Legislator Case Law & Legislation
887/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming distortion of repair records, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 887/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court distorted specific repair and maintenance records to contradict delivery protocols, but the court found no such error. The court determined that the lower court correctly evaluated all evidence, including the disputed documents, and that the appellant's claims regarding document distortion were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if the lower court merely evaluated the document's content to form a finding of fact, rather than committing a diagnostic error in reading the text itself.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of document evidence evaluation finding of fact contract dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 887 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 887/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία TOYOTA MATERIAL HANDLING GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ και το διακριτικό τίτλο ΤΜΗ Ελλάς ( όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της - ΦΕΚ 14027/29.12.2006 - από ΒΤ ΣΟΥΕΛ ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ Α.Ε και το διακριτικό τίτλο "ΒΤ ΣΟΥΕΛ Α.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρία - Ιωάννα Σιφνιώτου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΤΟΠ ΕΛΛΑΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπακαμήτσο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιουλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4623/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 654/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20 Ιουλίου 2006 έκθεση του Προεδρεύοντος - Εισηγητή Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 183/20-12-2004 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 654/26-6-2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 7174/26-7-2001 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εφέρετο προς διάγνωση αξίωσή της οφειλομένου υπολοίπου τιμήματος πωλήσεως και εργολαβικής αμοιβής κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απορρέουσα από τις συνομολογηθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις πωλήσεως και έργου.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 4623/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα (i) από την 1454/2002 έφεση της εναγομένης και (ii) την 5/2003 αντέφεση της εναγούσης, με τους με ιδιαίτερο, 59/2003, δικόγραφο, πρόσθετους αυτής λόγους, η 654/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αιτιολογίες και αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της και ανελέγκτως δέχθηκε "Από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό α) με το σύνολο των εγγράφων που αυτοί επίσης νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται και β) με τις ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθμούς ...

της συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Μπάη, Β 239/7-5-2003 του Ειρηνοδίκη Αθηνών και 939/7-5-2003 του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας, από τις οποίες την μεν πρώτη προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη-εκκαλούσα- αντεφεσίβλητη, τις δε λοιπές δύο η ενάγουσα-εφεσίβλητη- αντεκκαλούσα, και οι οποίες λαμβάνονται υπ' όψη διότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ (βλ. εκθέσεις επιδόσεως, αντιστοίχως, υπ' αριθμ. ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., ... της δικαστικής επιμελήτριας του ίδιου Πρωτοδικείου ... και ...της τελευταίας αυτής δικαστικής επιμελήτρια) -και δεδομένου ότι, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ο μάρτυρας της πρώτης απ' αυτές (ένορκες βεβαιώσεις), η οποία (βεβαίωση) είχε προσκομισθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έχει άμεσο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης εκ μόνου του λόγου ότι είναι Πρόεδρος του Διοικ.

Συμβουλίου της εναγομένης-εκκαλούσας- αντεφεσίβλητης εταιρείας και δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να τη λάβει υπόψη, όπως δεν έσφαλε με το να λάβει υπόψη και την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριό του μάρτυρα ανταποδείξεως, η οποία, εκ μόνου του λόγου ότι εργάζεται στην εναγομένη εταιρεία και είναι μέλος του Δ.Σ αυτής, επίσης, δεν έχει άμεσο έννομο συμφέρον για την έκβαση της παρούσας δίκης, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον δεύτερο των προσθέτων λόγων, ο οποίος είναι αβάσιμος και απορριπτέος - αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, τα εξής:

Η εναγομένη-εκκαλούσα -· αντεφεσίβλητη, περί τα μέσα Ιουλίου 1999, ανέθεσε στις εταιρείες με την επωνυμία "ΑΣΠΡΟΚΑΤ ΑΒΕΕ" και "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΕ" την κατασκευή δύο αποθηκών- τερματικών σταθμών εμπορευματοκιβωτίων επιφανείας 5.000 τετρ. μέτρων, με τον περιβάλλοντα χώρο και βοηθητικά κτίσματα, επί ενός ακινήτου της (οικοπέδου), που βρίσκεται στη θέση ..., οι οποίες (αποθήκες) θα κατασκευάζονταν διαδοχικά, ήτοι αρχικά η αποθήκη Α και ακολούθως η αποθήκη Β.

Περαιτέρω, η εναγομένη, στις 7-10-999, κατήρτισε με την ενάγουσα, η οποία είναι εταιρεία εξοπλισμού αποθηκευτικών χώρων και κέντρων διανομής, σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία της πώλησε τα εξής είδη, αναγκαία για την εγκατάσταση θυρών και ραμπών και ανέλαβε την υποχρέωση να εγκαταστήσει στις δύο αποθήκες θύρες και ράμπες.

Ειδικότερα της πώλησε: α) 10 ηλεκτροϋδραυλικές μεταλλικές ράμπες, έναντι τιμήματος 630.000 δρχ. την καθεμία, και συνολικής αξίας 6.300.000 δραχμών, β) 10 ηλεκτροϋδραυλικές θύρες, έναντι 940.000 δρχ. της καθεμία και συνολικής αξίας 9.400.000 δραχμών, γ) μία (1) ηλεκτροϋδραυλική πόρτα προς 1.025.000 δρχ. δ) δέκα (10) κονσόλες χειρισμού τύπου 2 power pack unit προς 530.000 δρχ.

τη μία και συνολικής αξίας 5.300.000 δραχμών, ε) δέκα (10) κιτ εξτένσιον (kit extension), για τη σύνδεση ράμπας πόρτας, έναντι 62.000 δρχ. το καθένα και συνολικής αξίας δρχ. 620.000 στ) μία (1) Κονσόλα χειρισμού τύπου 2 power pack unit έναντι 265.000 δρχ. και ζ) δέκα 10) πλαϊνά ράμπας έναντι 27.000 δρχ. το καθένα και συνολικής αξίας 270.000 δραχμών.

Επομένως, το συνολικό τίμημα των ανωτέρω ειδών ανερχόταν σε 23.180.000 δραχμές, ενώ στο ποσό των 1.495.000 δραχμών συμφωνήθηκε η αμοιβή της ενάγουσας για τις εργασίες εγκατάστασης. Επί του συνολικού ποσού των 24.405.000 δρχ. (23.180.000 + 1.495.000) η ενάγουσα έκανε έκπτωση 640.000 δραχμών, με αποτέλεσμα το τελικό κόστος να ανέλθει σε 24.035.000 δραχμές, πλέον του αναλογούντος εκ 18% Φ.Π.Α (4.326.3000 δραχμές), ήτοι σε 28.361.300 δραχμές.

Ο εξοπλισμός αυτός συμφωνήθηκε να παραδοθεί στις αποθήκες της εναγομένης και να εγκατασταθεί από την ενάγουσα και να παραδοθεί, σε πλήρη λειτουργία, εντός έως 6 εβδομάδων, αφού θα προηγείτο ειδοποίηση της εναγομένης περί της ετοιμότητας και καταλληλότητας των χώρων της. Επίσης συμφωνήθηκε ότι το τίμημα θα καταβαλλόταν τμηματικά, ήτοι 20% αυτού προκαταβολικά, κατά την σύναψη της σύμβασης, και το υπόλοιπο εντός τριάντα ημερών από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου.

Ακόμη συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα συνεργαζόταν στενά με τις άνω κατασκευάστριες εταιρείες των αποθηκών και τον επιβλέποντα μηχανικό της εναγομένης. Στις 26.11.1999, η εκ των κατασκευαστριών εταιρειών ΑΣΠΡΟΚΑΤ Α.Ε. ζήτησε εγγράφως από την ενάγουσα να παραδώσει τον εξοπλισμό της αποθήκης Α μέχρι την 30-1-2000 (μέσα δηλ.

σία χρονικά πλαίσια που προέβλεπε η σύμβαση), το ίδιο έπραξε δε και η εναγομένη, με την από 1.12.1999 επιστολή της, ζητώντας μάλιστα να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα του χρόνου. Η ενάγουσα, την 14.1.2000, βεβαίωσε εγγράφως την εναγομένη ότι θα ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της και θα παραδώσει τα άνω είδη στις 24.1.2000.

Πλην όμως, (η ενάγουσα) δεν τήρησε τη συμφωνία όσον αφορά τον άνω χρόνο παράδοσης του εξοπλισμού. Συγκεκριμένα, την 29.2.2000, δηλαδή με καθυστέρηση ενός μηνός από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, μετέφερε απλώς στο εργοτάξιο τον άνω εξοπλισμό, τον οποίο όμως δεν τοποθέτησε, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει. Μόλις δε στις 8-5-2000.

άρχισε (η ενάγουσα) να τον εγκαθιστά (βλ. σχετικά τα υπ' αρ. 821 και 822 δελτία επίσκεψης του αρμοδίου τεχνικού της), χωρίς όμως και πάλι να ολοκληρώσει την εγκατάσταση του. Εν τω μεταξύ, την 13.4.2000, είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων και νέα σύμβαση για την προμήθεια εκ μέρους της ενάγουσας του εξοπλισμού που αφορούσε τη δεύτερη αποθήκη, ήτοι και άλλων έντεκα (11) θυρών και δέκα (10) ραμπών.

Ειδικότερα, βάσει της συμβάσεως αυτής, η ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη τα εξής είδη και ανέλαβε την υποχρέωση να εγκαταστήσει τον σχετικό εξοπλισμό στην αποθήκη Β: ήτοι, α) δέκα (10) ηλεκτροϋδραυλικές μεταλλικές ράμπες αξίας 630.000 δρχ. τη μία και συνολικής αξίας 6.300.000 δραχμών β) δέκα (10) ηλεκτροϋδραυλικές πόρτες αξίας 940.000 δρχ.

τη μία. και συνολικής αξίας δρχ. 9.400.000, γ) μία (1) ηλεκτροϋδραυλική πόρτα αξίας 1.025.000 δρχ. δ) δέκα (10) Κονσόλες χειρισμού τύπου 2 power pack unit αξίας 530.000 δρχ. τη μία και συνολικής αξίας 5.300.000 δραχμών, ε) δέκα (10) kit extension, για τη σύνδεση ράμπας πόρτας, προς 62.000 δρχ. το ένα και συνολικής αξίας δρχ. 620.000, στ) μία (1) κονσόλα χειρισμού τύπου 2 power pack unit προς 265.000 δρχ., ζ) δέκα (10) πλαϊνά ράμπας προς 27.000 δρχ.

το ένα και συνολικής αξίας 270.000 δραχμών. Επομένως, το συνολικό τίμημα των ανωτέρω ειδών ανερχόταν σε 23.180.000 δραχμές, ενώ στο ποσό του 1.495.000 δραχμών συμφωνήθηκε η αμοιβή της ενάγουσας για την εγκατάσταση. Επί του ποσού του συνολικού κόστους (24.675.000 δρχ.) η ενάγουσα έκανε και πάλι έκπτωση 640.000 δραχμών, με αποτέλεσμα το τελικό κόστος να ανέλθει σε δρχ. 24.035.000, πλέον του αναλογούντος εκ 18% Φ.ΠΑ (δρχ. 4.326.300), ήτοι σε 28.361.300 δραχμές.

Η παράδοση του ανωτέρω εξοπλισμού έπρεπε να γίνει εντός 5 εβδομάδων από την 11.4.2000, θα ίσχυαν δε, κατά τα λοιπά, όλοι οι λοιποί όροι της πρώτης σύμβασης. Όμως, η ενάγουσα καθυστέρησε να παραδώσει και να εγκαταστήσει και αυτόν τον εξοπλισμό. Ειδικότερα, την 15.5.2000, ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να τον είχε τοποθετήσει και, παρόλο που οι χώροι της αποθήκης Β ήταν έτοιμοι, αυτή δεν το έπραξε.

Για το λόγο αυτό, η εναγομένη της απέστειλε την από 15.5.2000 σχετική έγγραφη διαμαρτυρία, επισημαίνοντας ότι, από την καθυστέρηση αυτή, δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα, διότι αυτή είχε ήδη συμφωνήσει με την μεταφορική εταιρεία ΠΡΟΟΔΟΣ Α.Ε. τη μίσθωση και παράδοση των αποθηκών ευθύς μετά την πλήρη αποπεράτωσή τους, αντί μισθώματος 16.500.000 δραχμών το μήνα (βλ.

τη σχετική από 10-5-2000 συμφωνία). Όμως, την 17.5.2000, η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη ότι ο άνω εξοπλισμός θα αποστελλόταν από το ... την 31.5.2000, δηλαδή 15 ημέρες μετά την ημερομηνία που, κατά τη συμφωνία, θα έπρεπε να είχε ήδη τοποθετηθεί και να λειτουργεί. Κατόπιν τούτου, η εναγομένη διαμαρτυρήθηκε αυθημερόν προς την ενάγουσα με επιστολή της και την κατέστησε υπεύθυνη για τις ζημίες που υφίστατο από την καθυστέρηση.

Τελικά, στις 26 Ιουνίου 2000, η ενάγουσα μετέφερε στο εργοτάξιο τον άνω εξοπλισμό, χωρίς να τον τοποθετήσει, και τελικά τον εγκατέστησε, σε πλήρη λειτουργία, την 1-12-2000. Την ίδια δε ημερομηνία, παρέδωσε και εγκατέστησε πλήρως και τον εξοπλισμό που αφορούσε την πρώτη αποθήκη, οπότε υπογράφησαν τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής μεταξύ αυτής και του επιβλέποντος μηχανικού της εναγομένης.

Η εναγομένη παρέλαβε και τους δύο εξοπλισμούς, με την επιφύλαξη αποκατάστασης των ελαττωμάτων που υπήρχαν στα λάστιχα στεγανοποίησης των θυρών, για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω. Πρέπει να αναφερθεί ότι, καθόλο το διάστημα της καθυστέρησης παράδοσης και εγκατάστασης και του εξοπλισμού αυτού, η εναγομένη οχλούσε και εγγράφως την ενάγουσα για την έγκαιρη παράδοση και τοποθέτησή' του, ενώ την καθιστούσε υπεύθυνη για τη ζημία που υφίστατο από την καθυστέρηση αυτή (βλ.

σχετικές από 14.9.2000 και 5.10.2000 επιστολές της). Εν τω μεταξύ, στις 25-5-2000, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και τρίτη σύμβαση για την προμήθεια εκ μέρους της ενάγουσας και άλλης μίας ηλεκτροϋδραυλικής ράμπας, αξίας 630.000 δραχμών, και μίας κονσόλας τύπου power pack unit, για τη λειτουργία της πόρτας, αξίας 530.000 δραχμών, πλέον του κόστους της εγκατάστασής τους που ανερχόταν σε 100.000 δραχμές συν ΦΠΑ.

Ήτοι, το συνολικό κόστος του άνω εξοπλισμού, που παραδόθηκε αμέσως, ανήλθε στο ποσό του 1.486.800 δραχμών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, το σύνολο της αξίας του εξοπλισμού που η εναγομένη συμφώνησε να προμηθευτεί από την ενάγουσα και με τις τρεις συμβάσεις περιλαμβανομένου και του κόστους εγκατάστασής του, ανερχόταν στο ποσό των 58.327.400 δραχμών.

Έναντι αυτού, η εναγομένη έχει καταβάλει, με διάφορες τμηματικές καταβολές, κατά το χρονικό διάστημα από 29-11-1999 έως 28-12-2000, συνολικό ποσό των 45.614.000 δραχμών, πράγμα που δεν αμφισβητείται και επομένως, απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο εκ 12.713.400 δραχμών (και όχι εκ 12.714.038 δραχμών, όπως εσφαλμένα υπολογίζει η ενάγουσα).

Από το ποσό αυτό, μέρος εξ 9.166.680 δραχμών η εναγομένη αρνείται να καταβάλει, προβάλλοντας προς συμψηφισμό ισόποση αξίωσή της κατά της ενάγουσας προς αποζημίωσή της για την ζημία που υπέστη από τη μη εμπρόθεσμη παράδοση και τοποθέτηση του πωληθέντος εξοπλισμού. Σχετικά με τον ισχυρισμό της αυτό αποδείχθηκαν τα εξής:

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ενώ η ενάγουσα όφειλε να παραδώσει τα είδη .που είχε αναλάβει να προμηθεύσει στην εναγομένη, σε δήλες ημέρες, δηλ. όσον αφορά την πρώτη από τις επίδικες συμβάσεις στις 24-1-2000 και όσον αφορά την δεύτερη στις 15-5-2000, αυτή τα παρέδωσε την 1-12-2000, οπότε υπεγράφησαν τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής, δηλ.

με καθυστέρηση εννέα μηνών όσον αφορά την πρώτη αποθήκη και έξι μηνών, περίπου, όσον αφορά την δεύτερη, Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η αιτία της καθυστέρησης οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, και ειδικότερα στο ότι δεν υπήρχε στις επίδικες αποθήκες μόνιμη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, η ύπαρξη του οποίου αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την τελική εγκατάσταση και ρύθμιση της λειτουργίας του εξοπλισμού.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποδείχθηκε και ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε η συνομολόγηση τέτοιου όρου στις επίδικες συμβάσεις, δηλαδή ότι θα υπήρχε μόνιμη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος για την εγκατάσταση του εξοπλισμού. Αλλά ούτε και η ίδια η ενάγουσα ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο, απαντώντας στις διαμαρτυρίες της εναγομένης για την καθυστέρηση.

Άλλωστε, καθόλη τη διάρκεια της κατασκευής των επιδίκων αποθηκών και μέχρι τη μόνιμη σύνδεση τους με το δίκτυο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ, που έγινε στις 24-11-2000, υπήρχε σ' αυτές παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από τις εγκαταστάσεις όμορης επιχειρήσεως. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας της καθυστέρησης αυτής, η εναγομένη ζημιώθηκε.

Ειδικότερα αυτή καθυστέρησε να εκμισθώσει τις επίδικες αποθήκες, οι οποίες ήταν έτοιμες (εκτός από την εγκατάσταση του επίδικου εξοπλισμού), η μεν πρώτη από τις 22-5-2000 η δε δεύτερη τις 19-9-2000 (βλ. σχετικά τις από τις άνω ημερομηνίες τεχνικές εκθέσεις του επιβλέποντος μηχανικού της εναγομένης ... Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, στα μέσα του 2000, ματαιώθηκε η εκμίσθωση των επιδίκων αποθηκών στην εταιρία ΠΡΟΟΔΟΣ.

Κατόπιν αυτού, η εναγομένη άρχισε να αναζητεί άλλον μισθωτή για την εκμίσθωση των επίδικων αποθηκών, πράγμα όμως που ήταν δυσχερές, λόγω της ελλείψεως του επίδικου εξοπλισμού. Τελικά, την 22-11-2000, κατόρθωσε να συνάψει σύμβαση μισθώσεως με την μεταφορική εταιρία "... ΕΛΛΑΣ", αντί μηνιαίου μισθώματος 13.750.000 δραχμών.

Προϋπόθεση, όμως, για την επίτευξη της συμφωνίας αυτής ήταν, μέχρι την 31.12.2000, δηλαδή για διάστημα 40 ημερών, ή άνω μισθώτρια εταιρία να μην καταβάλει ολόκληρο το μίσθωμα αλλά μόνον το ήμισυ αυτού, ήτοι 6.875.000 δραχμές. Αιτία της συμφωνίας αυτής ήταν ότι, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, οι αποθήκες δεν ήταν έτοιμες, λόγω της καθυστέρησης της ενάγουσας.

Συνεπώς η εναγομένη ζημιώθηκε κατά το ποσό του μισθώματος, που θα εισέπραττε για χρονικό διάστημα 40 ημερών. Δηλαδή ζημιώθηκε κατά το ποσό των 9.116.680 δραχμών (6.875.000 δια 30 ίσον 229.167 ημερησίως επί 40 ημέρες), το οποίο θα εισέπραττε με βεβαιότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν η ενάγουσα παρέδιδε εμπρόθεσμα τον εξοπλισμό. Το ποσό αυτό η ενάγουσα νόμιμα προτείνει σε συμψηφισμό (άρθρα 440 επ. και 341, 343 ΑΚ) με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως και η σχετική ένσταση πρέπει να γίνει δεκτή. Ας σημειωθεί ότι και προηγουμένως η εναγομένη είχε προτείνει προς την ενάγουσα την άνω αξίωσή της προς συμψηφισμό, όπως προκύπτει από την από 16-1-2001 επιστολή της, την οποία (απαίτηση) μάλιστα μείωσε (προς συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς εξωδίκως) κατά 50%, με την αίρεση, όμως, της αποδοχής της προτάσεώς της αυτής από την ενάγουσα μέχρι 31-1-2001, που, όμως, δεν την αποδέχθηκε. Η εν λόγω δήλωση συμψηφισμού της εναγομένης δεν επέφερε τα αποτελέσματα της, διότι, κατά το άρθρο 444 ΑΚ, η δήλωση συμψηφισμού είναι ανίσχυρη εφόσον έγινε με αίρεση.

Συνεπώς, αφού γίνει δεκτή η ήδη προτεινόμενη προσηκόντως ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης προς την ένδικη αξίωση, απομένει υπόλοιπο οφειλής προς την ενάγουσα εκ 3.596.720 (12.713.400 -9.116.680) δραχμών. Η εναγομένη, περαιτέρω, προτείνει ένσταση μερικής εξοφλήσεως του εναπομένοντος μετά τον συμψηφισμό ανωτέρω ποσού των 3.596.720 δραχμών, ισχυριζόμενη ότι έχει καταβάλει μέρος αυτού εκ 2.172.983 δραχμών.

Συγκεκριμένα το ποσό αυτό η εναγομένη προσφέρθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα, μετά την εξώδικη, κατά τα προαναφερθέντα, πρόταση συμψηφισμού της ανταπαίτησής της, εκδίδοντας, την 9-3-2001, ισόποση επιταγή, την οποία όμως, η ενάγουσα επέστρεψε. Κατόπιν αυτού, η εναγομένη κατέθεσε το ποσό αυτό, στις 24-4-2001, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, στη συνέχεια, επειδή η ενάγουσα αρνήθηκε να παραλάβει το σχετικό γραμμάτιο, το κατέθεσε στη Συμβολαιογράφο Πειραιώς Μαρία Ματθαίου-Σταθοπούλου και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 10776/8-6-2001 πράξη καταθέσεως της άνω συμβολαιογράφου, αντίγραφο της οποίας επέδωσε, ακολούθως, στην ενάγουσα. 'Ομως, η δημόσια κατάθεση του άνω ποσού δεν επέφερε (μερική) εξόφληση της αξίωσης της ενάγουσας, και είναι αβάσιμη και απορριπτέα η σχετική ένσταση της εναγομένης, δεδομένου ότι εξώδικη πρόταση συμψηφισμού δεν ήταν ισχυρή και δεν είχε επιφέρει τότε τα αποτελέσματά της, κατά τα προεκτεθέντα, ώστε η ενάγουσα δεν βρισκόταν σε υπερημερία δανειστή αρνηθείσα να εισπράξει το δημοσίως κατατεθέν ποσό (άρθρα 416, 427 ΑΚ) και, έτσι, το ποσό αυτό εξακολουθεί να οφείλεται από την εναγομένη.

Για το υπόλοιπο ποσό των 1.423.737 δραχμών (και όχι των 1.373.737, όπως η εναγομένη εσφαλμένα υπολογίζει), αυτή προτείνει ένσταση μειώσεως του τιμήματος, λόγω υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων στα λάστιχα στεγανοποίησης των επίδικων θυρών (540 ΑΚ). Σχετικά με αυτό τον ισχυρισμό της, αποδείχθηκε ότι πράγματι τα λάστιχα μιας θύρας στην πρώτη παραγγελία και όλων των θυρών στη δεύτερη παραγγελία ήταν πράγματι καταστραμμένα, πράγμα το οποίο η εναγομένη γνωστοποίησε στην ενάγουσα αμέσως κατά την παραλαβή τους και έγινε σχετική μνεία στα πρωτόκολλα παραδόσεως και παραλαβής, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Αλλά, και με τις από 16-1-2001 και 8-2-2001 επιστολές της, η εναγομένη διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε την αποκατάσταση των ελαττωμάτων, πράγμα, όμως, που ουδέποτε έγινε. Εξαιτίας των άνω ελαττωμάτων, μειώθηκε η αξία του επίδικου εξοπλισμού κατά ποσοστό 9,58, ήτοι κατά το ποσό των 291.367 δραχμών (58.327.400 Χ 0,58). Επομένως, το ποσό που η εναγομένη οφείλει πράγματι στην ενάγουσα από την ένδικη αιτία, ανέρχεται σε 3.305.353 δραχμές (ήτοι 3.596.720-291.637) ή 9.700, 23 ΕΥΡΩ (€).".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα με στοιχ. (ii) αντεκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα :

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσία και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ως και όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 59 αρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ιδρύεται όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Κατά το επόμενο εδάφιο της αυτής διατάξεως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή εις αυτούς πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας. Με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη την από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας και τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως, με την έννοια ότι από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης προκλήθηκε η ζημία αυτής κα σε κάθε περίπτωση η επέκτασή της, συνισταμένη στο ότι η εμπρόθεσμη παράδοση του συνομολογηθέντος έργου δεν κατέστη δυνατή για τον λόγο ότι εκείνη δεν είχε εγκαταστήσει μόνιμη ηλεκτρική παροχή με σύνδεσή της με το δίκτυο της ΔΕΗ, διαθέτουσα την απαιτούμενη προς τούτο ηλεκτρική ισχύ για την τελική εγκατάσταση και ρύθμιση της λειτουργίας του εξοπλισμού, ένσταση την οποία προέβαλε προς απόκρουση της ενστάσεως συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης για την αξίωση αποζημιώσεώς της από την μη εμπρόθεσμη, κατά τους όρους της συμβάσεως παράδοση του έργου.

Η εν λόγω ένσταση και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο ης ουσίας και αρνητικά αξιολογήθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, σε συνέπεια με την κύρια αιτιολογία της ότι κατά τους όρους της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεις δεν απαιτείτο μόνιμη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος για την εγκατάσταση του εξοπλισμού, ούτε η αναιρεσείουσα προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό στις διαμαρτυρίες της αναιρεσίβλητης για τη καθυστέρηση και την επάλληλη επικουρική αιτιολογία ότι μέχρι τη μόνιμη σύνδεσή της με το δίκτυο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ στις 24-11-2000 διέθετε παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από τις εγκαταστάσεις όμορης επιχειρήσεως.

Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος. Η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από όμορη επιχείρηση επέτρεπε την εγκατάσταση του αποτελούντος το αντικείμενο της συμβάσεως έργου εξοπλισμού προφανές είναι ότι ανάγεται σε εκτίμηση αποδείξεων, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με το πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. 2 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι με την παραδοχή της αυτή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των άρθρων 330, 334 παρ. 1, 335, 336, 341 - 342, 200, 288 ΑΚ, να ελέγχεται ως αβάσιμη.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.

Α.Π. 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δε συνεπάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 γ' ΚΠολΔ, με την έννοια το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την 5913/19-6-2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΑΕ", με φερόμενη δι' αυτής προς διάγνωση αξίωσή της απορρέουσα από την επικαλούμενη, ως συνομολογηθείσα μεταξύ αυτών, σύμβαση μισθώσεως των αποθηκών, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι οι αποθήκες ήταν πλήρως αποπερατωμένες από τον Μάρτιο 2000 και από 14-9-2000, αντίστοιχα, περιλαμβανομένου και του εξοπλισμού τους που αποτέλεσε αντικείμενο της συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως.

Από τη διαλαμβανόμενη στις αιτιολογίες της αποφάσεως βεβαίωση ότι για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς της στηρίχθηκε, πλην άλλων, και σε όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι και το έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, με άμεση δικονομική συνεπεία ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος.

IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Με τον απομένοντα προς έρευνα δεύτερο κατά σειρά λόγο διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το κείμενο των 821/5-5-2000 και 822/8-5-2000 δελτίων επισκευής - επισκέψεως, με περιγραφή βλάβης "εγκατάσταση και ρυθμίσεις" και "ρυθμίσεις", αντίστοιχα, με την παραδοχή του για παράδοση και εγκατάσταση του εξοπλισμού, που αποτέλεσε αντικείμενο των συνομολογηθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, την 1-12-2000, περί πραγμάτων κρίση της, η οποία στηρίχθηκε κύρια στα σχετικά πρωτόκολλα παραδόσεως και παραλαβής, τα οποία προς τούτο συντάχθηκαν και υπογράφηκαν.

Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται, ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 183/20-12-2004 αίτηση για αναίρεση της 654/26-6-2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ