Legislator Case Law & Legislation
887/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on contract interpretation and statutory application.

Case Number 887/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by LARKO against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court violated substantive law by failing to apply specific contract interpretation rules and by incorrectly applying statutory provisions regarding interest rates. The court rejected these claims, finding that the lower court had explicitly addressed the contract's terms and that the appellant's arguments regarding legal gaps and statutory application were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if substantive law was violated or the decision lacks legal basis; the court must find a genuine gap or ambiguity in the contract to apply interpretative rules, and the appellate court does not re-evaluate factual findings.

Keywords

AI generated
contract interpretation rules substantive law violation legal basis requirement appellate review limits interest rate calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 93(3) of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
General Assembly of the Supreme Court 7/2006
General Assembly of the Supreme Court 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 887 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 887/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Α.Ε. ΛΑΡΚΟ ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Φίλιππο Φιλιππόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λαρύμνης ΛΑΡΚΟ" , που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και τελεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, εκπροσωπουμένης υπό του εκκαθαριστού της Σ. Μ. του Γ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Καλαβρό και Βασίλειο Κουλούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3043/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4777/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της ως και τους από 8 Μαρτίου 2011 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωσητης παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξετέρου η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ανακοπής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.

Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ή της ανακοπής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ανακοπή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγοι αναίρεσης. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής :<< Με την 9916/1998 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών) επικυρώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 45 του ν. 1892/1990 και 5 παρ. 1 , εδ.β και δ του ν. 1836/1983 η από 27-04-1998 σύμβαση, ρύθμισης χρεών της εναγομένης, μεταξύ αφενός αυτής (εναγομένης), η οποία στην εν λόγω σύμβαση αναφέρεται ως ΝΕΑ ΛΑΡΚΟ αφετέρου α) του Οργανισμού Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ) Α.Ε β) της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) γ)της τελούσας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως ενάγουσας εταιρίας, η οποία στη σύμβαση αναφέρεται ως ΠΑΛΑΙΑ ΛΑΡΚΟ και εκ τρίτου α} του Οργανισμού Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ) Α.Ε β) της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού γ) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και δ) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Έψιλον Κεφαλαίου Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Ενεργητικού και Παθητικού".

Στην εν λόγω σύμβαση αναφέρεται ότι ελήφθη υπόψη ότι η N. ΛΑΡΚΟ (εναγομένη) βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών και το σύνολο των οφειλών της μέχρι 31- 121996 ανερχόταν σύμφωνα με τον ισολογισμό της χρήσης 1998 και τα τηρούμενα από αυτή βιβλία στο ποσό των 49.836.819.054 δραχμών, από τα οποία ποσό 8.983.610.469 δραχμών ήτοι ποσοστό 18,3 % στον ΟΑΕ, 12.361.737.485 δρχ ήτοι ποσοστό 24,80 % στη ΔΕΗ, ποσό 22.585.616.264 δραχμών ήτοι ποσοστό 45,32 % στην παλαιά ΛΑΡΚΟ (ενάγουσα) και ποσό 5.905.854.836 δραχμών ήτοι ποσοστό 11,85% στους λοιπούς πιστωτές, σύμφωνα δε με το ισοζύγιο της 3112-1997 και τα τηρούμενα από αυτή βιβλία στο ποσό των 56.686.519.450 δραχμών, από τα οποία τα αντίστοιχα ποσά για ΟΑΕ, ΔΕΗ, Π.ΛΑΡΚΟ και λοιπούς πιστωτές ανέρχονται σε 11.120.837.085 δρχ, 14.934.141.756 δρχ 24.305.952.453 δρχ και 6.305.588.176 δρχ και τα αντίστοιχα ποσοστά σε 20%, 26%, 43% και 11%. 'Οτι η Ν.ΛΑΡΚΟ παρουσιάζει έκδηλη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της λόγω έλλειψης ρευστότητας, έχουν δε συσσωρευθεί οι παραπάνω οφειλές της που είναι ληξιπρόθεσμες.

Ότι οι παραπάνω απαιτήσεις των ΟΑΕ, ΔΕΗ και Π.ΛΑΡΚΟ είναι επισφαλείς, έχουν δε προέλθει και από λογισμό τόκων υπερημερίας προς 21-28%, όσον αφορά τις απαιτήσεις της Π.ΛΑΡΚΟ και της ΔΕΗ και επίσης τόκων υπερημερίας με τρίμηνο ανατοκισμό, όσον αφορά τις απαιτήσεις του ΟΑΕ. Ότι η Ν.ΛΑΡΚΟ, σύμφωνα με τη μελέτη βιωσιμότητας της ΕΤΕΒΑ, μπορεί να καταστεί βιώσιμη εφόσον εκπληρωθούν οι αναφερόμενες στη μελέτη προϋποθέσεις. 'Οτι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη ρύθμιση και τον περιορισμό των χρεών της Ν.ΛΑΡΚΟ κατ' εφαρμογή των διατάξεων τον άρθρον 44 του ν. 1892/1990.

Σύμφωνα με τα παραπάνω οι συμβαλλόμενοι, εκ των οποίων οι αφετέρου συμβαλλόμενοι, ήτοι οι ΟΑΕ, ΔΕΗ και Π.ΛΑΡΚΟ ως πιστωτές και οι εκ τρίτου συμβαλλόμενοι, ήτοι ΟΑΕ, ΔΕΗ, ΕΤΕ και ΕΨΙΛΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ως μέτοχοι αυτής, αφού διαπιστώνουν ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη ρύθμιση και περιορισμό των χρεών της Ν.ΛΑΡΚΟ με την εφαρμογή των διατάξεων τον άρθρον 44 τον ν. 1892/1990, με σκοπό την εξυγίανση της Ν.ΛΑΡΚΟ, συμφωνούν και κάνουν αμοιβαία αποδεκτά τα παρακάτω, ρυθμίζοντας πλέον τις μεταξύ τους σχέσεις ως εξής:

Οι ΟΑΕ, ΔΕΗ κατ Π.ΛΑΡΚΟ συμφωνούν : α) να λογίσουν τους τόκους επί του κεφαλαίου που τους οφείλει η Ν.ΛΑΡΚΟ από το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας του κεφαλαίου κάθε ανωτέρω οφειλής μέχρι 31-12-1997 προς 6%, παραιτούμενοι των πέραν αυτών τάκων (υπερημερίας ή άλλων) και εις οιοδήποτε ποσοστό ή ποσό και αν ανέρχονται οι τόκοι αυτοί, δια των οποίων επιβαρύνετο στο παρελθόν η Ν.ΛΑΡΚΟ, με αποτέλεσμα οι συνολικές υποχρεώσεις της, από κεφάλαιο και τόκους προς τους αφετέρου συμβαλλομένους να έχουν ανέλθει στα παραπάνω αναφερόμενα ποσά.

β) να κεφαλαιοποιηθούν την 31-121997 οι εξ 6% τόκοι που προκύπτουν μέχρι την ημερομηνία αυτή (31-12-1997). Κατ' αυτόν τον τρόπο οι νέες απαιτήσεις των ΟΑΕ, ΔΕΗ και Π.ΛΑΡΚΟ ανέρχονται πλέον την 31-12-1997 στα αντίστοιχα ποσά των 2.594.425.010 δρχ, 8.386.028.4 δρχ, και 10.495.164.293 δρχ, τα οποία γίνονται αμοιβαία αποδεκτά από όλους τους εδώ συμβαλλομένους, αποσβενυμένων κατά το διαφέρον των παλαιών οφειλών. 2.

Οι απαιτήσεις αυτές, όπως διαμορφώνονται με την ως άνω ρύθμιση θα εκτοκίζονται με σταθερό επιτόκιο 6% το χρόνο.

3. H καταβολή των απαιτήσεων των ΟΑΕ, ΔΕΗ και Π. ΛΑΡΚΟ, όπως αυτές διαμορφώνονται πλέον, θα γίνεται ως εξής :α) Από τα ετήσια προ τόκων και αποσβέσεων κέρδη της N. ΛΑΡΚΟ, θα καταβάλλονται οι ετήσιοι αναλογούντες τόκοι μέσα στο πρώτο πεντάμηνο του επόμενου έτους κατά το οποίο θα έχουν πραγματοποιηθεί τα κέρδη, αρχής γενομένης από τη χρήση 1998, και εφόσον έχει προηγηθεί έλεγχος της εταιρικής χρήσης από τους εκάστοτε εκλεγόμενους κατά τις διατάξεις του ΚΝ 2190/20 από τη ΓΣ της Ν.

ΛΑΡΚΟ Ορκωτούς Ελεγκτές , οι οποίοι και Θα έχουν συντάξει το σχετικό προς τη ΓΣ της Ν. ΛΑΡΚΟ πιστοποιητικό β) Μετά την καταβολή των άνω τόκων Θα παρακρατείται από τη Ν. ΛΑΡΚΟ ποσό 2.500.000.000 δραχμών, για τη διενέργεια επενδύσεων ή και τη δημιουργία ταμειακού αποθέματος. Εάν το ποσό αυτό δεν έχει επιτευχθεί θα γίνονται επενδύσεις ή θα δημιουργείται ταμειακό απόθεμα κατά το υπάρχον.

Απαραίτητη προς τούτο προϋπόθεση για μεν την περίπτωση της διενέργειας επενδύσεων θα είναι η προηγούμενη έγγραφη έγκριση του επενδυτικού προγράμματος από τους ΟΑΕ, ΔΕΗ και Π.ΛΑΡΚΟ, για δε τη δημιουργία ταμειακού αποθέματος η έγγραφη σύμφωνη γνώμη αυτών. Οι αποφάσεις των πιστωτών θα λαμβάνονται ομόφωνα, άλλως κατά απόλυτη διπλή πλειοψηφία πιστωτών και πιστώσεων.

Η προηγούμενη έγκριση για τις επενδύσεις ή η έγγραφη σύμφωνη γνώμη για το ταμειακό απόθεμα θεωρείται ότι έχει δοθεί από τους άνω πιστωτές μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από τη σχετική γραπτή αίτηση της Ν.ΛΑΡΚΟ προς τον καθένα από τους εν λόγω συμβαλλόμενους πιστωτές, σε περίπτωση πού μέσα στην περίοδο αυτή δεν έχει δοθεί έγγραφη απάντηση των πιστωτών, γ) Το τυχόν εναπομένον υπόλοιπο, μετά την αφαίρεση των ως άνω υπό στοιχεία α και β κονδυλίων, θα καταβάλλεται στους πιστωτές ΟΑΕ, ΔΕΗ και Π.ΛΑΡΚΟ αναλογικά προς τις απαιτήσεις τους, μέχρις αποπληρωμής τους. 4.Σε περίπτωση κατά την οποία η Ν.

ΛΑΡΚΟ μετά την πάροδο διετίας από την 31-12-1997, δεν εμφανίζει κέρδη του άνω άρθρου 3α ή καταστεί υπερήμερη περί την καταβολή των υποχρεώσεων της, όπως και κατά τον τρόπο που αυτές ορίζονται και ρυθμίζονται παραπάνω και μάλιστα πέραν των πέντε μηνών από της κατά τα άνω (3α) προθεσμίας εκπληρώσεων των, οι συμβαλλόμενοι πιστωτές δικαιούνται να κεφαλαιοποιούν τούς τόκους, να κηρύξουν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές τις, κατά τα ως άνω, μετά τη ρύθμιση -περιορισμό απαιτήσεις τους και να επιδιώξουν την εξόφληση αυτών, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, λαμβάνοντας οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της. 5.

Από την υπογραφή της παρούσας σύμβασης και για όσο διάστημα τηρείται η σύμβαση αυτή, απαγορεύεται στους συμβαλλόμενους να προβούν σε επίσπευση οποιωνδήποτε μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, σε υποβολή αίτησης για κήρυξη της N. ΛΑΡΚΟ σε κατάσταση πτώχευσης, όπως επίσης απαγορεύεται να λάβουν οποιαδήποτε ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση των απαιτήσεών τους ή την εγγραφή προσημειώσεων υποθηκών ή την επιβολή ενεχύρων.

H διαδικασία οποιωνδήποτε αναγκαστικών ή ασφαλιστικών μέτρων κατά της ΛΑΡΚΟ αναστέλλεται από την υπογραφή της παρούσας και εφόσον τηρείται από πλευράς της. Κατά την παραπάνω σύμβαση η απαίτηση της ενάγουσας στις 31-12-1997, όπως περιορίσθηκε, ανερχόταν σε 10.495.164.293 δραχμές. H απαίτηση αυτή από τότε θα εκτοκιζόταν με σταθερό επιτόκιο 6% ετησίως.

H εναγομένη έπρεπε να καταβάλει στην ενάγουσα από τα ετήσια προ τόκων και αποσβέσεων κέρδη τους ετήσιους τόκους που αναλογούσαν στο κεφάλαιο της απαίτησής της και μέσα στο πρώτο πεντάμηνο του επόμενου έτους, κατά το οποίο θα είχαν πραγματοποιηθεί τα κέρδη, με αρχή από τη χρήση του 1998 και εφόσον είχε προηγηθεί έλεγχος της εταιρικής χρήσης από ορκωτούς ελεγκτές, εκλεγόμενους κατά τις διατάξεις του ΚΝ 2190/1920 από τη ΓΣ της εναγομένης.

Σε περίπτωση που μετά πάροδο δύο ετών από τις 31-12-1997 η εναγομένη δεν είχε κέρδη ή είχε καταστεί υπερήμερη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε μηνών από την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 3α της σύμβασης η ενάγουσα έχει δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τους τόκους, να κηρύξει ληξιπρόθεσμες και απαιτητές τις απαιτήσεις της και να επιδιώξει την εξόφλησή τους με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας.

Δηλαδή κατά τη σύμβαση η εναγομένη είχε περίοδο χάριτος δύο ετών και τους τόκους των χρήσεων 1998 και 1999 μπορούσε να καταβάλει μέχρι τις 31-05-2000. Μετά πεντάμηνο από την παραπάνω προθεσμία δηλαδή από 31-10-2000, η εναγομένη είτε είχε κέρδη είτε όχι, καθίσταται υπερήμερη και η ενάγουσα έχει τα προαναφερόμενα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων να απαιτήσει τόκους υπερημερίας επί της απαίτησής της, χωρίς να απαιτείται για την επιδίωξη της καταβολής αυτών να τηρήσει πρόσθετες από τη σύμβαση προϋποθέσεις.

Τους συμβατικούς τόκους του έτους 1998 ποσού 743.057.632 δραχμών η εναγομένη κατέβαλε σε δύο ισόποσες δόσεις, μία στις 31-05-2000 και μία στις 31-08-2000, δηλαδή κατά τη σύμβαση εμπροθέσμως. Μέχρι την παραπάνω ημερομηνία όμως όφειλε να καταβάλει και τους συμβατικούς τόκους της χρήσης 1999 τους οποίους δεν κατέβαλε, μολονότι οχλήθηκε επανειλημμένως από την ενάγουσα.

Από τότε (31-102000) που ήταν δήλη ημέρα (341 ΑΚ), η εναγομένη κατέστη υπερήμερη και από την εν λόγω ημερομηνία δικαιούται η ενάγουσα να απαιτήσει πλέον τόκους υπερημερίας επί του κεφαλαίου που οφείλεται σ' αυτή, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1997 δηλαδή επί κεφαλαίου ποσού 10.495.164.293 δραχμών, οι οποίοι ανέρχονται (ακολουθεί αναλυτικός υπολογισμός των τόκων υπερημερίας του κεφαλαίου ποσού 10.495.164.293 δρχ.

κατά το από 1-11-2000 μέχρι 15-12-2003 χρονικό διάστημα) στο συνολικό ποσό των 10.999.464,64 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή κράτησε και δίκασε την υπόθεση ,δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, μετ'αφαίρεση του καταβληθέντος τμηματικά από τις 15-10-2001 και εντεύθεν συνολικού ποσού των 488.639,69 ευρώ, το ποσό των 10.510.824,95 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361 340, 345 Α.Κ. που εφάρμοσε ούτε και άλλες διά της μη εφαρμογής τους ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους .

Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, κατά το περιεχόμενο της ανωτέρω σύμβασης, η εναγομένη, μπορούσε να καταβάλει τους συμφωνηθέντες τόκους των χρήσεων 1998 και 1999 μέχρι τις 31-5-2000 ,μετά δε τη παρέλευση πεντάμηνου και από τη προθεσμία αυτή (31-5-2000) χωρίς να έχουν καταβληθεί ήτοι από 31-10-2000 που αποτελούσε δήλη ημέρα , είτε αυτή είχε κέρδη είτε όχι καθίστατο υπερήμερη και όφειλε πλέον τόκους υπερημερίας επί του κεφαλαίου που όφειλε στην ενάγουσα όπως τούτο είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1997 δηλαδή επί του κεφαλαίου ποσού 10.495.164.293.

δρχ. χωρίς να απαιτείται προς τούτο η συνδρομή και άλλων πρόσθετων προϋποθέσεων.

Συνεπώς οι λόγοι, πρώτος ( κατά το σχετικό του μέρος ) και δεύτερος της αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου με τους οποίους υποστηρίζονται τ'αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.

Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση όμως από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στη προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση κενό ή ασάφεια ως προς το περιεχόμενο των όρων 3 και 4 της συμβάσεως εκφρασθέντος και ρητά περί τούτου δια της φράσεως << από το συνδυασμό των δύο αυτών όρων προκύπτει σαφώς... >> και επομένως δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών ( άρθρα 173 και 200 Α.κ.) Συνεπώς ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης από το Εφετείο των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών διά της μη προσφυγής του σ'αυτούς καίτοι συνέτρεχε προς τούτο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος. Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι με πληρότητα διαλαμβάνονται σ'αυτή τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατά τα συμφωνηθέντα τη προβαλλόμενη αξίωση της ενάγουσας έτσι ώστε τούτο να μη πάσχει από νομική αλλά ούτε και ποσοτική αοριστία.

Συνεπώς οι λόγοι ,πρώτος και δεύτερος ( κατά το σχετικό τους μέρος ) της αναίρεσης , από τους αριθ. αντίστοιχα 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο πρώτος πρόσθετος από τον αριθ.14 του ίδιου άρθρου με τους οποίους υποστηρίζονται τ'αντίθετα είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2009 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Γενική Μεταλλευτική και Μεταλουργική ΑΕ ΛΑΡΚΟ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4777/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και τους από 8 Μαρτίου 2011 πρόσθετους αυτής λόγους. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700 ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ