Supreme Court dismisses appeal on pension reduction calculation, ruling statutory rules override ambiguous contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the pension fund against a lower court's decision regarding supplementary pension reduction calculations. The appellant argued that a 1995 statutory amendment to the fund's constitution was binding, but the court found the amendment had only contractual force between the bank and its employees. Consequently, the court held that the statutory provisions governing pension reductions took precedence over the ambiguous contractual terms, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate the claim before the court of first instance, and statutory provisions on pension reductions prevail over ambiguous contractual amendments lacking regulatory status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 886 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
ΕΤΕΑΜ, καθολικός διάδοχος του ΤΕΑΠΕΤΕ. Ο αναιρετικός λόγος της ΚΠολΔ 559 αρ.1 δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων. Η ίδρυση αναιρετικού λόγου για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου προϋποθέτει την προβολή σχετικού ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Μη αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ΑΚ 173, 200 όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οι εφαρμοστέες συμβατικές ρυθμίσεις ήσαν σαφείς. Διένεξη ως προς τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης καταβαλλόμενης επικουρικής σύνταξης μετά την έναρξη της συνταξιοδότησης από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα. Απορρίπτει αίτηση του ΕΤΕΑΜ. Επιβολή μειωμένης δικαστικής δαπάνης.
Αριθμός 886/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά το, την 13η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Σ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αποστόλου Φανού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ως διαδόχου του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεοδώρας Αντωνίου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1891/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5059/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 8-1-2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1595/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 2-3-2011 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της κλήσεως, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 9-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να κριθεί βάσιμος ο δεύτερος λόγος της από 8-1-2009 αίτησης και αβάσιμος ο πρώτος.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 2-3-2011 κλήση του αναιρεσιβλήτου, ύστερα από την έκδοση της 1595/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 28-9-2010 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν διατάξεις δικονομικού δικαίου, των οποίων η μη ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή θα μπορούσε να ελεγχθεί μόνο με κάποιον από τους ειδικούς λόγους, που προβλέπονται για τέτοιες περιπτώσεις στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.14 περ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται αναίρεση "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", απαιτείται όχι μόνο να εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ακυρότητα, η έκπτωση από συγκεκριμένο δικαίωμα ή το απαράδεκτο, αλλά και να αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2, ΑΠ 502/2007).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 62, 64, 69 και 73 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες θα έπρεπε να έχει κηρύξει την ένδικη αγωγή απαράδεκτη, διότι στρεφόταν κατά του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), το οποίο είχε δημιουργηθεί με την από 25-10-1948 συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Συλλόγου των υπαλλήλων αυτής, με σκοπό την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού της πρώτης και των μελών του δευτέρου, όχι ως ένωση προσώπων, αλλά με τη μορφή του "ειδικού λογαριασμού", χωρίς ποτέ να αποκτήσει νομική προσωπικότητα και χωρίς να έχει την ικανότητα να είναι διάδικος (με επίκληση της ΟλΑΠ 25/2008).
O εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, διότι αφ' ενός, ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναφέρεται σε παραβίαση διατάξεων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και αφ' ετέρου, ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, δεν διαλαμβάνει ότι το αναιρεσείον είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί ελλείψεως της ως άνω ικανότητας ως προς το ΤΕΑΠΕΤΕ.
Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον, ως εκ του νόμου καθολικός διάδοχος του ΤΕΑΠΕΤΕ με νομική προσωπικότητα και δικονομική ικανότητα (άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3455/2006 και 6 παρ.1 του ν. 3029/2002), υπεισήλθε από την πρώτη συζήτηση της αγωγής στη δικονομική θέση εκείνου, ως εναγομένου και, έκτοτε, διεξήγαγε τη δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο και στο Εφετείο, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την παθητική του νομιμοποίηση.
3. Στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις". Στο άρθρο 200 ΑΚ ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για τη συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 357/2010).
Οι ίδιες διατάξεις, όμως, παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δηλώσεως με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 253/2010).
Τέλος, οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντιστοίχως δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 103/2010).
Η παράλειψη, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 561 παρ.1, ΑΠ 1179/1996, ΑΠ 1139/1980).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών" και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι το εναγόμενο ΤΕΑΠΕΤΕ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως (άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3455/2006) το ΕΤΕΑΜ που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ήδη αναιρεσείον), υπήρξε ειδικός λογαριασμός, χωρίς νομική προσωπικότητα, ο οποίος είχε δημιουργηθεί κατά το έτος 1948, με συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Συλλόγου των εργαζομένων σ' αυτή και παρείχε υποχρεωτική, κοινωνική, επικουρική ασφάλιση.
Ότι το Καταστατικό λειτουργίας του ΤΕΑΠΕΤΕ είχε συμβατικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα, οι δε κατά καιρούς τροποποιήσεις αυτού έγιναν με συλλογικές συμφωνίες μεταξύ των φορέων που είχαν ιδρύσει το Ταμείο, οι οποίες είχαν, επίσης, συμβατικό χαρακτήρα. Ότι με την τροποποίηση που έγινε την 12-12-1984 δόθηκαν κίνητρα στους ασφαλισμένους για να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την Τράπεζα, πριν θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα έναντι του φορέα της κύριας ασφάλισής τους (που ήταν το ΙΚΑ) και να λάβουν την ανάλογη, επικουρική σύνταξη από το ΤΕΑΠΕΤΕ.
Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 της από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού, που ίσχυε κατά το χρόνο εξόδου του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) από την Τράπεζα, "η σύνταξη των δικαιούχων του άρθρου 7 καθορίζεται σε ποσοστό πάνω στις συντάξιμες αποδοχές του μήνα εξόδου τους από την Τράπεζα, ανάλογα με τα συντάξιμα χρόνια τους και προσαυξάνεται με τα επιδόματα συζύγου και παιδιών και την ΑΤΑ, μειούμενη, όμως, κατά το ποσό της σύνταξης που παίρνουν ή δικαιούνται να πάρουν από οποιοδήποτε φορέα κύριας σύνταξης, όπως ειδικότερα καθορίζεται παρακάτω".
Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.3 στοιχείο Α περ. α' της αυτής τροποποίησης, "το ποσό της σύνταξης του κύριου φορέα κατά το οποίο θα μειώνεται η κατά την παρ.1 χορηγούμενη από το Ταμείο [επικουρική] σύνταξη είναι: (1) Για όσους, μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα, δεν συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, το ποσό που κάθε φορά θα παίρνουν από τον κύριο αυτό φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του και ανάλογα με τα χρόνια που υπολογίστηκαν για τη σύνταξή τους από το Ταμείο. (2) Για όσους, μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα, συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, το ποσό της σύνταξης που θα δικαιούνταν από τον κύριο φορέα κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, εάν δεν είχαν συνεχίσει την ασφάλισή τους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα και όπως αυτή η σύνταξη θα διαμορφωνόταν κάθε φορά.
Το ίδιο θα ισχύσει και για όσους δεν επιμεληθούν τη λήψη της σύνταξής τους από τον κύριο φορέα, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.3 στοιχείο Α περ. β' της από 12-12-1984 τροποποίησης, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να αρχίσει η εφαρμογή της μείωσης της επικουρικής σύνταξης, ορίσθηκε ότι "στην περίπτωση που ο δικαιούχος έχει ή αποκτήσει το κατά την παρ.1 απαιτητό δικαίωμα κύριας σύνταξης (μειωμένης ή πλήρους) από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, το Ταμείο δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση του να επιλέξει αυτό, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, το χρόνο που θα μειώσει, κατά τα οριζόμενα στην παρ.1, τη σύνταξη που του παρέχει".
Ότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τους εργαζομένους, οι οποίοι μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα θα συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, απασχολούμενοι σε άλλον εργοδότη, η καταβαλλόμενη επικουρική σύνταξη θα μειώνεται, όταν ο ασφαλισμένος θεμελιώσει δικαίωμα για την κύρια σύνταξη, κατά το (υποθετικό) ποσό που θα προέκυπτε από τον υπολογισμό της σύνταξης με βάση τις (λιγότερες από τις πραγματικές) ημέρες ασφάλισης που είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της εξόδου του από την Τράπεζα, δηλαδή χωρίς το συνυπολογισμό των ημερών ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν μετά την ως άνω έξοδο του ασφαλισμένου.
Ότι, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 10 της από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού, ο εν λόγω υπολογισμός της μείωσης, που αποτελούσε το κίνητρο της πρόωρης, οικειοθελούς αποχώρησης των εργαζομένων από την Τράπεζα, ήταν ομοιόμορφος τόσο για τους ασφαλισμένους, που θα συνέχιζαν την ασφάλισή τους στον κύριο φορέα μέσω άλλου εργοδότη όσο και γι' αυτούς, που δεν θα εργάζονταν μετά την έξοδό τους.
Ότι την 12-4-1995 έγινε νέα τροποποίηση του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, σύμφωνα με την οποία ορίσθηκε στο άρθρο 10 παρ.4 εδ. ε' ότι για τον υπολογισμό της μείωσης της επικουρικής σύνταξης τόσο για όσους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα δεν συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα όσο και για όσους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα συνεχίζουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, "ως ασφαλιστική κλάση λαμβάνεται υπ' όψη εκείνη της συνταξιοδότησης από τον κύριο φορέα".
Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10ε παρ.7 της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού, "οι τροποποιήσεις των διατάξεων των άρθρων 10, 10α, 10β, 10γ, 10δ και του παρόντος έχουν εφαρμογή από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος αυτών, τόσο για τις συντάξεις που απονεμήθηκαν όσο και για εκείνες που θα απονεμηθούν στο μέλλον".
Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ως υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν υποχρεωτικά επικουρικώς ασφαλισμένος στο ΤΕΑΠΕΤΕ. Ότι ο ίδιος, την 10-7-1990, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στην Τράπεζα, έχοντας πραγματοποιήσει 9.160 ημέρες ασφάλισης στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που ήταν ο κύριος ασφαλιστικός του φορέας.
Ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, κατά το χρόνο της αποχώρησής του δεν είχε τις προϋποθέσεις για να λάβει κύρια σύνταξη από το ΙΚΑ και γι' αυτό, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα από 12-12-1984 τροποποίηση του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, έλαβε επικουρική σύνταξη από το τελευταίο με βάση την μέχρι τότε υπηρεσία του στην Τράπεζα.
Ότι ο ενάγων, μετά την αποχώρησή του από την Τράπεζα και την παράλληλη λήψη της επικουρικής σύνταξης, απασχολήθηκε σε άλλον εργοδότη και επαύξησε τις ημέρες ασφάλισής του στο ΙΚΑ. Ότι, στο τέλος Ιουλίου 1999, ο ενάγων είχε συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λάβει κύρια σύνταξη από το ΙΚΑ. Ότι, από την 1-8-1999, το ΤΕΑΠΕΤΕ, εφαρμόζοντας την τότε ισχύουσα, νεότερη, από 12-4-1995 τροποποίηση του Καταστατικού του, μείωσε την επικουρική σύνταξη, την οποία μέχρι τότε κατέβαλλε προς τον ενάγοντα, προσδιορίζοντας το ποσό της μείωσης όχι σύμφωνα με τις ημέρες ασφάλισης, τις οποίες ο ενάγων είχε πραγματοποιήσει εργαζόμενος στην Τράπεζα (δηλαδή, με βάση τις 9.160 ημέρες ασφάλισης, την εξ αυτών προκύπτουσα ασφαλιστική κλάση και τα λοιπά δεδομένα της 10-7-1990, που είχαν ληφθεί υπ' όψη για τον προσδιορισμό της επικουρικής σύνταξης), αλλά προσθέτοντας σ' αυτές και τις ημέρες ασφάλισης που είχε πραγματοποιήσει μετά την αποχώρησή του από αυτήν, απασχολούμενος σε νέο εργοδότη (δηλαδή, με βάση το γενικό σύνολο των ημερών ασφάλισης, την εξ αυτών προκύπτουσα ασφαλιστική κλάση και τα λοιπά δεδομένα του τέλους Ιουλίου 1999, που λήφθηκαν υπ' όψη για τον προσδιορισμό της κύριας σύνταξης).
Ότι, λαμβανομένου υπ' όψη του χρόνου κατά τον οποίο ο ενάγων είχε αποχωρήσει από την Τράπεζα και συνταξιοδοτηθεί από το ΤΕΑΠΕΤΕ (10-7-1990), ήσαν εφαρμοστέες οι διατάξεις του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, όπως είχαν ισχύσει μετά την από 12-12-1984 τροποποίηση και όχι όπως ίσχυαν μετά τη νεότερη τροποποίηση της 12-4-1995.
Ότι το εναγόμενο εσφαλμένως υπολόγισε το ποσό της μείωσης με βάση το σύνολο των ημερών ασφάλισης του ενάγοντος στο ΙΚΑ και όχι εκείνων μόνο (δηλαδή των 9.160 ημερών ασφάλισης), τις οποίες είχε κατά την έξοδό του από την Τράπεζα. Ότι οι ως άνω διατάξεις της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο επιβολής της μείωσης της επικουρικής συντάξεως και ανεξάρτητα από την αναδρομικότητα, που είχαν προσδώσει σ' αυτές τα συμβαλλόμενα μέρη, δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του ενάγοντος, διότι αυτός είχε εξέλθει από την υπηρεσία της Τράπεζας και είχε λάβει την επικουρική σύνταξη σε χρόνο που ίσχυαν οι διατάξεις της προηγούμενης, από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού.
Ότι, το ΤΕΑΠΕΤΕ, εφαρμόζοντας παρά το νόμο τις διατάξεις της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού του κατά τον προσδιορισμό της μείωσης της επικουρικής σύνταξης προς τον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-12-2003, είχε παρακρατήσει επί πλέον του ποσού, κατά το οποίο είχε το δικαίωμα να μειώσει την επικουρική σύνταξη με προσήκουσα εφαρμογή των καταστατικών του διατάξεων, το ποσό των 20.464,93 ευρώ.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με δεδομένο το ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κάνει δεκτή την αγωγή για το ίδιο ποσό, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον, ως καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ΤΕΑΠΕΤΕ. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι, όπως από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει, δέχθηκε ότι οι ορισμοί του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, με τους οποίους οι συμβαλλόμενοι (Τράπεζα και Σύλλογος εργαζομένων) είχαν ρυθμίσει τις προϋποθέσεις της αρχικής χορήγησης και της μετέπειτα μείωσης της επικουρικής συντάξεως, είναι σαφείς και δεν έχουν ανάγκη ερμηνείας, χωρίς να καταφύγει, ούτε ευθέως ούτε εμμέσως, σε οποιαδήποτε αναζήτηση κάποιας άλλης, διαφορετικής από την εκφρασθείσα, βούλησης αυτών, τυχόν συναγομένης από το συσχετισμό των δικαιοπρακτικών δηλώσεων μεταξύ τους ή με άλλα στοιχεία, κείμενα έξω από αυτές.
Πράγματι, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι κρίσιμος για την εξεύρεση των διατάξεων του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, σύμφωνα με τις οποίες θα έπρεπε να γίνει η μείωση της επικουρικής συντάξεως του αναιρεσιβλήτου μετά τη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ, είναι ο χρόνος της εξόδου του από την υπηρεσία της Τράπεζας και της θεμελίωσης του δικαιώματος να λάβει επικουρική σύνταξη.
Και ότι με βάση το χρόνο αυτό, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις της από 12-12-1984 τροποποίησης, σύμφωνα με τις οποίες για τον προσδιορισμό του ποσού της μείωσης πρέπει να ληφθούν υπ' όψη τα ασφαλιστικά δεδομένα του χρόνου, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε αποχωρήσει από την εργασία του στην Τράπεζα και όχι εκείνου, κατά τον οποίο είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα έναντι του ΙΚΑ.
Πέραν τούτου, η αναφορά του δικαστηρίου της ουσίας στην κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου, που είχε δοθεί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν είχε την έννοια της αναζήτησης επιχειρήματος προς εξεύρεση της αληθούς βουλήσεως των μερών που είχαν καταρτίσει τις ως άνω τροποποιήσεις του Καταστατικού του Ταμείου, αλλά της διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών υπό τα οποία βρέθηκαν και ενήργησαν οι διάδικοι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με το δεύτερο μέρος του οποίου υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται, αντιστοίχως, οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Στο άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".
Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας (ΟλΑΠ 2/1996).
Με τη δεύτερη διάταξη διαχωρίζονται από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφ' όσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως" και, πάντως, εφ' όσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".
Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας (ΣΣΕ), περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφ' άπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη".
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι κατά καιρούς τροποποιήσεις του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ δεν είχαν κανονιστικό χαρακτήρα, διότι δεν μπορούσαν να αποτελέσουν νομίμως περιεχόμενο ΣΣΕ. Αντιθέτως, είχαν συμβατικό χαρακτήρα, ισχύουσες μόνο μεταξύ των φορέων που τις είχαν καταρτίσει και των μελών αυτών.
Κατά συνέπεια, η από το αναιρεσείον προβαλλόμενη ως ισχύουσα και έναντι του αναιρεσιβλήτου από 12-4-1995 τροποποίηση του Καταστατικού, δεν μπορούσε να αναπτύξει δεσμευτική ισχύ έναντι αυτού, εφ' όσον κατά τη συνομολόγησή της είχε αποχωρήσει από την Τράπεζα και είχε παύσει να είναι μέλος του Συλλόγου των εργαζομένων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, ως προς το πρώτο μέρος αυτού, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο λόγω του δήθεν κανονιστικού χαρακτήρα της τροποποίησης και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι, επίσης, αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
Ως προς το ύψος των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που αποδίδεται από το δικαστήριο στο νικώντα διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ.
Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957). Περαιτέρω, σύμφωνα τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, επομένως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 εφαρμόζεται και σε δίκες, στις οποίες διάδικος είναι το ΙΚΑ (ΑΠ 675/2009, 317/2007).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 και 2 του ν. 3029/2002, το δι' αυτού συσταθέν αναιρεσείον ΕΤΕΑΜ διέπεται από το σύνολο των διατάξεων τού, παραλλήλως, καταργηθέντος ΙΚΑ ΤΕΑΜ, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω, περί δικαστικών εξόδων αναφερόμενες. Επομένως, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν μειωμένα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-1-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 5059/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ