Legislator Case Law & Legislation
887/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague Article 559(8) ground failing to specify unconsidered facts affecting case outcome.

Case Number 887/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a livestock feed contract dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence, but the court found the appeal grounds under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure were vague and failed to identify specific facts or their impact on the verdict. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 562(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground alleging a court failed to consider facts or evidence must specifically identify the unconsidered items and their material impact on the case outcome; vague complaints regarding the evaluation of evidence without pinpointing specific facts are inadmissible.

Keywords

AI generated
Article 559(8) Code of Civil Procedure inadmissible appeal grounds vague appeal complaint unconsidered facts requirement material impact on verdict legal costs award contract dispute livestock

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 448(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 887 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 887/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Ντούγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 17/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, η οποία, δεχόμενη την από 1-4-2013 έφεση του αναιρεσείοντος, μεταρρύθμισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 25/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 5.944,96 ευρώ (μείζον του πρωτοδίκως επιδικασθέντος), κατά μερική παραδοχή της από 27-8-2011 αγωγής του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως ζωοτροφών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 §§ 1&3 ΚΠολΔ).

2. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι έμπορος αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων και διατηρεί για τις ανάγκες της εμπορικής του δραστηριότητας κατάστημα στη Ν.

Σ. Ηγουμενίτσας. Ο εναγόμενος είναι κτηνοτρόφος και συγκεκριμένα αποκλειστικά αγελαδοτρόφος και διατηρούσε σχετική κτηνοτροφική μονάδα στη Ν. Σ. Ηγουμενίτσας. Στην κτηνοτροφική αυτή μονάδα ο αριθμός των εκτρεφομένων αγελάδων ανερχόταν, σύμφωνα με την με αριθμό πρωτ. …/28-3-2012 βεβαίωση κατοχής ζωικού κεφαλαίου της Δ/νσης Αγροτικής οικονομίας και Κτηνιατρικής της περιφέρειας Ηπείρου, κατά το έτος 2006 σε 28 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες και 9 ανήλικα βοοειδή, κατά το έτος 2007 σε 29 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες και 9 ανήλικα βοοειδή, κατά το έτος 2008 σε 21 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες και 10 ανήλικα βοοειδή και κατά το έτος 2009 σε 11 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες.

Ως σιτηρέσιο των άνω αγελάδων και βοοειδών χρησιμοποιούνται οι ζωοτροφές μηδική, ενσίρωμα αραβοσίτου, σόγια, καρπός αραβοσίτου, κριθάρι και πίτυρα. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμό πρωτ. …/28-3-2012 βεβαίωση της Δ/νσης Αγροτικής οικονομίας και Κτηνιατρικής της περιφερειακής ενότητας Θεσπρωτίας ο εναγόμενος δεν διατηρούσε εκτροφή πάχυνσης Μόσχων.

Από το έτος 2007 και μέχρι το έτος 2009 ο εναγόμενος αγόραζε τις αναγκαίες για το σιτηρέσιο της άνω κτηνοτροφικής του μονάδας ζωοτροφές από τον ενάγοντα και εξοφλούσε το τίμημα κάθε 15-20 εκάστου μηνός, οπότε και ο ίδιος πληρωνόταν από την εταιρεία "...", στην οποία πωλούσε το γάλα. Για τις άνω συναλλαγές ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχουν εκδοθεί τα πιο κάτω αναφερόμενα τιμολόγια επί πιστώσει αορίστως με καταληκτική ημεροχρονολογία εξοφλήσεως την αρχή του έτους 2009, τα οποία ο εναγόμενος δεν του έχει εξοφλήσει μέχρι και σήμερα Τα σχετικά για τις άνω συναλλαγές τιμολόγια, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει σε φωτοτυπίες ο ενάγων, έχουν αριθμούς …/30-6-2007, ποσού 973,58 ευρώ, …/30-6-2007, ποσού 2.038,90 ευρώ, …/5-7-2008, ποσού 1.354,75 ευρώ, …/29-9-2007, ποσού 1.386,48 ευρώ, …/15-12-2007, ποσού 1.066,02 ευρώ, …/23-12-2008, ποσού 3.492,46 ευρώ, …/13-8-2008, ποσού 1.066,02 ευρώ, …/25-2-2009, ποσού 555,90 ευρώ, …/20-3-2009, ποσού 2.005,60 ευρώ, …/15-5-2009, ποσού 2.572,40 ευρώ και επ' αυτών υπάρχει η ένδειξη "Ε.Π.".

Όπως όμως προκύπτει από την αντιπαραβολή των άνω σε φωτοτυπία τιμολογίων, προς τα αντίστοιχα πρωτότυπα αυτών, τα οποία ο ενάγων είχε χορηγήσει στον εναγόμενο και τα οποία ο τελευταίος προσκομίζει, μόνο τα με αριθμούς …/13-8-2008 ποσού 1.066,02 ευρώ, …/29-9-2007 ποσού 1.386,48 ευρώ και το …/23-12-2008 ποσού 3.492,46 ευρώ τοιαύτα έχουν την ένδειξη "Ε.Π." δηλαδή "επί πιστώσει", τα οποία και δεν έχουν εξοφληθεί, όπως τούτο παραδέχεται και ο εναγόμενος.

Σε όλα τα υπόλοιπα δεν υπάρχει η ένδειξη "Ε.Π.", στοιχείο που αποδεικνύει ότι έχουν εξοφληθεί, κρίση στην οποία οδηγείται το Δικαστήριο από τους ισχυρισμούς του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος στηρίζει την μη εξόφληση στην επίκληση της ένδειξης "Ε.Π.".

Συνεπώς, από την άνω αιτία ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό που αντιπροσωπεύουν τα συγκεκριμένα τιμολόγια ύψους 5.944,96 ευρώ. Πρέπει δε να λεχθεί ότι, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. …/23-1-2012 βεβαίωση της Δ/νσης Αγροτικής οικονομίας και Κτηνιατρικής της περιφέρειας Ηπείρου, ο εναγόμενος από το έτος 2005 και μέχρι την έκδοση της βεβαίωσης δεν είχε υποβάλει αίτηση για να υπαχθεί σε πρόγραμμα επιδότησης και έτσι διαψεύδεται και ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος ως προς το ότι τα άνω τιμολόγια εκδόθηκαν όλα επί πιστώσει αορίστως και με τη συμφωνία ότι θα τα εξοφλούσε ο εναγόμενος όταν θα έπαιρνε χρήματα από την επιδότηση των 80.000 ευρώ, που περίμενε από το Δημόσιο, με καταληκτική ημερομηνία την αρχή του έτους 2009, όπως τον είχε διαβεβαιώσει και ο κτηνίατρος Σ.

Β., ο οποίος όμως με την άνω ένορκη βεβαίωση του τον διαψεύδει. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του εναγομένου παρήγγειλε από την εταιρεία χονδρεμπορίου Ζωοτροφών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... τις ποσότητες προϊόντων που αναφέρονται στα τιμολόγια - δελτία αποστολής με αριθμούς .../2007, .../2007, .../2007, .../2007, .../2007, .../2007, .../2007, .../2007, .../2007, .../2007, .../2007, .../2008, .../2008, .../2008, .../2008, .../2008, .../2008, .../2008, .../2008 συνολικής αξίας 27.233,38 ευρώ, τα οποία παραδίδονταν απ' ευθείας στη μονάδα του εναγομένου αλλά εξοφλούνταν από τον ίδιο (ενάγοντα).

Από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι ζωοτροφές που αντιστοιχούν στα άνω τιμολόγια παραδόθηκαν στον εναγόμενο. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο οδηγείται από το γεγονός ότι το είδος των ζωοτροφών οι οποίες αναφέρονται επί των εν λόγω τιμολογίων, αφορούν ζωοτροφές για αιγοπρόβατα και όχι για γαλακτοφόρες αγελάδες που ο εναγόμενος εξέθρεψε, ο δε εναγόμενος, όπως τούτο προκύπτει από την ως άνω υπ' αρ.

…/23-1-2012 βεβαίωση, δεν διατηρούσε εκτροφή αιγοπροβάτων ούτε εκτροφή πάχυνσης Μόσχων. Το ότι στα εν λόγω τιμολόγια αναγράφεται το όνομα του εναγομένου δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο, άνευ άλλου, σε διαφορετική κρίση. Και τούτο διότι με δεδομένο ότι τα εν λόγω τιμολόγια, καίτοι είχαν εκδοθεί επ' ονόματι του εναγομένου, κατά του οποίου και μόνο θα ηδύνατο να στραφεί η εκδούσα αυτά πωλήτρια εταιρεία και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες της εκδόσεως διαταγών πληρωμής, και ουδένα κίνδυνο διέτρεχε ο ενάγων εκ της μη εξοφλήσεως τους, εν τούτοις φέρονται να εξοφλούνται από τον ενάγοντα, ως μη όφειλε, και χωρίς να τον υποχρεώνει κανένας και μάλιστα σε χρόνο που κατά τους ισχυρισμούς του ο εναγόμενος του όφειλε το ποσό των 64.000 ευρώ από προηγούμενες συναλλαγές που εχρονολογούντο από το έτος 2007.

Σύμφωνα με τα παραπάνω οι συναλλαγές και οι ζωοτροφές που αντιστοιχούσαν στα εν λόγω τιμολόγια με εκδότρια την Εταιρεία .... δεν έχουν σχέση με τον εναγόμενο, αλλά είναι προφανές ότι κατά τρόπο φορολογικά μεθοδευμένο, με την ανοχή και του εναγομένου, εν τοις πράγμασι τελικό προορισμό είχαν τη επιχείρηση του ενάγοντος και την περαιτέρω διοχέτευσή τους σε εκτροφείς αιγοπροβάτων κάι όχι τον αγελαδοτρόφο εναγόμενο.

Κατά συνέπεια, η αγωγή κατά το σκέλος της οφειλής από τα άνω τιμολόγια εκδόσεως της Εταιρείας "...." πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ισχυρίζεται επίσης ο ενάγων στην αγωγή του ότι πώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο σε διάφορες ημερομηνίες από 3-9-2007 έως και 6-9-2009 τις αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενες ζωοτροφές για τις οποίες (πωλήσεις) εκδόθηκαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών συνολικού ύψους 64.511,39 ευρώ.

Προς απόδειξη των εν λόγω πωλήσεων επικαλείται και προσκομίζει ένα τετράδιο, στο εξώφυλλο του οποίου υπάρχει ο τίτλος "ΒΙΒΛΙΟ ΑΔΕΙΩΝ" και εντός αυτού υπάρχουν σχισμένες σελίδες και ξεκινώντας από το έτος 2009 και συνεχίζοντας στο 2008 έχει καταχωρήσει διάφορες ημερομηνίες και έναντι αυτών αριθμούς, στη συνέχεια διαγράφει μία σελίδα που αφορά το έτος 2007 και 2008 και συνεχίζει με το έτος 2007 και με όμοιες καταχωρήσεις και κατά τον ίδιο τρόπο με το έτος 2008 και το έτος 2009.

Το εν λόγω όμως τετράδιο δεν πληροί τους όρους του άρθρου 444 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επίσημο βιβλίο εμπόρου και εντεύθεν ως ιδιωτικό έγγραφο, ώστε να αποτελεί πλήρη απόδειξη κατ' άρθρο 445, 447 και 448 Κ.Πολ.Δ. Ούτε όμως και η κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος - υπαλλήλου του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Σ.

Μ. μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε κρίση ότι πραγματοποιήθηκαν οι άνω συναλλαγές ύψους 64.511,39 ευρώ, αν ληφθεί υπόψη α) ότι ενώ ο ενάγων κάνει λόγο για οφειλές του εναγομένου μέχρι το 2009 συνολικού ύψους 96.828, 37 ευρώ, ο εν λόγω μάρτυς καταθέτει ότι ο εναγόμενος όφειλε 64.000 ευρώ το 2009, β) ενώ σύμφωνα με τα τιμολόγια που κατά τα πιο πάνω αποδειχθέντα εξέδωσε ο ίδιος ο ενάγων μέχρι το 2009 ο εναγόμενος αγόραζε με τιμολόγια και με δεδομένο ότι ο εναγόμενος αφενός τηρούσε βιβλία Εσόδων - Εξόδων στα οποία καταχωρούσε συναλλαγές με τιμολόγια δεν είναι νοητή η αγορά με αποδείξεις λιανικής τις οποίες δεν μπορούσε να αξιοποιήσει φορολογικά και γ) ο εναγόμενος φέρεται σε ημερομηνίες κατά τις οποίες αυτός προέβαινε σε αγορές για τις οποίες εκδίδονταν τιμολόγια πώλησης να αγοράζει με αποδείξεις λιανικής, όπως τούτο ενδεικτικά προκύπτει ότι συνέβη στις 29-9-2007, 20-3-2009 και στις 15-5-2009.

Ενώ πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι ο ενάγων δεν προσκομίζει τα στελέχη των αποδείξεων λιανικής πώλησης, τις οποίες ισχυρίζεται ότι εξέδιδε και παρέδιδε στον εναγόμενο με κάθε αγορά. Πλέον των ανωτέρω με δεδομένο ότι, όπως προκύπτει από τις Δηλώσεις Ενιαίας Ενίσχυσης των ετών 2006, 2007, 2008, 2009 που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, ο ίδιος εκμεταλλευόταν δικές του αγροτικές ιδιοκτησίες για παραγωγή ζωοτροφών, σε συνδυασμό α) με τον αριθμό των ζώων που εξέτρεφε, τα οποία σύμφωνα με την με αριθμό πρωτ.

…/28-3-2012 βεβαίωση κατοχής ζωικού κεφαλαίου της Δ/νσης Αγροτικής οικονομίας και Κτηνιατρικής της περιφέρειας Ηπείρου ανέρχονταν κατά το έτος 2006 σε 28 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες και 9 ανήλικα βοοειδή, κατά το έτος 2007 σε 29 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες και 9 ανήλικα βοοειδή, κατά το έτος 2008 σε 21 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες και 10 ανήλικα βοοειδή και κατά το έτος 2009 σε 11 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες, και όχι σε 80 με 100 που καταθέτει ο άνω μάρτυς, και β) με την από Ιανουαρίου 2013 Τεχνική έκθεση του Γεωπόνου Ε.

Κ. για τον υπολογισμό της ποσότητας των ζωοτροφών, δεν δικαιολογείται η αγορά τέτοιων ποσοτήτων ζωοτροφών. Επομένως, η αγωγή κατά το άνω σκέλος της οφειλής από αποδείξεις παροχής υπηρεσιών λιανικής πώλησης συνολικού ύψους 64.511,39 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 5.944,96 ευρώ, απέρριψε δε αυτήν τόσο κατά το σκέλος της επικαλούμενης οφειλής του αναιρεσιβλήτου από τα τιμολόγια της εταιρείας "....", ύψους 27.233,38 ευρώ όσο και κατά το σκέλος των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών συνολικού ύψους 64.511,39 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 416 και 513 επ. ΑΚ. Επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, είναι ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, αφού, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και μάλιστα παραβάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513, 531, 416 και 417 του ΑΚ, ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εξόφλησε το υπόλοιπο πιστωθέν τίμημα των τιμολογίων και των αποδείξεων λιανικής πωλήσεως που αναφέρονται στην αγωγή.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτόν αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ρηθείσης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Εξ άλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το τελευταίο μέρος του, με τον οποίον προβάλλεται ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σχετικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δε διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων ως προς την προαναφερόμενη συμφωνία και επομένως δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες. 3.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, δηλαδή εκείνη που αποτελεί κεφάλαιο δίκης. Από αυτό παρέπεται ότι όταν το δικαστήριο επιδίκασε ελάσσον του αιτηθέντος δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως διότι το επιδικασθέν έλασσον περιέχεται στο αιτηθέν μείζον, που αποτελεί το κεφάλαιο της δίκης.

Επομένως, με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε το εμπορικό βιβλίο του αναιρεσείοντος και έτσι άφησε αδίκαστη την αγωγή του κατά το μέρος αυτό, δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, όπως αντιθέτως επιχειρεί αυτός να προβάλει σχετική πλημμέλεια με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο του αναιρετηρίου-κατά το πρώτο μέρος του- από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Αλλά και κατά το δεύτερο μέρος του ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του ως άνω άρθρου με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο το βιβλίο αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο, ασχέτως του ότι έκρινε ότι δεν δύναται να συναγάγει πλήρη απόδειξη κατ' άρθρο 448 § 1 ΚΠολΔ από το περιεχόμενο αυτού διότι δεν έχει τηρηθεί κατά τους νόμιμους τύπους. 4.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα πράγματα αυτά που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αφού ο αναιρεσείων, πέρα από τη μνεία της διατάξεως αυτής, δεν προσδιορίζει συγκεκριμένο ισχυρισμό του που αυτός πρότεινε είτε προς στήριξη κατά νόμο της αγωγής του είτε προς θεμελίωση αντενστάσεώς της είτε προς απόκρουση κάποιας ενστάσεως του αντιδίκου του, είτε ως λόγο εφέσεως και δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας ή ισχυρισμό που το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να έχει προταθεί, παραπονούμενος μόνο για την μη λήψη υπόψη πραγματικών επιχειρημάτων που αυτός πρότεινε για την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία εκτίθενται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως. 5.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2016 αίτηση του Θ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 17/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ