ. 3. Στους αναφερόμενους στις παράγρ. 1 και 2 του παρόντος ενεργούντες και υπογράφοντες ανά δύο μεταξύ τους ή με έναν από τους: ...
Α. Ν. Τ.... αναθέτει την ενάσκηση των ιδίων (υπό 1) ως άνω εξουσιών αλλά μόνον μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ. 4. Στους αναφερόμενους στις παράγρ. 1, 2 και 3 του παρόντος ενεργούντες και υπογράφοντες ανά δύο μεταξύ τους ή με έναν από τους: ... αναθέτει την ενάσκηση των ιδίων (υπό 1) ως άνω εξουσιών αλλά μόνον μέχρι του ποσού των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ...".
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με το από 1-11-2016 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης εταιρίας η οργανική εκπροσώπηση της εταιρίας ανατέθηκε, σύμφωνα με τους ορισμούς του καταστατικού της, συλλογικά σε περισσότερα μέλη του Δ.Σ. αλλά και σε τρίτους, όπως οι Ν. Σ. και Α. Τ., οι οποίοι κατά το χρόνο αυτό αλλά και κατά το χρόνο των καταθέσεών τους δεν ήσαν μέλη του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης εταιρίας, αλλά εργαζόμενοι σ' αυτήν και δη ο Ν. Σ. ήταν διευθυντής πωλήσεων παγωτού και ο Α. Τ. ήταν υπεύθυνος διαχείρισης πωλήσεων παγωτού. Έτσι και τα δύο αυτά πρόσωπα διορίστηκαν νομότυπα υποκατάστατα όργανα αυτού (Δ.Σ.), κατ` άρθρα 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, αφού τους ανατέθηκαν, από κοινού με τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα και δη συλλογικά συμπράττοντες, όλες οι εξουσίες του άρθρου 11 του καταστατικού και άρα δεν πρόκειται για πληρεξούσιους ή εντολοδόχους της εταιρίας.
Συνεπώς, οι ένορκες βεβαιώσεις των εν λόγω προσώπων είναι ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Επομένως, εφόσον το Εφετείο εφόσον έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και μάλιστα παρά την υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα σχετική ένσταση, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχ. Ε αρ. 2 σκέλος του, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4038/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ