Supreme Court annuls lower court decision for insufficient reasoning regarding loss of income and medical incapacity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding the plaintiff's claim for lost income due to a traffic accident. The lower court rejected the claim based on assumptions about the plaintiff's ability to drive heavy vehicles and the risk of post-traumatic epilepsy without sufficient evidence. The Court found the lower court's reasoning incomplete and contradictory regarding these critical facts, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 298 of the Code of Civil Procedure; Article 929 of the Civil Code: An appeal based on lack of legal basis is admissible when the lower court's decision lacks clear factual premises or contains insufficient and contradictory reasoning regarding the application of substantive law to the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 886 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 886/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νατσινά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εδρεύουσας στο Μαρούσι Αθηνών ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ" όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ανδροβιτσανέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/8/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4279/2002 προδικαστική και 188/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1587/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/11/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την έκθεση της αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο επί του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ στηριζόμενος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου κατά το άρθρο 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί.
Κατά δε το άρθρο 929 του ίδιου ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλεια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον, εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Kατά το ατύχημα ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) τραυματίστηκε ( υποστάς βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση-κάταγμα κρανίου και κάκωση αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης) μεταφέρθηκε στο Γ.Κ.Ν. ..., όπου λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του μεταφέρθηκε με το ΕΚΑΒ αρχικά στο νοσοκομείο Αθηνών "...", όπου νοσηλεύθηκε από 16-8-1999 έως 23-8-1999, αρχικά στη μονάδα εντατικής θεραπείας επί 4ήμερο με τεχνητή υποστήριξη της αναπνοής (διασωληνομένος).
Στη συνέχεια, νοσηλεύθηκε στο "..." από 23-8-99 έως 30-8-1999, όπου διαπιστώθηκε ότι πλην του κατάγματος του κρανίου είχε προκληθεί και μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά και μετατραυματική υπαραχνοειδής αιμορραγία. Την 30-8-1999, με επιθυμία του ενάγοντος και κατόπιν αδείας των θεραπόντων ιατρών του, ο ενάγων διακομίσθηκε στην πατρίδα του, Αγγλία, με κανονική αεροπορική πτήση, αλλά με φορείο και με τη συνοδεία ειδικού νοσοκόμου, που ήλθε γι'αυτό το σκοπό από την Αγγλία.
Μετά την άφιξή του στην Αγγλία, εισήχθη, προς νοσηλεία, στο νοσοκομείο "Chorley South Ribble NHS Trust", όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από κάταγμα κρανίου και αμφικροταφικές θλάσεις λοβών και παρέμεινε προς νοσηλεία μέχρι και την 4-9-1999. οπότε εξήλθε του νοσοκομείου, με σύσταση να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, όπως και έγινε, μέχρι 30-9-1999.
Σύμφωνα με την έκθεση ιατρικής πραγματογμωμοσύνης του νευροχειρούργου ... που διορίσθηκε πραγματογνώμονας, με την υπ' αριθμ. 4279/2002 απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εξέτασε τον ενάγοντα την 14-5-2003 διαπιστώνεται ότι: Α) αυτός "υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση-μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα, πολλαπλές θλάσεις εγκεφάλου, μετατραυματική αιμορραγία και πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου και βαρηκοΪα μικρού βαθμού μικτού τύπου Αριστερά και υπαισθησία αριστερού λαβυρίνθου, Β) Υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης μετατραυματικής επιληψίας, την πρώτη τετραετία της τάξεως του 5%, Γ) Είναι ανίκανος να εργασθεί ως οδηγός βαρέων φορτηγών αυτοκινήτων από την ημέρα του ατυχήματος, 16-8-99 μέχρι και την 3-2-2041, ημερομηνία που συνταξιοδοτείται, λόγω του ότι σαφώς ο κίνδυνος εμφάνισης μετατραυματικής επιληψίας είναι πολύ σπάνιος μετά την τετραετία αλλά δεν απαλείφεται τελείως ("ποτέ δεν είναι σίγουρος") και οι συνθήκες του εν λόγω επαγγέλματος είναι ιδιαίτερα βαρείς, γεγονός που δρα επιβαρυντικά στον ασθενή.
Πριν το ατύχημα ο ενάγων εργαζόταν ως οδηγός βαρέων οχημάτων στην εταιρεία Adlington Welding Supplies L.t.d με καθαρές εβδομαδιαίες αποδοχές 225 λίρες Αγγλίας, με συμφωνία ετήσιας αύξησης κατά 35 λίρες εβδομαδιαίως. Εξαιτίας του τραυματισμού του και της ανικανότητας για εργασία δεν εργάσθηκε κατά το διάστημα από 31-8-99, οπότε θα επέστρεφε στην εργασία του μετά τη λήξη της θερινής του άδειας, μέχρι την 13-10-1999 και απώλεσε αποδοχές 6 εβδομάδων.
Επανήλθε στην εργασία του την 13-10-1999 και εργάσθηκε μέχρι 1-11-1999 με καθεστώς μειωμένης απόδοσης με μειωμένη αμοιβή (100 λίρες εβδομαδιαίως) και έτσι απώλεσε στο διάστημα αυτό 125 λίρες την εβδομάδα. Από 1-11-1999 έως 2-5-2000 ο ενάγων εργάσθηκε κανονικά με πλήρεις αποδοχές μέχρι 2-5-2000, οπότε απολύθηκε επειδή δεν μπορούσε να παρέχει την εργασία του, ως οδηγός βαρέων οχημάτων, στην ανωτέρω εταιρεία, γιατί η αρμόδια υπηρεσία της Αγγλίας (κέντρο αδειοδότησης οδηγών και οχημάτων) την 6-3-2000 ακύρωσε τη σχετική επαγγελματική άδεια οδήγησης μέχρι το μήνα Αύγουστο 2002, επειδή ο κίνδυνος να παρουσιάσει επιληψία λόγω του τραυματισμού του υπερέβαινε το ποσοστό 2%.
Στο από 20-6-2000 έγγραφο της ανωτέρω υπηρεσίας αναφέρεται ότι αίτηση για χορήγηση της σχετικής άδειας "δεν μπορεί να γίνει δεκτή μέχρι τον Αύγουστο του 2002 όταν θα έχουν περάσει τρία χρόνια από το ατύχημα και ο κίνδυνος επιληψίας θα έχει πέσει περίπου στο 2%". Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αρμόδια υπηρεσία της Αγγλίας μετά τον Αύγουστο 2002, οπότε ο ενάγων είχε δικαίωμα να ζητήσει επανεξέταση, για να του χορηγηθεί εκ νέου η άδεια οδήγησης βαρέων οχημάτων, δεν του χορήγησε τη σχετική άδεια, λόγω του αυξημένου ποσοστού εμφάνισης μετατραυματικής επιληψίας.
Δεν προσκομίζει ο ενάγων σχετικό έγγραφο του αρμοδίου φορέα, μόνη δε η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα ..., η οποία εκτιμάται ελεύθερα δεν αρκεί για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως σχετικά με το ζήτημα αυτό. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το αίτημα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως καταβολής διαφοράς αποδοχών μεταξύ των τοιούτων του οδηγού βαρέων οχημάτων (εργασία που εκτελούσε πριν από το ατύχημα) με τις αποδοχές του απλού εργάτη (εργασία που εκτελούσε μετά τον τραυματισμό του) κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 μέχρι 3-2-2004, που θα συνταξιοδοτείτο.
Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθή ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Συγκεκριμένα δεν διευκρινίζει αν ο αναιρεσείων είναι σε θέση, κατά το προρρηθέν χρονικό διάστημα, να εκτελεί την εργασία του οδηγού βαρέων οχημάτων και αν υπάρχει ή όχι κίνδυνος εμφανίσεως μετατραυματικής επιληψίας κατά το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα, σε ποιο ποσοστό και αν αυτό το ποσοστό καθιστά επικίνδυνη την άσκηση του ως άνω επαγγέλματος, που ασκούσε προ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος τραυματισμού του.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, παρέλκει δε, μετά ταύτα, η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως, του αναφερόμενου στο ίδιο ως άνω ζήτημα, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω βασίμου λόγου επεκτείνεται και σε εκείνον.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά το αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω απώλειας εισοδήματος, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2002 και εφεξής. Να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1587/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ