Legislator Case Law & Legislation
886/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in workplace injury case, upholding lower court's finding of employer liability for worker's death.

Case Number 886/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a fatal workplace accident involving an unskilled minor worker. The court found the employer liable for failing to supervise the dangerous installation of hydraulic pipe supports, rejecting the defense that the worker's own negligence caused the fall. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay legal costs to the other parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; The employer bears liability for workplace accidents caused by their failure to supervise dangerous tasks, and an appeal lacking legal grounds must be dismissed with the appellant bearing the costs.

Keywords

AI generated
workplace accident liability employer supervision duty unskilled worker negligence civil appeal dismissal legal costs allocation work injury compensation employer fault standard

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 886 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 886/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: 1. Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Πεπόνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. M. M. του Z. (Μ. Μ. του Ζ.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Χριστιανόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις 2. A. M. του M. (Α. Μ. του Μ.), κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Ομόρρυθμης Τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Δ.Α.-Γ.Μ. ΟΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. Δ. Α. του Ν., 5. Γ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι 3ος,4ος, 5ος, παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Νικολάου Σιάμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-11-2006 και 26-7-2007 αγωγές των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 732/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3185/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-1-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 12-9-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ασπασίας Καρέλλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 682 Β'/7-8-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 16-1-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3185/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 23-9-2014, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη Α.

M. του M., κάτοικο ..., με κλήση προς αυτήν για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, κατά την ορισθείσα παραπάνω αρχική δικάσιμο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναιρέσεως, κατόπιν αιτήματος του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (13-1-2015).

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η δεύτερη αναιρεσίβλητη A. M. δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ ΚΠολΔ.

Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού η απολειπόμενη αναιρεσίβλητη είχε νομίμως κλητευθεί για να παραστεί κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο (23-9-2014), δεν χρειαζόταν νέα κλήση αυτής για την μετ' αναβολή δικάσιμο (13-1-2015), δοθέντος ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς της και, επομένως, πρέπει, παρά την απουσία της παραπάνω αναιρεσίβλητης, να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 εδάφ.

α' και γ' ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 69, 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι επί απλής ομοδικίας η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, όπως είναι και ο από αδικοπραξία μαζί με αυτόν (αναιρεσείοντα) εναχθείς, ως εις ολόκληρον ενεχόμενος.

Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν δικαιολογείται στις περιπτώσεις, που η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα. Τέτοιου, όμως, είδους διάταξη επί περισσοτέρων από αδικοπραξία εναχθέντων, ως εις ολόκληρον ενεχομένων, δεν είναι εκείνη με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προς ένα ή περισσότερους από αυτούς, ενώ γίνεται δεκτή ως προς άλλον ή άλλους, καθόσον το δεδικασμένο που παράγεται από τέτοια διάταξη δεν ισχύει στις μεταξύ των ομοδίκων σχέσεις και, συνεπώς, δεν εμποδίζει τον ηττηθέντα ή τους ηττηθέντες έναντι του ενάγοντος, σε παθητική ομοδικία διαδίκους, να αναχθούν κατά του νικήσαντος ή των νικησάντων ομοδίκων τους, σύμφωνα με το άρθρο 927 του ΑΚ (ΑΠ 600/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκ των εναγομένων (τέταρτος) και ήδη αναιρεσείων Μ. Κ., με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο ότι παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 1 επόμ. του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", 32 του Ν. 1568/1985 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων", 3, 4 και 7 του Ν. 1396/1983 "Μέτρα ασφάλειας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", 1, 78, 79 και 111 του Π.Δ. 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού", με το να δεχθεί (το Εφετείο) ότι με τις διατάξεις αυτές δεν επιβάλλονται υποχρεώσεις ούτε στον κύριο του έργου, αλλά ούτε και στους επιβλέποντες μηχανικούς, δηλαδή στους συνεναγομένους του (αναιρεσείοντος) και ήδη τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων και να απορρίψει τις ένδικες αγωγές των ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που οι αγωγές αυτές στρέφονταν κατά των παραπάνω συνεναγομένων του (ήδη τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι αιτιάσεις που περιλαμβάνονται σ' αυτόν δεν αφορούν τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, δηλαδή τους ενάγοντες, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο και δεύτερη αναιρεσίβλητη, που άσκησαν τις ένδικες αγωγές από αδικοπραξία (εργατικό ατύχημα), επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά τους ομοδίκους - συνεναγόμενους του (αναιρεσείοντος), ήδη τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ως εις ολόκληρον μαζί με αυτόν, από αδικοπραξία (εργατικό ατύχημα), ενεχομένους και εναχθέντες.

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 551/1914, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ ( άρθρ. 38 Εισ.Ν.ΑΚ ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεως του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ως άνω Ν. 551/1914, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 551/1914 αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και, σε περίπτωση θανάτου αυτού, οι επιζώντες σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα τούτου, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1914.

Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου (άρθρο 1), μεταξύ των οποίων η διάταξη του άρθρου 17 αυτού, κατά την οποία "Τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών δέον όπως εξασφαλίζονται δι' ανθεκτικών προσωρινών κιγκλιδωμάτων και θωρακίων ή διά δικτύων.

Ταύτα δέον όπως ελέγχονται περιοδικώς ως προς την αντοχή των και αποξηλώνονται μόνον μετά την εγκατάστασιν των εξωτερικών ικριωμάτων κατά τας διατάξεις του παρόντος (παρ. 1)". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 305/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1 α αυτού, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο άρθρο 12, παράρτημα I V, μέρος Β, τμήμα ΙΙ, παράγραφος 5 του άνω Π.Δ. 305/1996, όπου, στην παρ. 5 (πτώσεις από ύψος), ορίζεται ότι: "5.1.

Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με την βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας.

Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας". Επιπλέον, με τα άρθρα 1, 37, 102, 107 και 111 του Π.Δ. 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (άρθρ. 1).

Εάν εις δάπεδον εργασίας δεν υπάρχει προστατευτικόν κιγκλίδωμα και θωράκιον πρέπει να τοποθετούνται εναλλακτικώς κατά περίπτωσιν: Δάπεδον εργασίας και ξύλινον κεκλιμένον επίπεδον το οποίον να εμποδίζει την ελευθέραν πτώσιν των εργαζομένων, δι' ύψος μεγαλύτερον των τριών (3,00) μέτρων ή δίχτυ ή έτερον υλικόν ιδίας ελαστικότητος, το οποίον να εμποδίζει την ελευθέραν πτώσιν, δι' ύψος ανώτερον των εξ (6,00) μέτρων.

Αι ως άνω κατασκευαί δεν είναι απαραίτητοι εφόσον η εργασία υπ' αυτάς τας συνθήκας δεν πρόκειται να διαρκέσει πλέον της ημέρας και εφόσον οι εργαζόμενοι φέρουν ζώνας ασφαλείας (άρθρ. 37 παρ.2). Εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η προστασία των εργαζομένων δεν δύναται να εξασφαλισθεί απόλυτα είτε διά της εξαλείψεως του κινδύνου, είτε διά των ομαδικών μέτρων ασφαλείας, διατίθενται υπό του εκτελούντος το έργον εις τους εργαζομένους ατομικά μέσα προστασίας.

Τα ανωτέρω μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, να ευρίσκονται εις άριστη κατάσταση, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζονται και να αποθηκεύονται με επιμέλεια (άρθρο 102 παρ.1 και 2). Ο εκτελών το έργο πρέπει να εξασφαλίζει την δυνατότητα χρήσεως των ζωνών ασφαλείας εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας η χρήση αυτή είναι αναγκαία.

Αι ζώναι ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός (1,00) μέτρου. Απαγορεύεται να εργάζονται μεμονωμένως οι εργαζόμενοι, οι οποίοι χρησιμοποιούν διά την προστασίαν των ζώνες ασφαλείας (107). Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του Π.Δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων.

Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (άρθρ. 111 παρ.1 και 3)". Επίσης, με το άρθρο 3 (Υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου ολοκλήρου του έργου) του Ν. 1396/1983 "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" ορίζεται ότι: "Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολοκλήρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1.

Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος".

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ασαφώς, ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι της εφαρμογής του.

Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Η πρώτη εναγόμενη στις ένδικες αγωγές κατασκευαστική ομόρρυθμη εταιρεία, ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, της οποίας οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, ήδη τέταρτος και πέμπτος αναιρεσίβλητοι, είναι ομόρρυθμοι εταίροι, ως εργολήπτρια νεοανεγειρόμενης οικοδομής, επί της οδού ...

στη ..., συνήψε τον Φεβρουάριο του έτους 2004 με τον τέταρτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, σύμβαση έργου, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε την εκτέλεση των υδραυλικών εγκαταστάσεων στην ως άνω οικοδομή. Μεταξύ του προσωπικού που απασχολούσε ο τέταρτος εναγόμενος, για την εκτέλεση του τμήματος τούτου (των υδραυλικών εγκαταστάσεων) της οικοδομής, ήταν και ο ανήλικος A.

M. του Μ., γεννηθείς στις 3-11-1986, Αλβανικής υπηκοότητας, τον οποίο είχε προσλάβει ως ανειδίκευτο εργάτη, με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς να διαθέτει βιβλιάριο εργασίας ανηλίκου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 8 του Ν. 1837/1989, στερούμενο δε και οποιασδήποτε εργασιακής - οικοδομικής εμπειρίας. Οι εργασίες ανεγέρσεως της εξαώροφης οικοδομής είχαν ολοκληρωθεί και ήδη είχε αρχίσει η τοποθέτηση των υδραυλικών σωληνώσεων.

Η πρόσοψη του κτιρίου έχει μήκος 12 μέτρα και σε κάθε όροφο έχουν κατασκευασθεί επί της προσόψεως δύο εξώστες, πλάτους 1,30 μέτρα, οι οποίοι απέχουν μεταξύ τους ένα μέτρο και έχουν στηθαίο, ύψους 25 εκατοστά του μέτρου. Οι σωλήνες υδρεύσεως βρίσκονται επί του τοίχου της προσόψεως, σε απόσταση 30 εκατοστά από το πλαϊνό άκρο (στηθαίο) του εξώστη και ανεβαίνουν καθ' ύψος της προσόψεως, όπου διακλαδώνονται σε κάθε διαμέρισμα.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι την 1-4-2004 o τέταρτος εναγόμενος, εργοδότης του παραπάνω ανηλίκου A. M., έδωσε σ' αυτόν εντολή να τοποθετήσει επί του τοίχου της προσόψεως, με την χρησιμοποίηση τανάλιας, τα στηρίγματα στα οποία θα στηρίζονταν οι σωληνώσεις της υδραυλικής εγκαταστάσεως της οικοδομής, χωρίς όμως να εξασφαλίσει στον ανήλικο τα αναγκαία ικριώματα για την εργασία αυτή, η οποία ήταν ψηλά και έξω από το ασφαλές μέρος των βεραντών, αλλά ούτε και ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα, ύψους ενός μέτρου στο πέρας των εξωστών.

Εκτός τούτων, μεγαλύτερη ακόμη ασφάλεια θα παρείχε η ζώνη που προβλέπει το άρθρο 107 του Π.Δ. 1073/1981, καθόσον, σε περίπτωση ατυχήματος, θα περιόριζε την πτώση στο ένα μέτρο. Αντιθέτως, ο τέταρτος εναγόμενος επέτρεψε να προβεί ο ανειδίκευτος ανήλικος A. M. στην τοποθέτηση των στηριγμάτων στο μεταξύ των δύο εξωστών κενό, χωρίς τη λήψη των ως άνω προβλεπομένων μέτρων ασφαλείας.

Ο ανήλικος, στην προσπάθειά του να εκτελέσει τη συγκεκριμένη αυτή εργασία, στάθηκε στην άκρη του ενός από τους δύο εξώστες του τρίτου ορόφου της οικοδομής, με αποτέλεσμα, από άγνωστη αιτία, να χάσει την ισορροπία του, να πέσει στο κενό από το ύψος του τρίτου ορόφου και να σκοτωθεί. Ο θάνατός του - όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - συνιστά εργατικό ατύχημα, διότι έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της εργασίας του, και οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του τέταρτου εναγομένου, η οποία θεμελιώνεται στη μη τήρηση των διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών περί των όρων ασφαλείας.

Ευθύνεται δε ως εργοδότης του θανόντος, διότι, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, έχει εφαρμογή το Π.Δ/γμα 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", για την τήρηση των όρων του οποίου υπεύθυνος είναι κατά κύριο λόγο ο εργοδότης που απασχολεί τον μισθωτό. Το πταίσμα του (αμέλεια) συνίσταται στο ότι έδωσε εντολή στον μισθωτό του να εκτελέσει μία επικίνδυνη εργασία, χωρίς να μεριμνήσει προηγουμένως για την λήψη και εξασφάλιση των απαιτούμενων, στην προκείμενη περίπτωση, μέτρων ασφαλείας και συγκεκριμένα για την τοποθέτηση ικριωμάτων και ανθεκτικών προσωρινών κιγκλιδωμάτων επαρκούς ύψους, ενός μέτρου, στο πέρας των εξωστών και για την χορήγηση κατάλληλης ζώνης, έτσι ώστε να εκτελέσει ο εργαζόμενος ασφαλώς το - πράγματι επικίνδυνο - έργο της τοποθετήσεως στηριγμάτων για τις υδραυλικές σωληνώσεις στην πρόσοψη της οικοδομής.

Αντιθέτως, άφησε την υλοποίηση του έργου αυτού στην πρωτοβουλία του εργαζόμενου, ενώ αν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν θα υπήρχε κίνδυνος κατακρημνίσεως του ανειδίκευτου εργάτη, ανηλίκου A. M.. Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι ο ισχυρισμός του τέταρτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) ότι το ατύχημα οφείλεται όχι σε δική του παράλειψη, αλλά αποκλειστικά σε υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 99 % του εργαζόμενου, γιατί με δική του πρωτοβουλία και χωρίς εντολή ανέβηκε τρέχοντας στον τρίτο όροφο της οικοδομής, προκειμένου να πάρει άλλο κατσαβίδι από τη θήκη των εργαλείων και, προφανώς, γλίστρησε με αποτέλεσμα να βρεθεί στο κενό, πρέπει, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ακολούθως το Εφετείο, κατόπιν των παραδοχών αυτών, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι, κατά τούτο, την πρωτόδικη απόφαση (732/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία είχαν γίνει δεκτές (εν μέρει) οι ένδικες από 15-11-2006 και 26-7-2007 αγωγές, διώκουσες την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν ο ενάγων M.

M., ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, και η ενάγουσα A. M., ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, από τον αιφνίδιο θάνατο, εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, του ανήλικου A. M., ο οποίος ήταν γιος του πρώτου και εγγονός της δεύτερης. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, σχετικώς με όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την γέννηση αδικοπρακτικής ευθύνης από εργατικό ατύχημα (λόγω παραλείψεως οφειλόμενης ενέργειας) του αναιρεσείοντος, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν έτσι εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως, που είναι συνεπώς απορριπτέος ως αβάσιμος. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, πρώτου, τρίτης, τέταρτου και πέμπτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, ούτε, άλλωστε, ως ερημοδικασθείσα, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-1-2014 αίτηση του Μ. Κ. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3185/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (πρώτου, τρίτης, τέταρτου και πέμπτου), τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ