Legislator Case Law & Legislation
887/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of res judicata and procedural impropriety regarding wage dispute.

Case Number 887/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute over wages. The appellant argued that the lower court violated his property rights by applying outdated collective agreements after final judgments had already established his entitlement to higher rates. The court found the appeal inadmissible because the appellant had previously failed to raise the issue of a specific collective agreement as a valid basis for his claim, and the lower court correctly applied the principle of res judicata to the established facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata bars the relitigation of issues already finally decided, and a late claim based on a specific collective agreement constitutes an impermissible change of the cause of action when no agreement was previously established.

Keywords

AI generated
res judicata labor dispute wage determination collective agreement procedural impropriety change of cause of action property rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 887 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 887/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Πολυχρονιάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2525/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 3440/2001 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1110/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2592/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/2/2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 20/1/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη υπόθεση εισάγεται για συζήτηση με την από 18.01.2016 κλήση του αναιρεσείοντος.

1. Με την από 9-6-1997 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ζήτησε την επιδίκαση διαφορών μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1992 ως 31-5-1997, συνολικού ποσού δραχμών, εκ των οποίων, ύστερα από περιορισμό του αρχικού αιτήματος, ζήτησε 1.000.000 δραχμές με καταψηφιστική διάταξη και δραχμές με αναγνωριστική διάταξη.

Με την 2525/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή έγινε δεκτή στο σύνολό της. Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου, εκδόθηκε η 3440/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή, η εκκληθείσα απόφαση εξαφανίσθηκε στο σύνολό της και, αφού απορρίφθηκαν οι ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1992 μέχρι 31-7-1994, η αγωγή έγινε δεκτή κατά το υπόλοιπο μέρος.

Μετά την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του εναγομένου, εκδόθηκε η 1110/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία η αναιρεσιβληθείσα απόφαση αναιρέθηκε κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτή την αγωγή και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς νέα κρίση στο Εφετείο Αθηνών. Μετά τη μετ' αναίρεση συζήτηση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2592/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε και πάλι δεκτή, η εκκληθείσα απόφαση εξαφανίσθηκε, η αγωγή δικάσθηκε εκ νέου ως προς τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-8-1994 μέχρι 31-5-1997 (διότι, ως προς τις αξιώσεις του προγενέστερου χρονικού διαστήματος εξακολουθούσε να ισχύει το μη αναιρεθέν, απορριπτικό μέρος της 3440/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών) και, κατόπιν τούτου, η αγωγή α) ως προς τις επί μέρους αξιώσεις από 1-8-1994 μέχρι 31-12-1994 απορρίφθηκε ως παραγραμμένη, β) ως προς τις επί μέρους αξιώσεις από 1-1-1995 μέχρι 22-2-1995 απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη και γ) ως προς τις επί μέρους αξιώσεις από 23-2-1995 μέχρι 31-5-1997 απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Με την κρινόμενη αίτηση, ο ενάγων - εφεσίβλητος ζητεί την αναίρεση της ως άνω, νέας απόφασης του Εφετείου, για τους λόγους που εκθέτει σ' αυτήν (ΚΠολΔ 495 παρ.1 και 2, 552, 553 παρ.1 περ.β', 556 παρ.1, 558 και 564 παρ.3).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 106 και 116 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα: Προϋπόθεση της υποβολής ενός αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας είναι η ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος. Η επίκληση των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον, αποτελεί βάρος του αιτούντος την παροχή δικαστικής προστασίας και πρέπει να γίνεται με σαφήνεια, καλοπιστία και ειλικρίνεια.

Η συνδρομή των ως άνω όρων ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Όταν οι όροι αυτοί δεν τηρούνται, πράγμα που συμβαίνει και επί αντιφατικών ισχυρισμών, το αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας καθίσταται απαράδεκτο. Η άρνηση, όμως, της νομικής βασιμότητας μιας αξίωσης ή, για την περίπτωση που η αξίωση αυτή ήθελε κριθεί νομικά βάσιμη, η ουσιαστική της αμφισβήτηση, όπως συμβαίνει και με την προβολή της ενστάσεως παραγραφής, δεν αποτελούν αντιφατικούς ισχυρισμούς, διότι ερείδονται επί διαφορετικών προϋποθέσεων.

Κατά συνέπεια, η άρνηση μιας αξίωσης και η ένσταση της παραγραφής αυτής, προβαλλόμενες παραλλήλως, ως λόγοι έφεσης, δεν είναι απαράδεκτοι. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι οι λόγοι της εφέσεως, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν αντιφατικοί, διότι με αυτούς διατυπωνόταν αφ' ενός αμφισβήτηση του νομικού καθεστώτος που διέπει τους όρους αμοιβής και εργασίας του αναιρεσείοντος και αφ' ετέρου ισχυρισμός περί παραγραφής των αξιώσεων αυτού για διαφορές μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών και προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο (ΚΠολΔ 559 αρ.14), είναι αβάσιμος.

3. Στα άρθρα 562 παρ.1, 579 παρ.1 εδ.α', 580 παρ.4 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική", ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" και ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2592/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετ' αναίρεση και κατόπιν παραπομπής με την 1110/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ότι ο ήδη αναιρεσείων ηλεκτροτεχνίτης (τότε, διαδοχικώς, ενάγων, εφεσίβλητος και αναιρεσίβλητος), με την από 9-6-1997 αγωγή, είχε εισαγάγει προς κρίση τις αξιώσεις του έναντι του ήδη αναιρεσίβλητου νοσηλευτικού ιδρύματος (τότε, διαδοχικώς, εναγομένου, εκκαλούντος και αναιρεσείοντος), με το οποίο συνδεόταν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, να λάβει διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1992 μέχρι 31-5-1997.

Ότι, για την επί μέρους χρονική περίοδο από 1-1-1992 μέχρι 31-7-1994, οι ένδικες αξιώσεις είχαν απορριφθεί με την προηγηθείσα 3440/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν είχε αναιρεθεί και είχε καταστεί τελεσίδικη (η αναίρεση είχε ζητηθεί, τότε, από το εναγόμενο νοσηλευτικό ίδρυμα, το οποίο δεν βλαπτόταν από την εν λόγω απορριπτική διάταξη).

Ότι, για την αμέσως επόμενη, επί μέρους χρονική περίοδο από 1-8-1994 μέχρι 31-12-1994, οι ένδικες αξιώσεις είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή, η οποία προβλέπεται για τις μισθολογικές απαιτήσεις του προσωπικού των ΝΠΔΔ, είχε αρχίσει στο τέλος του έτους 1994 και, χωρίς να έχει διακοπεί έκτοτε νομίμως, είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Ιούνιος 1997, άρθρα 48 επ.

του ν.δ. 496/1974), πράγμα που είχε γίνει δεκτό από την 1110/2003 αναιρετική απόφαση. Ότι, για την ακολούθως επόμενη, επί μέρους χρονική περίοδο από 1-1-1995 μέχρι 22-2-1995, υπήρχε δεδικασμένο ως προς τις διατάξεις που ρύθμιζαν το ύψος των αποδοχών, τις οποίες δικαιούταν ο ενάγων και ως προς το βασικό μισθό (54.029 δραχμές), επί του οποίου έπρεπε να γίνει ο υπολογισμός των διαφόρων επιδομάτων, συναγόμενο από τις επί προηγουμένων αγωγών του ιδίου εκδοθείσες 7922/1991 και 471/1997 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, πράγμα που, επίσης, είχε γίνει δεκτό από την 1110/2003 αναιρετική απόφαση.

Ότι οι αποδοχές, τις οποίες ο ενάγων είχε λάβει, πραγματικά, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (από 1-1-1995 μέχρι 22-2-1995, όπως ο ίδιος τις προσδιόριζε στην αγωγή), ήταν υπέρτερες εκείνων, τις οποίες θα έπρεπε να λάβει αν ο υπολογισμός γινόταν με τον ως άνω βασικό μισθό, για τον οποίο ίσχυε το δεδικασμένο, με αποτέλεσμα οι ένδικες αξιώσεις να καθίστανται ουσιαστικώς αβάσιμες (ο ενάγων στήριζε τις αξιώσεις της υπό κρίση αγωγής στις ΔΔΔΔ 42/1981 Πειραιώς και ΔΔΔΔ 74/1982 Αθηνών, περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, η δεύτερη των οποίων παρέπεμπε στις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ, οι οποίες, όμως, λόγω του δεδικασμένου που είχε γίνει δεκτό ως προς το ισχύον νομικό καθεστώς και το ύψος του βασικού μισθού μέχρι την 22-2-1995, δεν μπορούσαν να έχουν εφαρμογή, πράγμα που είχε δεχθεί η αναιρετική ΑΠ 1110/2003).

Ότι, για την τελευταία, επί μέρους χρονική περίοδο από 23-2-1995 μέχρι 31-5-1997 δεν ίσχυε κάποιο δεδικασμένο, διότι είχε παύσει να ισχύει η ΔΑ 26/1994, που είχε εφαρμοσθεί από την 471/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία παρήγαγε το δεδικασμένο για την προηγούμενη χρονική περίοδο, οπότε το δικαστήριο όφειλε αυτεπαγγέλτως να αναζητήσει τις διατάξεις που ρύθμιζαν τους όρους αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος.

Ότι οι διατάξεις αυτές ήταν οι περιεχόμενες στην από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ (δηλαδή της ομοσπονδίας που εκπροσωπεί τα σωματεία των εργαζομένων στα νοσηλευτικά ιδρύματα της Χώρας, όπως ο ενάγων), οι οποίες ναι μεν δεν είχαν εφαρμοσθεί από τις 7922/1991 και 471/1997 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, για τα χρονικά διαστήματα επί των οποίων είχαν κληθεί να αποφανθούν, αλλά θα έπρεπε να εφαρμοσθούν από 23-2-1995, που είχε παύσει να ισχύει το νομικό καθεστώς επί των οποίων, έστω εσφαλμένα, είχαν στηριχθεί οι αποφάσεις εκείνες, πράγμα που, επίσης, είχε γίνει δεκτό από την 1110/2003 αναιρετική απόφαση.

Ότι, ως εκ τούτου, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος για την εν λόγω χρονική περίοδο, ήταν μη νόμιμες, διότι θεμελιώνονταν σε διατάξεις που δεν μπορούσαν να έχουν εφαρμογή (στις ΔΔΔΔ 42/1981 Πειραιώς και ΔΔΔΔ 74/1982 Αθηνών και στις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ). Ότι, τέλος, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, σύμφωνα με τον οποίο είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και του εναγομένου ότι δεν θα ισχύσει ως προς την αμοιβή του η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αποτελεί νέα βάση της αγωγής, όπως και πάλι επισημάνθηκε με την 1110/2003 αναιρετική απόφαση, η οποία προβάλλεται απαραδέκτως (ΚΠολΔ 224).

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε εκ νέου την από 9-6-1997 αγωγή και την απέρριψε και ως προς τα ως άνω κεφάλαια (σε αντιστοιχία προς τις αναφερθείσες χρονικές περιόδους), ως προς τα οποία είχε γίνει δεκτή με το αναιρεθέν μέρος της 3440/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι το Εφετείο, με όλα, όσα δέχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενήργησε σε συμμόρφωση προς την 1110/2003 αναιρετική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλονται ως σφάλματα αφ' ενός οι παραδοχές της αναιρετικής απόφασης και αφ' ετέρου οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου που διατυπώθηκαν σε συμμόρφωση προς την αναιρετική απόφαση και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 14 και 18, είναι απαράδεκτος.

4. Στο άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο [μεταξύ άλλων περιπτώσεων] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Στο άρθρο 1 εδ. α' του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του (απολαύσεως των αγαθών του)". Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επήλθε παραβίαση της ως άνω διατάξεως του Προσθέτου Πρωτοκόλλου, ισχυριζόμενος ότι το αναιρεσίβλητο, επί σειρά πολλών ετών, προσδιόριζε τις αποδοχές του σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και τις ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών του Δημοσίου κλπ και είχε αναγνωρίσει ότι στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας δεν έχει εφαρμογή η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ (δηλαδή της ομοσπονδίας που εκπροσωπεί τα σωματεία των εργαζομένων στα νοσηλευτικά ιδρύματα της Χώρας, όπως ο ενάγων).

Ότι τα δικαστήρια της ουσίας, με τις εκδοθείσες 7922/1991 και 471/1997 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, είχαν αναγνωρίσει ότι οι αποδοχές του αναιρεσείοντος ρυθμίζονται με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ, σύμφωνα με τις οποίες ήταν υπέρτερες από τις καταβαλλόμενες εκ μέρους του αναιρεσίβλητου. Ότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά δημιουργήθηκε υπέρ αυτού δικαίωμα να προσδοκά ότι η αμοιβή του, για την εργασία που εξακολουθούσε να προσφέρει στο αναιρεσίβλητο, θα είναι αφ' ενός απαλλαγμένη από τους περιορισμούς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και αφετέρου σύμφωνη με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓ- ΣΣΕ.

Ότι, τέλος, το δικαίωμα αυτό, που αναγόταν στη διατήρηση των αγαθών που είχε επιτύχει να απολαμβάνει στο παρελθόν, καταλύθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Παρατηρείται, όμως, ότι το επί της περιουσίας δικαίωμα του αναιρεσείοντος συνίσταται στο να λαμβάνει ως αντάλλαγμα της εκ μέρους αυτού παρεχόμενης εργασίας την εκάστοτε νόμιμη αμοιβή ή τη συμφωνηθείσα, εφ' όσον η τελευταία είναι μεγαλύτερη από τη νόμιμη.

Ο ίδιος ουδόλως επικαλείται ότι έθεσε παραδεκτώς ζήτημα συμφωνημένης αμοιβής. Αντιθέτως, ζήτησε κατ' επανάληψη διαφορές αποδοχών, θεμελιώνοντας τις αξιώσεις του σε γενικώς ισχύουσες διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Το δικαστήριο της ουσίας, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, δέχθηκε ότι η επίκληση συμφωνίας σχετικά με τον προσδιορισμό της αμοιβής του έγινε οψίμως και αποτέλεσε απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Ως εκ τούτου, η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας, μετά το πέρας του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ίσχυε δεδικασμένο από τις προηγουμένως εκδοθείσες τελεσίδικες αποφάσεις, ορθή αναζήτηση του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει τους όρους της αμοιβής του αναιρεσείοντος, αποτελεί θεμιτή ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και δεν παραβιάζει κάποιο δικαίωμα του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος. Τέλος, o αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.02.2009 αίτηση του E. Α. για αναίρεση της 2592/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών( 3ο Τμήμα).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ