Legislator Case Law & Legislation
886/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's judgment for false criminal complaint and malicious prosecution. The court rejects the claim of malicious prosecution. The court upholds the lower court's decision. The court finds no evidence of malicious intent. The court rules against the appellant. The court dismisses the appeal. The court rejects the claim. The court upholds the judgment. The court finds no merit. The court dismisses the case.

Case Number 886/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a civil dispute involving a false criminal complaint. The appellant alleged that the bank's representative filed a malicious prosecution and defamation suit without knowledge of the truth, causing moral and financial harm. The court rejected this claim, finding that the bank's representative acted based on available evidence and for the bank's interests, thereby negating the element of malicious intent required for such a claim. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; Article 229(1) of the Penal Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A claim for malicious prosecution fails when the defendant acted in good faith based on existing evidence and for legitimate corporate interests, lacking the requisite intent to initiate a false prosecution.

Keywords

AI generated
Malicious Prosecution False Criminal Complaint Good Faith Defense Corporate Interest Civil Code Provisions Supreme Court Appeal Legal Costs Award

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code
Article 229(1) of the Penal Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 886 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 886/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Χρυσόστομου Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της Ελλάδος Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 980/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 543/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 22/4-1-2008αιτήσεως, για αναίρεση της 543/27-1-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 22/4-1-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 543/27-1-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 36894/2435/20-3-2001 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του δι' αυτή ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος (α) θετικής ζημίας, (β) αποθετικής ζημίας και (γ) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στους νομίμους εκπροσώπους της τελευταίας άδικη και υπαίτια, από δόλο, πράξη, με την μορφή της υποβολής ψευδούς κατ' αυτού εγκλήσεως και προσβολής εντεύθεν της προσωπικότητάς του. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 980/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη κατά τις με στοιχ. (α) και (β) αξιώσεις και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τη με στοιχ. (γ) απαίτηση, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 5810/13-7-2004 έφεση του ενάγοντος, η 543/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα.

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Πράγμα αποτελούν οι λόγοι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής λόγοι που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Η διάταξη αυτή είναι δικονομικού χαρακτήρα μόνο καθόσον, προκειμένου περί του διαφυγόντος κέρδους, επιτρέπει στο δικαστή να αρκεστεί στην πιθανολόγηση του κέρδους αυτού, κατά τα λοιπά όμως η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού περιεχομένου, λόγω του ότι καθορίζει τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος.

Επομένως, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή που επιδιώκει την καταβολή διαφυγόντος κέρδους, λόγω αδικοπραξίας, το οποίο (διαφυγόν κέρδος) συνίσταται στην απώλεια εσόδων, λόγω διακοπής άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, που θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή με σαφήνεια και πληρότητα, εκτός από στοιχεία της αδικοπραξίας, και τα στοιχεία που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, και το ύψος του διαφυγόντος κέρδους, δηλαδή το ύψος του καθαρού κέρδους που θα αποκόμιζε ο ενάγων από την εκμετάλλευση του πράγματος ή δικαιώματος χωρίς να αρκεί η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 Α.Κ., ούτε του συνολικώς φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ' απαιτείται εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών.

Κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, στην οποία αναφέρεται και το αναιρετήριο, "Με τις αναφερόμενες παράνομες ενέργειες της αντιδίκου του, δηλαδή την ψευδή όπως ισχυρίζεται καταμήνυσή του και την αίτησή της προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σάμου να απαγορευθεί η έξοδος του ενάγοντος από τη χώρα, που έγινε δεκτή με την εισαγγελική διάταξη 2/20-9-1985 και επικυρώθηκε με τον υπ' αριθμό 36/24-9-1985 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σάμου, συνδέεται η παρεμπόδιση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ενάγοντος στην αλλοδαπή, εξαναγκασμός του να γνωστοποιήσει στους άραβες συνεταίρους του με τους οποίους είχε ιδρύσει στο ...

εταιρεία παραγωγής σωλήνων στην οποία συμμετείχε κατά ποσοστό 33% του λόγου της αδυναμίας μεταβάσεως του στην άνω αραβική χώρα όπου λειτουργούσε το εργοστάσιο αυτής της εταιρείας και ο εξαναγκασμός του να μεταβιβάσει στους συνεταίρους του αντί 50.000 δολλαρίων το εταιρικό του μερίδιο και η απώλεια με αντίστοιχη ζημία του των καθαρών κερδών που κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία και μετά πιθανότητος θα αποκόμιζε και εστερήθη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1986 μέχρι τότε που κατά την εταιρική σύμβαση θα έληγε η διάρκεια αυτής της εταιρείας και τα οποία ανέρχονταν συνολικά σε 800.000 δολάρια ΗΠΑ ετησίως και σε 264.000 δολάρια ΗΠΑ όσον αφορά τον ίδιο ανάλογα με το μερίδιο συμμετοχής του σ' αυτήν.

Ο ενάγων έκανε λόγο για παραγωγή διάθεση και εξαγωγή στον ευρύτερο Αραβικό κόσμο των προϊόντων του εργοστασίου της παραπάνω εταιρείας και ότι η λειτουργία, παραγωγικότητα και διάθεση των παραγομένων ήταν δικής του συλλήψεως, επινόησης και υλοποίησης καθότι ήταν ο μόνος γνώστης της τεχνικής παραγωγής και διάθεσης των εμπορευμάτων στην αγορά των αραβικών χωρών λόγω ενασχολήσεώς του με το αντικείμενο στο συγκεκριμένο αραβικό χώρο επιτυχώς για μεγάλο χρονικό διάστημα στο παρελθόν και οι συνέταιροι του είχαν στηριχθεί στις γνώσεις του και χωρίς την παρουσία του ήταν δύσκολη η λειτουργία και απόδοσή της".

Με το ιστορικό αυτό η αγωγή, ορθώς αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστη και απορρίφθηκε (ι) κατά τη με στοιχ. (β) αξίωση (αποθετική ζημία), εφόσον στο δικόγραφο αυτής δεν εκτίθενται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τα καθαρά κέρδη της εταιρίας, με βάση τα οποία και το ποσοστό συμμετοχής του προσδιορίζει τη φερόμενη προς αποκατάσταση από την αιτία αυτή αποθετική του ζημία, περιοριζόμενος σε ένα γενικό υπολογισμό αυτών, και (ιι) κατά τη με στοιχ. (α) αξίωση (θετική ζημία), ισόποση, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς προς τις καταβληθείσες αμοιβές στους αναφερόμενους συνηγόρους του για τις προσφερθείσες εις εκείνον, ως κατηγορούμενο, υπηρεσίες τους κατά το από Σεπτέμβριο του έτους 1985 έως Απρίλιο του έτους 1996 χρονικό διάστημα, χωρίς να προσδιορίζονται οι δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες στις οποίες προέβησαν και το αντίστοιχο για εκάστη τούτων ποσό το οποίο κατέβαλε, για αμοιβή τους και έξοδα, αναφέροντας κατά τρόπο γενικό ότι ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 4.000.000 δρχ.

Επομένως ο πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με το πρώτο σκέλος του οποίου, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, ελέγχεται ως αβάσιμος, με προσήκουσα στην περίπτωση αυτή αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, εφόσον πρόκειται για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται η υπό την αυτή αρίθμηση (δεύτερο σκέλος) προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την από Οκτώβριο 1977 οικονομικοτεχνική μελέτη, την οποία επικαλέσθηκε με τις υποβληθείσες ενώπιον αυτού προτάσεις του προς βεβαίωση των καθαρών κερδών της επιχειρήσεως από την εκμετάλλευση του εργοστασίου στο Κουβέιτ, η οποία προφανές είναι ότι δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, αλλά αποδεικτικό μέσο, κατά τους ορισμούς του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, που προϋποθέτει κατ' ουσίαν κρίση, η στοιχειοθέτηση του οποίου επομένως αποκλείεται επί απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ,.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμήσή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα ταυ άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών(AK 914). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της προβλεπόμενης από το άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε με αυτή την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης τράπεζας, που υπέβαλε την από 19-9-1985 έγκληση κατά του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε εκείνες της απάτης και πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, που αποδόθηκαν, τιμωρούμενες σε βαθμό κακουργήματος, στον υπάλληλο αυτής του καταστήματός της στο ... ..., και παράλληλα υπέβαλε την από 19-9-1985 αίτηση για την απαγόρευση εξόδου του από τη χώρα, η οποία διατάχθηκε με την 2/20-9-1985 διάταξη του Εισαγγελέως πλημ/κων Σύρου και επικυρώθηκε στη συνέχεια με το 36/1985 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σάμου, δεν τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των θεμελιωτικών της εν λόγω εγκλήσεως πραγματικών περιστατικών, διατυπώνοντας αντίθετη κρίση, περί της αληθείας τους, βάσιμα δικαιολογούμενη από τα υπάρχοντα στη διάθεσή του αποδεικτικά στοιχεία, προχώρησε δε σε υποβολή αυτής μόνο προς ικανοποίηση των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, αποκλείοντας παράλληλα την πρόθεσή τους να εκτεθεί αδίκως ο αναιρεσείων σε ποινική δίωξη.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 229 παρ. 1 ΠΚ απόρριψη της με στοιχ. (γ) αξιώσεως ως αβάσιμης, ελλείψει υπαιτιότητας.

Επομένως ο τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων με την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των σχετικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πλήττοντας παράλληλα ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται ως αβάσιμος.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η διατυπούμενη υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ, η οποία ιδρύεται σε περίπτωση που η αντίφαση διαπιστώνεται σε διατάξεις της ίδιας της αποφάσεως και αποκλείεται επομένως όταν η αντίφαση περιέχεται στις αιτιολογίες της, στις οποίες αναφέρεται η προβολή αυτής με το αναιρετήριο.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 22/4-1-2008 αίτηση για αναίρεση της 543/27-1-2005 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Μαίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ