Legislator Case Law & Legislation
886/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract rescission, citing res judicata and unjust enrichment rules.

Case Number 886/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ordering the appellants to pay legal costs. The appellants argued for contract rescission based on the other party's fault, while the appellees relied on the finality of a prior judgment. The court held that the core legal issue had already been conclusively decided in a previous final judgment, making the current claims barred by the principle of res judicata.

Legislator headnote

AI generated

Articles 389, 397 of the Civil Code; Article 559, paragraph 16 of the Code of Civil Procedure: The right of contractual withdrawal is a contractual right; if exercised, the contract is dissolved and restitution is due under unjust enrichment. Furthermore, the principle of res judicata bars re-litigation of issues already finally decided in a prior judgment.

Keywords

AI generated
contractual withdrawal res judicata unjust enrichment final judgment contractual fault legal costs contract dissolution

Cited Legislation

AI generated
Articles 389, 397 of the Civil Code
Article 559, paragraph 16 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 2380/2003 of the Thessaloniki Court of Appeal
Decision 2337/2007 of the Thessaloniki Court of Appeal
Decision 323/2006 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 886 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 886/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της Ζ. Σ. συζ. Β. Α., κατοίκου ... και 2. Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Σιδηρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Π. συζ. Σ. και 2. Χ. χήρας Ι. Λ., αμφοτέρων κατοίκων ... και 3. Α. συζ. Ε. Π., 2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Ασημακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α. με την από 27 Αυγούστου 1998 αγωγή του Α. Χ. Ρ. που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, β. με την από 30 Αυγούστου 1999 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και γ. την από 20 Μαΐου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11102/2000 και 14165/2002 του ιδίου Δικαστηρίου, 2988/2006, 2989/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 2337/2007 του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 28 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 389, 390, 397 εδαφ. α' και 399 του ΑΚ προκύπτει, ότι το συμβατικό δικαίωμα να κηρύξει ο ένας από τους συμβαλλόμενους έκπτωτο τον άλλο είναι δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης και ότι, αν ασκηθεί συμβατική υπαναχώρηση, η σύμβαση διαλύεται ενοχικώς, αυτοδικαίως και αναδρομικώς (ex tunc) και κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει την παροχή που έλαβε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του πιο πάνω άρθρου 397 του ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο δανειστής έχει το προς υπαναχώρηση δικαίωμα μόνο, αν η μη εκπλήρωση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα του άλλου, ενώ η μη εκπλήρωση περιλαμβάνει και τις τρεις περιπτώσεις παραβάσεως της συμβάσεως, δηλαδή την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη και την πλημμελή εκπλήρωση αυτής.

Εξάλλου, για την άσκηση του δικαιώματος της συμβατικής υπαναχωρήσεως δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. του ΑΚ, γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άνω άρθρο 383 δικαίωμα νόμιμης υπαναχωρήσεως και δεν αποτελεί προϋπόθεση της από τις παραπάνω διατάξεις ρυθμιζόμενης συμβατικής υπαναχωρήσεως.

Η άσκηση δε του προς υπαναχώρηση δικαιώματος χωρεί με δικαιοπλαστική δήλωση του δικαιούχου προς τον αντισυμβαλλόμενό του, και ως τοιαύτη, δεν υπόκειται σε μονομερή ανάκληση ή άρση των αποτελεσμάτων της απ' αυτόν που την ασκεί. Μπορεί όμως, ενόψει του ενδοτικού χαρακτήρα των άνω διατάξεων της συμβατικής υπαναχωρήσεως, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), με νέα σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ των συμβαλλομένων, να καταστήσουν ανενεργά τα αποτελέσματα της υπαναχωρήσεως με την προσθήκη αναβίωσης της αρχικής συμβάσεως υπό την αίρεση της εκπλήρωσης αυτής μέχρι ορισμένου χρόνου, οπότε ως προς τις συνέπειες της εκπτώσεως, θα έχουν εφαρμογή οι περί διαλυτικής αιρέσεως διατάξεις (άρθρο 202 ΑΚ) και σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της συμβάσεως να επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη της νέας συμβάσεως κατάσταση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου, παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοια περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Με το .../1993 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βαρβάρας-Βασιλικής Ελαία-Βλαχάκη, οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) συγκύριες ενός οικοπέδου εμβαδού 2.952 τ.μ που βρίσκεται στην ..., συνήψαν σύμβαση εργολαβίας με τον εναγόμενο εργολάβο, σύμφωνα με την οποία, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει στο άνω οικόπεδο, με το σύστημα της αντιπαροχής, συγκρότημα αποτελούμενο από έξι (6) οικοδομές (Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ), διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ.

του Ν. 3741/1929 και 1002, 1117 Α.Κ. Από τις οικοδομές αυτές συμφωνήθηκε ότι οι ενάγουσες θα λάβουν ως αντιπαροχή, η πρώτη αυτών, μία (1) κατοικία της με στοιχεία Β και μία (1) κατοικία της με στοιχεία Γ οικοδομής, η δεύτερη ένα (1) αυτοτελές και διαιρετό διαμέρισμα της με στοιχείο Β και μία (1) κατοικία της με στοιχείο Γ οικοδομής και η τρίτη, ένα (1) κατάστημα αυτοτελές και διαιρετό και μία (1) κατοικία της με στοιχείο Γ οικοδομής, με τα αναλογούντα σ' αυτά ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου.

Όλες οι υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες, μαζί με τα 670/1000 ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που αναλογούσαν σ' αυτές, θα περιέρχονταν τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, ως εργολαβικό αντάλλαγμα στον εναγόμενο εργολάβο, ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτός θα υποδείκνυε. Η κατασκευή του όλου έργου συμφωνήθηκε να γίνει με δαπάνες του εναγομένου, τον οποίο θα βάρυνε και η υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων από αυτές ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ και λοιπούς ασφαλιστικούς οργανισμούς.

Ως χρόνος παράδοσης των διαιρετών αυτών χώρων, τελείως αποπερατωμένων και κατάλληλων προς χρήση, όπως και περάτωσης των κοινόχρηστων χώρων και εγκαταστάσεων των οικοδομών αυτών, συμφωνήθηκε προθεσμία είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, από την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Για την περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης των χώρων αυτών πέραν των 24 μηνών, αλλά και άλλων έξι (6) μηνών, συμφωνήθηκε με τον σχετικό πέμπτο (5ο) όρο της σύμβασης, ότι ο εργολάβος "εκπίπτει αυτοδικαίως των δικαιωμάτων του με την κοινοποίηση σ' αυτόν από τους οικοπεδούχους, εξώδικης πρόσκλησης και δήλωσης με δικαστικό επιμελητή, οπότε, στην περίπτωση αυτή θα ισχύσουν οι περί εκπτώσεως διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Σε περίπτωση έκπτωσης, ο εργολάβος υποχρεούται να απέχει από το οικόπεδο, η δε άδεια οικοδόμησης, τα δικαιώματα αυτής, τα ανεγερθέντα κτίσματα, που δεν μεταβιβάσθηκαν σε τρίτους με οριστικά συμβόλαια, καθώς και το καταβληθέν τίμημα των μεταβιβασθέντων με οριστικά συμβόλαια χώρων, περιέρχονται αναποζημίωτα στους οικοπεδούχους, οι οποίοι θα μπορούν να συνεχίσουν τις εργασίες της ανοικοδόμησης μόνοι ή με άλλον εργολάβον".

Από τον όρο αυτό της συμβάσεως προκύπτει σαφώς, ότι η ως άνω ρήτρα έκπτωσης του εργολάβου, επέχει θέση συμφώνου επιφύλαξης από τις οικοπεδούχες δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 389 έως 397 ΑΚ, την κατάργηση της σύμβασης αναδρομικώς, από τη στιγμή της κατάρτισής της και την απόσβεση όλων των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, γεγονός που δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος (άρθρο 261 ΚΠολΔ).

Η οικοδομική άδεια με αριθ. 1588/1994, εκδόθηκε την 24-10-1994 και ο εναγόμενος άρχισε τις οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση των οικοδομών. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, ο ανωτέρω προσυμφώνησε την πώληση στους προσθέτως, υπέρ αυτού, παρεμβαίνοντες, με συμβολαιογραφικά προσύμφωνα, στον πρώτο με τα ..., ..., .../1996, στη δεύτερη με το .../1993, στον τρίτο με το .../1995, της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βαρβάρας Ελαία-Βλαχάκη και στον τέταρτο με το .../1993 της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανής Πουργάκη-Λεμπέση (η δεύτερη και ο τέταρτος είναι ήδη αναιρεσείοντες, οι λοιποί δεν είναι πλέον διάδικοι), των αναφερομένων σ' αυτά διαιρετών χώρων που αποτελούν μέρος της αντιπαροχής του, εισπράττοντας ολοσχερώς το συμφωνημένο τίμημα.

Όμως, ο εναγόμενος, όχι μόνον δεν παρέδωσε πλήρως αποπερατωμένους τους χώρους της αντιπαροχής των εναγουσών, μετά των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων των οικοδομών αυτών, στο συμφωνημένο χρόνο, αλλά εγκατέλειψε το έργο ημιτελές, όπως συνομολογείται, ενώ παράλληλα έπαυσε την καταβολή των οφειλόμενων από τις ενάγουσες ασφαλιστικών εισφορών, που όπως αναφέρθηκε, κατά τη συμφωνία βάρυνε τον ίδιο.

Για το λόγο αυτό και οι οικοπεδούχοι, κάνοντας χρήση του ανωτέρω συμβατικού δικαιώματός τους, με την από 16-2-1998 εξώδικη δήλωσή τους, που επέδωσαν στον ανωτέρω την 17-12-1998 (βλ. την 6354/17-2-1998 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...), υπαναχώρησαν από την εργολαβική σύμβαση και τον κήρυξαν έκπτωτο.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι επακολούθησε νέα, μεταξύ των οικοπεδούχων και του εργολάβου σύμβαση, που καταρτίσθηκε με το .../30-10-1998 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Με τη σύμβαση αυτή, αφού γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο της πρώτης σύμβασης, που είχε καταρτισθεί με το ως άνω .../15-1-1993 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στην κήρυξη εκπτώτου του εναγομένου, κατ' ενάσκηση του σχετικού συμβατικού τους δικαιώματος από τις ενάγουσες, με την επιδοθείσα στον εναγόμενο την 17-2-1998 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωση έκπτωσής του, για το λόγο ότι αυτός δεν είχε προβεί μέχρι τότε στην αποπεράτωση και παράδοση των χώρων, που κατά τη συμφωνία τους περιέρχονται σ' αυτές και έπρεπε κατά τα συμφωνηθέντα να έχουν παραδοθεί το αργότερο μέχρι 24-4-1997 (30 συνολικά μήνες μετά την έκδοση της άδειας, η οποία εκδόθηκε την 24-10-1994), καθώς και στο ότι μετά την άνω κήρυξή του εκπτώτου, οι μη πωληθέντες με οριστικό συμβόλαιο χώροι ανήκουν σ' αυτές, συμφώνησαν και τα εξής:

Ότι αναβιώνουν την καταρτισθείσα, με το ως άνω αρχικό συμβολαιογραφικό έγγραφο .../15-1-1993, σύμβαση εργολαβίας με όλους τους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτήν. Στη νέα αυτή συμφωνία περιελήφθησαν και νέοι όροι, οι οποίο κατά ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων υπερισχύουν εκείνων της πρώτης σύμβασης, προς τους οποίους έρχονται σε αντίθεση.

Οι νέοι όροι, οι οποίοι ενδιαφέρουν εδώ, έχουν κατά λέξη ως εξής: "1) O αφετέρου συμβαλλόμενος εργολάβος Α. Ρ. αναλαμβάνει την υποχρέωση, μέχρι την τριακοστή πρώτη (31η) Ιανουαρίου 1999 να κατασκευάσει και παραδώσει από την "Γ" οικοδομή, στην από τις οικοπεδούχους Α. Π., την πιο πάνω αυτοτελή και διαιρετή διώροφη κατοικία (Μεζονέτα), που ανήκει στην αντιπαροχή της και όπως αυτή με λεπτομέρεια περιγράφηκε ήδη, πλήρως αποπερατωμένη και κατάλληλη προς οίκηση και υπό τον όρο ότι θα έχει καταβάλει όλες τις εισφορές προς το ΙΚΑ, σύμφωνα με τις καταστάσεις που έχουν υποβληθεί και θα υποβληθούν στο μέλλον από αυτόν, εργολάβο.

Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής του εργολάβου θα προκύπτει από το σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης, στο οποίο θα επισυνάπτεται η σχετική υπεύθυνη δήλωση του επιβλέποντος το έργο μηχανικού, καθώς και από σχετική βεβαίωση του ΙΚΑ, ότι εκπληρώθηκε η πιο πάνω υποχρέωση του εργολάβου. Η παρούσα σύμβαση τελεί υπό διαλυτική αίρεση της εκπλήρωσης από τον εργολάβο όλων των παραπάνω αναλαμβανομένων υποχρεώσεών του μέχρι την 31-10-1999.

Σε περίπτωση καθυστέρησης εκπλήρωσης αυτών, η αίρεση θα πληρούται, με αποτέλεσμα να θεωρείται η σύμβαση αυτή ανενεργός, ωσάν να μην έγινε ποτέ, και να αναβιώνει η κατά τα παραπάνω έκπτωση του εργολάβου. Εφόσον εκπληρωθούν οι παραπάνω υποχρεώσεις, οι αφενός συμβαλλόμενοι οικοπεδούχοι έχουν υποχρέωση να μεταβιβάσουν ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που θα αντιστοιχούν σε ένα από τους μεταβιβασθέντες μέχρι σήμερα αυτοτελείς και διαιρετούς χώρους της οικοδομής, το οποίο όμως ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ογδόντα χιλιοστά (80%ο). 2) Ότι ο αφετέρου συμβαλλόμενος εργολάβος, Α.

Ρ., αναλαμβάνει την υποχρέωση μέχρι την τριακοστή (30η) Απριλίου 1999 να κατασκευάσει και παραδώσει στους οικοπεδούχους, όλους τους υπόλοιπους χώρους της αντιπαροχής τους, πλήρως αποπερατωμένους και κατάλληλους προς οίκηση, με τον περιβάλλοντα χώρο τους συγκροτήματος και να έχει καταβάλει όλες τις ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ, σύμφωνα με τις τελικές καταστάσεις που θα υποβάλλει αυτός, καθώς και αυτές που θα βεβαιώσει η υπηρεσία, δηλαδή το ΙΚΑ.

Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής του εργολάβου θα προκύπτει, όπως και παραπάνω, από την σχετική υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού από την οποία θα προκύπτει η αποπεράτωση του όλου έργου, σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερθέντα, του πιστοποιητικού του ΙΚΑ, καθώς και από το σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής, παράδοσης και χορήγησης πληρεξουσιότητας, προς τον εργολάβο μεταβίβασης όλων των υπόλοιπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο που θα αντιστοιχούν στους μη πωληθέντες χώρους.

Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να μεταβιβάσουν τους υπόλοιπους διαιρετούς χώρους αντιπαροχής του εργολάβου με τα αντιστοιχούντα σ' αυτούς ποσοστά, οι οποίοι κατά τη ρητή και υπεύθυνη δήλωση των συμβαλλομένων είναι επτά (7) και οι οποίοι θα έχουν μεταβιβασθεί, μόνον, όταν ο εργολάβος αποπερατώσει πλήρως τους χώρους της αντιπαροχής των οικοπεδούχων και τακτοποιήσει τις παραπάνω υποχρεώσεις του προς το ΙΚΑ.

Ρητά συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι δεν θεωρείται παράδοση σύμφωνα με τους όρους του παρόντος, εάν υπάρχουν οποιασδήποτε μορφής ελλείψεις έστω και επουσιώδεις. Μετά την παρέλευση δέκα πέντε (15) ημερών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, ο εργολάβος, εκπίπτει αυτοδικαίως, των δικαιωμάτων του από το παρόν, χωρίς καμία απολύτως όχληση. 3) Ο εργολάβος δηλώνει ότι τελεί σε γνώση της πραγματικής και νομικής κατάστασης του εκτελούμενου έργου και αναλαμβάνει την εκπλήρωση των διά του παρόντος υποχρεώσεων εντός των ανωτέρω οριζόμενων προθεσμιών.

Ρητά συμφωνείται ότι δεν χωρεί παράταση των προθεσμιών αυτών σε οποιαδήποτε αιτία και αν οφείλεται η καθυστέρηση. 4) Ο εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραιτηθεί από το δικόγραφο της με αριθμό 29316/1998 αγωγής του, που έχει ασκήσει κατά των οικοπεδούχων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σχετικά με την αναγνώριση της μη έκπτωσής αυτού και η οποία αγωγή του έχει ορισθεί να δικασθεί την 17η Σεπτεμβρίου 1999, μέσα σε ένα μήνα από σήμερα και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες δικονομικές διατάξεις. 5) Ο εργολάβος δηλώνει ότι εγκρίνει την από τους οικοπεδούχους κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων, στην οποία προέβησαν αυτοί μετά την παραπάνω έκπτωση του εργολάβου και δηλώνει ότι αναλαμβάνει απέναντι στους οικοπεδούχους κάθε απαίτηση που τυχόν θα δημιουργηθεί σε βάρος τους εκ των προσυμφώνων, καθώς και τους εξ οριστικών συμβολαίων αγοραστές και που θα αφορούν τις γενόμενες κάθε φύσεως δαπάνες, πληρωμές προς τρίτους και καταβολές οφειλών στο ΙΚΑ που αφορούν το έργο αυτό, είτε από αυτούς τους ίδιους, είτε από τον εργολάβο".

Από το περιεχόμενο της ανωτέρω νέας σύμβασης, με σαφήνεια προκύπτει ότι οι αντισυμβαλλόμενοι, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), με τη νέα αυτή σύμβαση, κατάργησαν τα αποτελέσματα που είχε επιφέρει η γενόμενη από τις οικοπεδούχοι υπαναχώρηση, με την ως άνω εξώδικη δήλωση, που είχε επιδοθεί στον εργολάβο αντίδικό τους την 17-2-1998, αποτέλεσμα το οποίο μόνο με νέα σύμβαση μπορούσαν να επιφέρουν ...

και αναβίωσαν, όπως ρητά αναφέρουν στη νέα αυτή σύμβαση, την πρώτη σύμβαση που είχε καταρτισθεί με το .../15-1-1993 συμβολαιογραφικό έγγραφο. Συγχρόνως όρισαν και δύο νέες προθεσμίες (31-1-1999 και 30-4-1999, πλέον 15 ημερών) για την εκπλήρωση των άνω υποχρεώσεων από τον εργολάβο. Από τους παρατιθέμενους δε αυτούσιους ως άνω όρους της νέας σύμβασης, προκύπτει κατά τρόπο σαφή και χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ότι η νέα σύμβαση με την οποία οι παραπάνω αναβίωσαν την αρχική εργολαβική σύμβαση, τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση της εκπλήρωσης των πιο πάνω υποχρεώσεων του εναγομένου του πρώτου σταδίου μέχρι 31-1-1999, ώστε, σε περίπτωση καθυστέρησης εκπλήρωσης αυτών, να πληρούται η αίρεση με αποτέλεσμα, κατά συμφωνημένη αναδρομικότητα να θεωρείται η νέα αυτή σύμβαση (τροποποιητική της πρώτης), σαν να μην έγινε ποτέ και να αναβιώνει η κατά τα παραπάνω με την από 16-2-1998 εξώδικη δήλωση των εναγουσών, έκπτωση του εναγομένου.

Επιπλέον ο εναγόμενος θα εξέπιπτε αυτοδικαίως, χωρίς όχληση, των δικαιωμάτων του από τη νέα σύμβαση, αν παραβίαζε τις άνω λοιπές, προς τις ενάγουσες, υποχρεώσεις του δεύτερου σταδίου από τη νέα σύμβαση, το αργότερο μέχρι και 15-5-1999, υπό την διαλυτική αίρεση εκπλήρωσης των οποίων τελούσε αυτή (νέα σύμβαση), για την αναβίωση της αρχικής.

Περαιτέρω, όπως συνομολογείται, παρά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε στις νέες ταχθείσες προθεσμίες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε. Και συγκεκριμένα: 1) δεν κατασκεύασε και δεν παρέδωσε στην πρώτη ενάγουσα, μέχρι την 31-1-1999, (αλλά ούτε και μέχρι σήμερα), την προαναφερόμενη μονοκατοικία της αντιπαροχής της από την με στοιχείο Γ οικοδομή, 2) δεν κατασκεύασε και δεν παρέδωσε σ' αυτές, μέχρι 15-5-1999 (αλλά και μέχρι σήμερα), και τους υπόλοιπους χώρους της αντιπαροχής τους από την με στοιχείο Β οικοδομή της αντιπαροχής τους, την οποία εγκατέλειψε και 3) δεν κατέβαλε προς το ΙΚΑ τις οφειλόμενες μέχρι την 31-1-1999, αλλά και μέχρι 15-5-1999 ασφαλιστικές εισφορές.

Από όλα τα ανωτέρω είναι φανερό, ότι η από τον εναγόμενο αθέτηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, για κατασκευή και παράδοση στην πρώτη των εναγουσών της προαναφερόμενης κατοικίας της αντιπαροχής της, αλλά και για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών των οφειλομένων στο ΙΚΑ μέχρι και την 31 Ιανουαρίου 1999, είχε ως συνέπεια, την πλήρωση, από υπαιτιότητα του εναγομένου, της ορισθείσας στη νέα σύμβαση διαλυτικής αίρεσης, με αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή (νέα σύμβαση), σαν να μην έγινε ποτέ και να αναβιώνει η κατά τα παραπάνω, με την από 16-2-1998 εξώδικη δήλωση των εναγουσών, κήρυξη εκπτώτου του εναγομένου, από κάθε δικαίωμά του από την αρχική εργολαβική σύμβαση, που καταρτίσθηκε με την με το .../15-1-1998 εργολαβικό συμβόλαιο της παραπάνω συμβολαιογράφου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την .../30-10-1998 συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας.

Εξάλλου αυτός, αθετώντας την εκπλήρωση και των λοιπών ανωτέρω υποχρεώσεών του μέχρι 15 Μαΐου 1999 εξέπεσε αυτοδικαίως των δικαιωμάτων του από τη νέα σύμβαση, για την αναβίωση της αρχικής". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκανε δεκτή την υπ' αριθ. 20711/1999 αγωγή των αναιρεσιβλήτων οικοπεδούχων, και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος εργολάβος, που δεν είναι πλέον διάδικος, μετά την από 16-2-1998 εξώδικη προς αυτόν δήλωση υπαναχώρησης των αναιρεσιβλήτων που του επιδόθηκε την 17-2-1998, εξέπεσε από κάθε παρεχόμενο σ' αυτόν δικαίωμα από τη σύμβαση εργολαβίας, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθ. .../15-1-1993 εργολαβικό συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βαρβάρας-Βασιλικής Ελαία-Βλαχάκη, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. .../30-10-1998 πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου, αίτημα το οποίο είχε η άνω αγωγή, απορρίπτοντας συγχρόνως την ασκηθείσα υπέρ του εναγομένου υπ' αριθ. 30414/1999 πρόσθετη παρέμβαση, εκτός των άλλων, και από τους ήδη αναιρεσείοντες, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 14102/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετ' απόρριψη της άνω υπ' αριθ. 30414/1999 πρόσθετης παρέμβασης, είχε γίνει δεκτή η εν λόγω αγωγή, όπως εκτιμήθηκε, και αναγνωρίσθηκε ότι ανατράπηκε και δεν ισχύει η εργολαβική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγουσών και του εναγομένου με το άνω υπ' αριθ. .../30-10-1998 συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενώ με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας μετά από αναίρεση της υπ' αριθ. 2379/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε δικάσει επί της ίδιας εφέσεως (βλ.

υπ' αριθ. 323/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου), έκανε δεκτή την υπ' αριθ. 2821/4-8-2000 έφεση των αναιρεσίβλητων, και εξαφάνισε σχετικώς την εκκαλουμένη, με την παραδοχή ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε που εκτίμησε διαφορετικά, ως ανωτέρω, το αίτημα της αγωγής. Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές, που στηρίζουν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 389, 390, 397, 399, 202 και 361 του ΑΚ, αφού τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούσαν την ενάσκηση από τις αναιρεσείουσες του συμβατικού τους δικαιώματος να υπαναχωρήσουν από την αρχική εργολαβική σύμβαση και να κηρύξουν έκπτωτο τον εναγόμενο εργολάβο, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν την δυνατότητα με τη νέα σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, να αναβιώσουν την αρχική σύμβαση, παρά την υπαναχώρηση των αναιρεσειουσών απ' αυτήν, υπό την διαλυτική αίρεση της εκτέλεσης και παράδοσης σ' αυτές του έργου και της εκπλήρωσης όλων των υποχρεώσεων του εργολάβου εντός ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου άπρακτου εκ μέρους του εναγομένου εργολάβου, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, είχε ως αποτέλεσμα την πλήρωση της αίρεσης, ώστε να θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ η νέα σύμβαση και να αναβιώσει η υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων από την αρχική σύμβαση και η έκπτωση του εναγομένου εργολάβου από κάθε παρεχόμενο σ' αυτόν δικαίωμα από την αρχική σύμβαση εργολαβίας και τις τροποποιήσεις που στο μεταξύ είχαν επιφέρει σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι.

Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των άρθρων 389, 390, 397, 399, 202 και 361 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς και αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι η μη εκπλήρωση από υπαιτιότητα του εναγομένου-εργολάβου των υποχρεώσεων του πρώτου σταδίου, που ανέλαβε να πραγματοποιήσει μέχρι 31-1-1999, είχε ως συνέπεια, την πλήρωση της ορισθείσας στη νέα σύμβαση διαλυτικής αίρεσης, με αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή (νέα σύμβαση), σαν να μην έγινε ποτέ και να αναβιώνει η από 16-12-1998 εξώδικη δήλωση των εναγουσών, η κήρυξη έκπτωτου του εναγομένου, από κάθε δικαίωμα της αρχικής εργολαβικής σύμβασης, καθώς και ότι ο εναγόμενος αθετώντας την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του δευτέρου σταδίου, που είχε ορισθεί μέχρι την 15-5-1999, εξέπεσε αυτοδικαίως των δικαιωμάτων του από τη νέα σύμβαση, για την αναβίωση της αρχικής, η οποία τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του σταδίου αυτού για την αναβίωσή της.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως ή της αναβολής της ή της αναστολής της διαδικασίας, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (Ολ.ΑΠ 12/2000, ΑΠ 290/2005, ΑΠ 415/2005).

Επομένως η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας (άρθρ. 222 ΚΠολΔ) δεν συνιστά παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 παρ.1 και 549 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, στην απόφαση του οποίου ενσωματώνεται ως προς τους αναιρεσείοντες η υπ' αριθ. 14165/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού η συνεκδικασθείσα υπ' αριθ. 2665/2002 έφεσή τους κατ' αυτής απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως ανυποστήρικτη λόγω ερημοδικίας τους, παρά το νόμο δεν κήρυξε την προταθείσα ακυρότητα εκδικάσεως της υπ' αριθ. 29316/1998 αγωγής του εργολάβου Α.

Ρ., υπέρ του οποίου είχαν ασκήσει την υπ' αριθ. 4379/2000 πρόσθετη παρέμβαση, ενόψει της εκκρεμοδικίας που υφίστατο από την ασκηθείσα υπ' αριθ. 20711/1999 ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του άνω εργολάβου, που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την αγωγή του, και επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 14102/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Πέραν όμως αυτού, η ενσωματούμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθ.14165/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ορθά δεν δέχτηκε την ύπαρξη εκκρεμοδικίας, αφού οι παραπάνω δύο αγωγές, κατά την υπό του Δικαστηρίου τούτου επισκόπηση του δικογράφου τους ( άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), έχουν αιτήματα που βασίζονται σε διαφορετική νομική αιτία.

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια, ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη απόφαση, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση και ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες.

Το δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση που εκδίδεται τέμνει τη διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, και η έκταση αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται προς το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 959/1985).

Εξάλλου, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 560/2009, ΑΠ 613/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, εκτός των άλλων, τα εξής: Με την υπ' αριθ. 14165/2002 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, η υπ' αριθ. 29316/1-9-1998 αγωγή του Α. Ρ., εργολάβου του αναφερόμενου στην προηγούμενη σκέψη έργου, η οποία απευθύνετο εναντίον των ήδη αναιρεσίβλητων (εναγομένων στην αγωγή του), με την οποία ζητούσε την αναγνώριση ως ακύρου της εκ μέρους των τελευταίων υπαναχώρησης από τη μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως έργου, ισχυριζόμενος προς τούτο ότι οι εναγόμενες-οικοπεδούχες ασκούν το δικαίωμά τους παράνομα και καταχρηστικά διότι παρέδωσε το μεγαλύτερο μέρος του έργου που καλύπτει τα 2/3 του όλου προϋπολογισμού αυτού, ποσού 200.000.000 δραχμών, καθώς επίσης ότι η οποιαδήποτε υπερημερία του στην εκτέλεση του έργου οφείλεται σε ανωτέρα βία, ήτοι σε σοβαρή ασθένειά του, αλλά και σε παράλογες παρεμβάσεις των εναγομένων στην εκτέλεση του έργου.

Με την ίδια απόφαση, απορρίφθηκε και η υπ' αριθμ. 4379/25-10-2000 πρόσθετη, υπέρ του άνω ενάγοντος, παρέμβαση, των ήδη αναιρεσειόντων, Ζ. Σ. και Β. Μ., αγοραστών με προσύμφωνα των αναφερόμενων σ' αυτήν οριζόντιων ιδιοκτησιών. Κατά της απόφασης αυτής, ο παραπάνω ενάγων άσκησε την υπ' αριθ. 2608/2002 έφεσή του, που δικάστηκε αυτοτελώς και απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 2380/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, λόγω της ερημοδικίας του, ενώ οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες άσκησαν την υπ' αριθ. 2565/27-6-2002 έφεσή τους.

Με την υπ' αριθ. 14102/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έγινε εν μέρει δεκτή η υπ' αριθ. 20711/7-6-1999 αντίθετη προς την ανωτέρω, αγωγή των οικοπεδούχων (αναιρεσίβλητων) κατά του εναγομένου Α. Ρ., για αναγνώριση της έκπτωσης αυτού από την ίδια παραπάνω σύμβαση έργου και απορρίφθηκε η υπ' αριθ. 30414/31-8-1999 πρόσθετη παρέμβαση που άσκησαν υπέρ του τελευταίου, εκτός των άλλων και οι ήδη αναιρεσείοντες.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις, με αριθμούς 2821/4-8-2000 οι ενάγουσες και 3260/21-9-2000, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, μαζί με την παραπάνω υπ' αριθ. 2565/27-6-2002 έφεση των τελευταίων, και απορρίφθηκαν με την υπ' αριθ. 2379/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία όμως αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 323/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά την παραδοχή της αναίρεσης που άσκησαν οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος-εργολάβος Α. Ρ., καθώς και οι προσθέτως, υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες, προς αντίκρουση της αγωγής των οικοπεδούχων (αναιρεσίβλητων) ισχυρίσθηκαν με τις προτάσεις τους τα ίδια ακριβώς που είχε ισχυρισθεί και ο εναγόμενος εργολάβος με την δική του αντίθετη αγωγή προς αναγνώριση ως ακύρου της εκ μέρους των οικοπεδούχων υπαναχώρησης από την μεταξύ τους σύμβαση έργου, η οποία όμως απορρίφθηκε τελεσίδικα, κατά τα προεκτεθέντα, με την υπ' αριθ. 2380/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ενόψει δε των ανωτέρω δέχεται το Εφετείο, ότι από την τελεσίδικη αυτή απόφαση απορρέει δεδικασμένο, που αποκλείει την εκ νέου κρίση στην παρούσα δίκη των ήδη τελεσιδίκως κριθέντων, και κατόπιν αυτού απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του εναγομένου εργολάβου που αποτέλεσαν και ισχυρισμοί των προσθέτως παρεμβαινόντων (αναιρεσειόντων), ως απαράδεκτους.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε το νόμο με το να δεχθεί την ύπαρξη δεδικασμένου σε ότι αφορά τους ανωτέρω καταλυτικούς της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, αφού το ίδιο ουσιαστικό ζήτημα της έννομης σχέσης που προβλήθηκε κατ' ένσταση με τις προτάσεις των τελευταίων, είχε αποτελέσει αντικείμενο της δίκης, κατά την οποία δικάσθηκε η αντίθετη αγωγή του εναγομένου-εργολάβου, υπέρ του οποίου είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση οι αναιρεσείοντες, το ζήτημα δε αυτό κρίθηκε τελεσίδικα, με την υπ' αριθ. 2380/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2337/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ