Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on contract payment dispute due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision rejecting her appeal. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate the contract execution and the number of guests at the reception, yet the court found its reasoning sufficient based on the attendance figures. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on vague legal assessment or insufficient reasoning regarding contract performance is inadmissible if the lower court's decision is clearly supported by the facts and law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 886 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 886/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Π. - Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σταθογιαννόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, παραστάθηκε δε με το νόμιμο εκπρόσωπό της Λινάρδο Λινάρδου, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Παναγιώτη Πατακιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1253/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3149/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 3149/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 15-12-2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 1253/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που είχε δεχθεί την από 25-9-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί εκείνη να της καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνημένης αμοιβής της για το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στην αντίδικό της κατά τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν από την επίδοση της αποφάσεως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 §§ 1&3 ΚΠολΔ).
2. Επειδή, μόνον η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνιστά παραβίαση αυτού γιατί το δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη, αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, μπορεί να προβληθεί ως λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όχι δε και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ., η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στους λόγους αναιρέσεως κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1452/2008).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μισθώσεως έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και, αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας, ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν, ενώ αν αυτή συμφωνήθηκε κατ’ αποκοπή, δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται το τελευταίο (ΑΠ 1949/2013).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 25-9-2006 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αυτή ισχυρίστηκε ότι με έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε στις 15-6-2006 ανέλαβε τη διοργάνωση (catering) της δεξιώσεως γάμου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας με την προσδιοριζόμενη τιμή κατ’ άτομο πλέον ΦΠΑ, επιπλέον των αναφερομένων στη σύμβαση πρόσθετων αμοιβών για τα βοηθητικά πρόσωπα και ότι, αν και η δεξίωση πραγματοποιήθηκε τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της συμφωνηθείσης αμοιβής.
Ζήτησε δε με την αγωγή να υποχρεωθεί αυτή (εναγομένη) να της καταβάλει το ποσό των 3.877,63 € με το νόμιμο τόκο από 1-7-2006, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681, 694, 345, 346 ΑΚ, αγωγή της αναιρεσίβλητης, στην οποία γίνεται μνεία, ως προς την έγγραφη εργολαβική σύμβαση, του χρόνου συνάψεως αυτής, του συμφωνηθέντος έργου, της εκτελέσεως, της παραδόσεως αυτού στην εργοδότρια αναιρεσείουσα και της παραλαβής τούτου από την τελευταία, καθώς και της συμφωνηθείσης αμοιβής για την εκτέλεση του έργου κατά μονάδα μέτρησης, είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔικ και ειδικότερα περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από την αναιρεσίβλητη κατά της αναιρεσείουσας, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση παραβιάσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφεται το δικαστήριο που δίκασε ως εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ως ορισμένη την εναντίον της αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, και συγκεκριμένα τη θεώρησε ορισμένη ενώ δεν αναφέρεται σ’ αυτήν για την πληρότητά της ότι η εργολάβος αναιρεσίβλητη εταιρεία εξετέλεσε και προσέφερε το συμφωνηθέν έργο προσηκόντως, καθώς και ότι όντως εργάστηκαν οι δέκα σερβιτόροι και οι τρεις μάγειροι, όπως είχε συμφωνηθεί, ώστε να δικαιούται η αναιρεσίβλητη να αξιώσει την αντίστοιχη αμοιβή για την εργασία τους (140 € Χ 13 άτομα συν ΦΠΑ).
Ο λόγος αυτός, κατά την πρώτη αιτίαση, είναι αβάσιμος διότι με το εκτεθέν περιεχόμενο δεν υφίσταται νομική αοριστία της αγωγής, έστω και αν δεν αναφέρονται σ’ αυτήν οι λέξεις "εκτέλεση και παράδοση του έργου", αφού το στοιχείο αυτό σαφώς προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αγωγής, ενώ κατά τη δεύτερη αιτίαση, με την οποία επιχειρείται να πληγεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή λόγω της προβαλλόμενης ποσοτικής αοριστίας της, την οποία συνιστά η επικαλούμενη έλλειψη του δικογράφου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, εφόσον μεταξύ των λόγων για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται λόγος αντίστοιχος με εκείνον του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 3.
Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επιχειρεί, επικαλούμενη τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως η περ. αυτή προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, να πλήξει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι, αν και στην αγωγή δεν εκτίθεται ότι η συναφθείσα σύμβαση περιελάμβανε και την υποχρέωση υποδοχής και εξυπηρέτησης των προσκεκλημένων στη δεξίωση, το δικάσαν δικαστήριο θεώρησε ως συμπεριλαμβανόμενη στη σύμβαση την υποχρέωση αυτή και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως, με τον οποίο είχε επαναφερθεί η ένσταση αοριστίας της αγωγής ως προς το στοιχείο αυτό, λαμβάνοντας έτσι παρά το νόμο υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον τρόπο αυτόν όμως στην πραγματικότητα η αναιρεσείουσα εισάγει λόγο αναιρέσεως αντίστοιχο με αυτόν του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος -όπως ελέχθη- δεν επιτρέπεται να προβληθεί κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που εξεδόθη κατ’ έφεση ειρηνοδικειακής αποφάσεως. 4. Επειδή, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 περ.β’ ΚΠολΔ, όπως ο αριθ.
αυτός προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Πράγμα επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο αφορά αυτοτελή ισχυρισμό. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το δικαστήριο που δίκασε ως εφετείο έκρινε ότι o επαναφερθείς με λόγο εφέσεως ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μειώσεως της εργολαβικής αμοιβής της αναιρεσίβλητης, λόγω προσφερθέντος ελαττωματικού έργου και δη ότι κατά τη γαμήλια δεξίωση ο αριθμός των προσελθόντων προσκεκλημένων ήταν μικρότερος εκείνου που αναφέρεται στην αγωγή και ότι μεταξύ αυτών υπήρχαν και παιδιά, για τα οποία είχε συμφωνηθεί μικρότερη τιμή από ό,τι στους ενήλικες και συνεπώς η συνολική αμοιβή της θα έπρεπε να είναι μικρότερη της αιτουμένης, έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστος, διότι κατά παράβαση του άρθρου 688 σε συνδ.
με το άρθρο 540 ΑΚ δεν αναφέρονταν σ’ αυτόν η αξία του συμφωνηθέντος έργου χωρίς τις ελλείψεις και αυτή με τις ελλείψεις. Επομένως ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 5 (περίπτωση δεύτερη), ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό και ότι παραβίασε ταυτόχρονα τις διατάξεις των άρθρων 687-690 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. 5.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, 17/1995) Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη απόρριψη ως μη νόμιμης της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που άσκησε αυτή παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμυνόμενη κατά της από 25-9-2006 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατ’ αυτής, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας είχε επικαλεσθεί τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης κατ’ αυτής, είναι καταχρηστική, επειδή η υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων της τελευταίας κατά την διάρκεια της γαμήλιας δεξιώσεως της αναιρεσείουσας (μη ορθή τοποθέτηση των προσκεκλημένων στα τραπέζια, όπως αυτά είχαν προκαθοριστεί, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί παρεξήγηση από ορισμένους, οι οποίοι τελικά αποχώρησαν), η οποία γαμήλια δεξίωση αποτελεί βεβαίως κορυφαία εκδήλωση της ζωής κάθε προσώπου, συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς της και της προσωπικότητας του συζύγου της, η οποία προσωπικότητα προστατεύεται από το Σύνταγμα και τους νόμους και συνεπώς η ένδικη αξίωση της αντιδίκου της θα έπρεπε να απορριφθεί.
Το πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι τα εκτιθέμενα για τη στοιχειοθέτηση της ανωτέρω ενστάσεως πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να στηρίξουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον πράγματι τα εκτιθέμενα για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης αυτής πραγματικά περιστατικά δεν είναι επαρκή για να καταστήσουν την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την καταβολή της αμοιβής της προφανώς αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου, όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, γιατί το δικάσαν δικαστήριο, χωρίς καμιά αιτιολογία ή με ανεπαρκή αιτιολογία, απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της αντιδίκου της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, ενώ η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., ως προς την απόρριψη της ενστάσεως αυτής, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού πέραν της αριθμητικής αναφοράς του άρθρου αυτού δεν εξειδικεύονται ποια είναι τα "πράγματα" που προτάθηκαν και δεν ελήφθησαν υπόψη.
6. Με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι πλημμελώς εκτελέστηκε το συμφωνηθέν έργο και δεν παρευρέθηκαν όλοι οι προσκεκλημένοι, με συνέπεια να μην οφείλεται η αιτούμενη αμοιβή για τους απουσιάσαντες, ύψους 73,57 €.
Ο λόγος αυτός που, υπό την επίκληση του από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, περιέχει αιτιάσεις για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την εκτέλεση της συμβάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αποφάσεως, υπάρχει σαφής παραδοχή του δικαστηρίου ότι οι παρευρεθέντες στη δεξίωση αριθμούσαν 219 άτομα, εκ των οποίων οι 212 προσκεκλημένοι, μεταξύ δε αυτών και 2 παιδιά (για τα οποία δεν είχε συμφωνηθεί κάποια ιδιαίτερη τιμή χρέωσης) και 7 άτομα στο νυφικό τραπέζι, οπότε βάσει του αριθμού αυτού και των λοιπών συμφωνηθέντων υπολογίστηκε η αμοιβή της αναιρεσίβλητης, οι δε περαιτέρω αναφορές στην απόφαση ότι υπήρξαν ελλείψεις κατά την εξυπηρέτηση των προσώπων αυτών, οι οποίες δεν εξειδικεύονται, εκφέρονται εκ περισσού και δεν στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο εκτίθεται με σαφήνεια. 7.
Τέλος με τον έκτο από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της αμοιβής για τη σίτιση δύο εκ των προσκεκλημένων, δεδομένου ότι κατά την αναιρεσείουσα απεδείχθη ότι αυτοί εξ αρχής απεχώρησαν από τη δεξίωση και δεν παρασχέθηκε προς αυτούς καμία υπηρεσία.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι παρευρέθηκαν λιγότερα από 219 άτομα για τα οποία υπολογίστηκε η αμοιβή. Αλλά και κατά το μέρος κατά το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με το οποίο υποστηρίζεται ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 681 και 694 ΑΚ (κατ’ ορθή ανάγνωση), δεν είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Νοεμβρίου 2016 αίτηση της Μ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.3149/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ