Legislator Case Law & Legislation
886/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal due to appellate court's failure to examine a supplementary plea under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 886/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision in a bank account dispute involving the State. The appellant argued that the First Instance Court failed to examine a supplementary plea regarding the State's claim priority in the auction of seized properties. The appellate court rejected this supplementary plea without proper examination, constituting a procedural error under Article 559 of the Civil Procedure Code. Consequently, the Supreme Court annulled the appellate decision and remitted the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 580 no. 3 of the Civil Procedure Code; The appellate court's failure to examine a supplementary plea submitted by the appellant constitutes a ground for annulment under Article 559 no. 8, requiring the case to be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Supplementary Plea Appellate Court Error Annulment of Judgment Remittal for Retrial Procedural Defect State Claim Priority

Cited Legislation

AI generated
Article 495 and 564 no. 3 of the Civil Procedure Code
Article 559 no. 8 of the Civil Procedure Code
Article 580 no. 3 of the Civil Procedure Code
Article 495 no. 3 of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183 and 191 no. 1 of the Civil Procedure Code
Article 22 no. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 95/2017
Case 141/2017
Case 1/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 886 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 886/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως μετονομάστηκε η αρχικά ανακόπτουσα Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Α Δ.Ο.Υ. Περιστερίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 234/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της προσβαλλόμενης με αυτή 135/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που είχε δεχθεί την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά του αναφερόμενου πίνακα κατάταξης, είχε αποβάλει από τον πίνακα το Ελληνικό Δημόσιο και κατέταξε στη θέση του την ανακόπτουσα. Μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 141/2017, ΑΠ 1/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Ως πράγματα, η παράνομη μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο, στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται και οι περισσότερες βάσεις της αγωγής ή οι λόγοι ανακοπής με τους οποίους οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 1861/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 951 παρ. 1, 954 παρ. 1, 958 παρ. 1, 965, 969 παρ. 1, 970, 972, 975 και 979 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση αναγκαστικής κατάσχεσης από το δανειστή ακινήτου του οφειλέτη του για την ικανοποίηση χρηματικής σε βάρος του απαίτησης, τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού του κατασχεθέντος περιουσιακού στοιχείου και την καταβολή από τον υπερθεματιστή του πλειστηριάσματος, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτηση που έχουν κατ' αυτού, ώστε να επιτύχουν την ικανοποίηση αυτής από το πλειστηρίασμα.

Το αναγγελτήριο αποτελεί την πρώτη πράξη της προδικασίας της κατάταξης και το εισαγωγικό δικόγραφο του αναγγελλόμενου δανειστή. Δικαίωμα να αναγγελθούν στον πλειστηριασμό που επισπεύδει κάποιος δανειστής, έχει μόνο ο δανειστής του καθ' ου η εκτέλεση ο οποίος εάν διέθετε εκτελεστό τίτλο θα δικαιούνταν σε κατάσχεση του πλειστηριαζόμενου αντικειμένου.

Τούτο διότι προϋπόθεση της αναγγελίας είναι η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση του αναγγελλόμενου δανειστή έναντι του καθ' ου η εκτέλεση. Έτσι, όπου λείπει η νομιμοποίηση ή ο δικαιούχος της απαίτησης αδυνατεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση του κατασχεθέντος και πλειστηριαζόμενου πράγματος του καθ' ου η εκτέλεση, δεν χωρεί αναγγελία.

Επίσης, πρέπει το πλειστηριαζόμενο αντικείμενο να είναι υπέγγυο στην ικανοποίηση της αναγγελλόμενης απαίτησης. Εφόσον η αναγγελία αποτελεί την πρώτη πράξη και το θεμέλιο της διαδικασίας της κατάταξης, δια και από της αναγγελίας, ο αναγγελλόμενος δανειστής αποκτά το δικαίωμα προς συμμετοχή στη διαδικασία της κατάταξης και διανομής του πλειστηριάσματος και τίθεται σε ίση μοίρα κατά τη διαδικασία της κατάταξης με τον κατασχόντα, ο οποίος δεν αποκτά κανένα προνόμιο επειδή αυτός επίσπευσε την κατάσχεση.

Εάν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για την ικανοποίηση του υπέρ ου η εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, λαμβάνοντας υπόψη και τις τυχόν παρατηρήσεις που έχουν υποβληθεί, συντάσσει πίνακα κατάταξης. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, ενεργώντας ως όργανο της εκτέλεσης και ασκώντας εξουσία που του έχει αναθέσει ο νόμος, προβαίνει στην οριστική ή τυχαία κατάταξη με σκοπό τη διανομή του πλειστηριάσματος, μεταξύ του επισπεύδοντος και των νόμιμα αναγγελθέντων δανειστών που κατέθεσαν του τίτλους τους, με αποδεικτικό υλικό τα εισαχθέντα στη διαδικασία της κατάταξης έγγραφα και τοποθετεί στην προσήκουσα θέση κάθε απαίτηση που συμμετέχει στη διαδικασία.

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει πρωταρχικά να ερευνήσει αυτεπάγγελτα αν η απαίτηση που περιγράφεται στην αναγγελία είναι τέτοια ώστε να συνιστά απαίτηση του αναγγελλόμενου έναντι του οφειλέτη-καθ' ου η εκτέλεση, ο οποίος ευθύνεται για την πληρωμή της. Μετά τη σύνταξη του πίνακα ο υπάλληλος του πλειστηριασμού καλεί τον επισπεύδοντα και τους αναγγελθέντες δανειστές να λάβουν γνώση του πίνακα.

Οι ανωτέρω, επειδή δεν μετείχαν στην κατάρτιση του πίνακα κατάταξης, εάν ο πίνακας θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά τους, είτε με την κατάταξη άλλου δανειστή που δεν θα έπρεπε να καταταγεί ή τη μη προσήκουσα κατάταξη άλλου δανειστή, είτε με τη μη κατάταξη του ιδίου ή τη μη προσήκουσα κατάταξη αυτού, έχουν αποκλειστικό μέσο άμυνας εναντίον της ενώπιον και υπό του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου διεξαχθείσας διαδικασίας κατάταξης, την άσκηση ανακοπής, με αίτημα να προβεί το αρμόδιο δικαστήριο στη μεταρρύθμιση του πίνακα με την αποβολή του καταταγέντος δανειστή, κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, και την κατάταξη στη θέση αυτού, του ανακόπτοντος.

Με την ανακοπή προσβάλλεται η ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου διαδικασία της κατάταξης και όχι η μέχρι του πλειστηριασμού διαδικασία της εκτέλεσης. Δεδομένου ότι η διαδικασία της κατάταξης αρχίζει με την αναγγελία και λήγει με τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, οποιοδήποτε παράπονο κατά των αναγγελιών και των δι' αυτών εισαγόμενων ή προσβαλλόμενων απαιτήσεων, όπως και οποιοδήποτε παράπονο κατά του περιεχόμενου του πίνακα και της εν γένει διαδικασίας, είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο της ανακοπής, εφόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια είχε επίδραση στην κατάταξη των καθ' ων η ανακοπή δανειστών ή την κατάταξη του ανακόπτοντος.

Με τη δυνατότητα που παρέχεται, να εισαχθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα ελαττώματα της απαίτησης που έχει καταταγεί, είναι δυνατόν να εισαχθούν προς εκδίκαση οι απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών. Αυτό γίνεται συγκεκριμένο με το περιεχόμενο της ανακοπής, δηλαδή με τους λόγους αυτής και τα πρόσωπα που καθίστανται διάδικοι.

Ειδικότερα οι λόγοι της ανακοπής, όπως αυτοί προσδιορίζονται με το κύριο δικόγραφο και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, συνδυαζόμενοι με το αίτημα και τους διαδίκους, οριοθετούν το αντικείμενο της ανακοπής. Οι λόγοι της ανακοπής είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης, από την αναγγελία μέχρι τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης.

Αφού η καταταγείσα απαίτηση μπορεί να εισαχθεί για εκδίκαση με την άσκηση της ανακοπής άλλου δανειστή κατά του πίνακα κατάταξης, που επιδιώκει να λάβει τη θέση του καταταγέντος, το περιεχόμενο της ανακοπής μπορεί να περιορίζεται στην απλή άρνηση της απαίτησης που έχει καταταγεί. Η άρνηση αυτή αποτελεί λόγο ανακοπής και ο καθ' ου η ανακοπή φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησής του, ήτοι της ύπαρξης της απαίτησης κατά του καθ' ου η εκτέλεση.

Ως λόγοι της ανακοπής είναι δυνατόν να προταθούν ισχυρισμοί και ενστάσεις που τείνουν στην υποστήριξη των δικαιωμάτων του ανακόπτοντος ή την απόκρουση της απαίτησης και της κατάταξης των άλλων δανειστών που κατετάγησαν, όπως στο υπαρκτό της απαίτησης αυτών, και γενικά κάθε τι που συντελεί στην απόκρουση της κατάταξης των καθ' ων η ανακοπή δανειστών, των οποίων τη θέση επιδιώκει να καταλάβει ο ανακόπτων.

Έτσι, δυνατόν να προταθούν ισχυρισμοί που συντελούν στην υποστήριξη ή διατήρηση των δικαιωμάτων του ανακόπτοντος, ή στην αναίρεση ή κατάργηση των δικαιωμάτων του καθ' ου η ανακοπή και της κατάταξής του στον πίνακα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα προς οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα.

Έτσι, αν κρίνεται ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης (άρθρο 979 ΚΠολΔ), η οποία περιέχει περισσότερους λόγους για την μεταρρύθμιση αυτού, κάθε λόγος συνιστά αυτοτελή ιστορική βάση, πρόκειται δηλαδή για δικονομική μορφή σώρευσης πολλών βάσεων κατά την έννοια του άρθρου 218 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιορισθεί στην έρευνα ενός μόνο λόγου και, κατά παραδοχή αυτού, μεταρρυθμίσει τον πίνακα, το δε εφετείο κρίνει εσφαλμένη την παραδοχή αυτού του λόγου κατά του οποίου στρέφονται και οι λόγοι έφεσης και εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, τότε αυτό (εφετείο) οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τους άλλους λόγους της ανακοπής, που δεν ερευνήθηκαν πρωτοδίκως και για τους οποίους δεν υπάρχει παράπονο στην έφεση ή αντέφεση ούτε ειδικό αίτημα από τον ανακόπτοντα, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 ΚΠολΔ.

Τούτο διότι, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στους μη εξετασθέντες πρωτοδίκως λόγους της ανακοπής, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκατάστασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβάθμιου, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η ανακοπή.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξετασθεί, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπον ορισμένο και παραδεκτό και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε και υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει.

Εάν δε το Εφετείο δεν εξετάσει τέτοιο λόγο της ανακοπής, που είχε δηλαδή προταθεί νομίμως, ως ανωτέρω, και δεν είχε εξετασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δημιουργείται ο ως άνω αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ της παρά τον νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 225/2015, ΑΠ 1315/2014, ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 1861/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, τη μεταρρύθμιση του με αριθμό ... πίνακα κατάταξης δανειστών, που κατάρτισε η συμβολαιογράφος Χρυσούπολης Μαρία συζ. Βασιλείου Παρνασσού, ως υπάλληλος του πλειστηριασμού της ακίνητης περιουσίας των οφειλετών Α.

Τ. του Ε. και της συζύγου του Β. Κ. του Δ., με επίσπευση της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, την αποβολή του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και την κατάταξη της ίδιας στη θέση αυτού. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 135/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία, αφού έγινε δεκτός ο κύριος λόγος της ανακοπής με τον οποίο αμφισβητούσε η ανακόπτουσα την απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή της Ελληνικού Δημοσίου, δεχθέν το δικαστήριο, ότι το καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης της βασιμότητας της αναγγελθείσας απαίτησής του.

Ακολούθως το Δικαστήριο, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, απέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο από αυτόν και κατέταξε στη θέση του την ανακόπτουσα. Κατά της άνω οριστικής απόφασης ασκήθηκε έφεση από το καθ' ου η ανακοπή που ηττήθηκε. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε εσφαλμένη την αποδοχή του ως άνω λόγου ανακοπής, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε το λόγο ανακοπής, δεχόμενο ότι υπήρχε η αναγγελθείσα απαίτηση σε βάρος του καθ' ου η εκτέλεση Α.

Τ., από ατομικά χρέη αυτού προς τη Δ.Ο.Υ. Α' Περιστερίου, καθώς και λόγω της ιδιότητας του διαχειριστή του προσδιοριζόμενου νομικού προσώπου, αλλά και διαχειριστή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", πιστούχου στη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα Τράπεζα.

Όμως, στην ανακοπή της η αναιρεσείουσα Τράπεζα, πέραν του λόγου αυτής περί αοριστίας της αναγγελίας του Ελληνικού Δημοσίου και της αμφισβήτησης της ύπαρξης, του μεγέθους και του προνομίου της απαίτησης αυτού, είχε προτείνει επικουρικά και ως λόγο της ανακοπής, την ανυπαρξία απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος της οφειλέτριας της αναιρεσείουσας Τράπεζας Β.

Κ. συζ. Α. Τ., και ότι συνεπώς δεν έπρεπε να καταταγεί στο πλειστηρίασμα που αντιστοιχεί στο ποσοστό της συγκυριότητάς της επί των πλειστηριασθέντων ακινήτων, καθόσον μάλιστα δεν είχε αναγγελθεί σε βάρος της ανωτέρω οφειλέτριας και συνεπώς η κατάταξη του Ελληνικού Δημοσίου-καθ' ου η ανακοπή στο 1/3 ολόκληρου του πλειστηριάσματος, μολονότι το ήμισυ του πλειστηριάσματος δεν ανήκε στον οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά στη σύζυγο εκείνου, συγκυρία κατά ποσοστό 50% των κατασχεθέντων και πλειστηριασθέντων ακινήτων, δεν ήταν νόμιμη και ότι, κατ' ακολουθία, θα έπρεπε το αναιρεσίβλητο να καταταγεί μόνο στο 1/3 του αντίστοιχου ποσού του πλειστηριάσματος που αναλογεί στον οφειλέτη του Α.

Τ., να αποβληθεί κατά το υπόλοιπο ποσό, στο οποίο να καταταγεί η αναιρεσείουσα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο τον κύριο λόγο της ανακοπής, δεν ερεύνησε τον προβαλλόμενο ως άνω επικουρικό λόγο. Το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεση, κρίνοντας ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τον ως άνω κύριο λόγο της ανακοπής, απέρριψε στη συνέχεια αυτό το λόγο, καθώς και στο σύνολό της την ανακοπή, χωρίς όμως, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζοντας πλέον την ανακοπή, να ερευνήσει, όπως επιβάλλονταν, σύμφωνα με τα ανωτέρω και λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, και τον προτεινόμενο με το δικόγραφο της ανακοπής, επικουρικό λόγο αυτής.

Παραλείποντας, όμως, να ερευνήσει το λόγο τούτο της ανακοπής, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, της μη λήψης υπόψη πράγματος που προτάθηκε, αιτίαση που προβάλλεται με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, με την παραδοχή του άνω μοναδικού αναιρετικού λόγου που γίνεται δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία θα επιβληθεί μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ` αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 234/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ