Legislator Case Law & Legislation
886/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, remanding case to re-evaluate fifth appeal ground on auction notice cancellation.

Case Number 886/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the appellant's fifth ground of objection regarding the cancellation of auction notices. The appellant argued that the auction notices were invalid due to procedural defects, while the lower court found the service of notices timely and compliant with the Civil Procedure Code. The Court agreed that the lower court erred in dismissing this specific ground, ruling that the objection must be re-examined by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 973 § 1 and 999 §§ 3 and 4 of the Civil Procedure Code; The court must re-evaluate specific grounds of objection regarding the validity of auction notices if the lower court incorrectly deems them procedurally sound without addressing substantive defects.

Keywords

AI generated
auction notice cancellation Civil Procedure Code service of notice validity partial appeal allowance remittal to lower court procedural defect review objection ground rejection

Cited Legislation

AI generated
Article 973 § 1 of the Civil Procedure Code
Article 999 § 3 of the Civil Procedure Code
Article 999 § 4 of the Civil Procedure Code
Article 559 numbers 1 and 14 of the Civil Procedure Code
Article 580 § 3 of the Civil Procedure Code
Article 31 § 1 of Law 2172/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 886 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 886/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα), Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Μυταλούλης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΠΕΛΛΑ ΦΡΟΥΤΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ, ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ"που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Πάρης Ασανάκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.12.2004 ανακοπή ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4036/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5374/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 04.10.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 31.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 973 § 1 του ΚΠολΔ, "αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με εντολή προς το δικαστικό επιμελητή. Η εντολή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται με την εντολή συνεχίσεως της εκτελέσεως ή με την πράξη καταθέσεώς της".

Με τη διάταξη αυτή δεν αντιμετωπίζεται ευθέως το ζήτημα, αν ο επισπεύδων ή έτερος δανειστής μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό ή να υποκατασταθεί πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειας του, εφόσον κατ' αυτή πρόκειται να ματαιωθεί ένεκα παραλείψεως των διατυπώσεων της προδικασίας του (άρθρα 960, 999 του ΚΠολΔ).

Στην περίπτωση αυτή συγχωρείται να δηλωθεί η συνέχιση του πλειστηριασμού πριν από την κατά τα ανωτέρω ματαίωσή του. Επίσης, όταν πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ματαιώνεται ο πλειστηριασμός με κοινή συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη (συναινετική αναστολή) και ταυτοχρόνως ο επισπεύδων καταθέτει δήλωση συνεχίσεως της διαδικασίας του πλειστηριασμού, η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού δήλωση αυτή δεν συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού που θα διενεργηθεί, διότι τούτο δεν αντίκειται στο νόμο, που αναγνωρίζει την εγκυρότητα των συμφωνιών για τη χρονική απομάκρυνση του πλειστηριασμού και την διευκόλυνση του οφειλέτη, ο οποίος δεν βλάπτεται.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 973 § 1 και 959 § 4 του ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός που συνεχίζεται, δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη χρονολογία της πράξεως καταθέσεως της εντολής συνέχισης. Δηλαδή, η κατάθεση της εντολής συνέχισης δεν έχει τις συνέπειες της κατασχέσεως, η οποία προϋποτίθεται ότι υπάρχει, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται να παρεμβάλλεται από την κατάθεση της εντολής μέχρι τον πλειστηριασμό η προθεσμία των σαράντα ημερών του άρθρου 998 § 4 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ανακόπτων με το δεύτερο λόγο της ένδικης από 22.12.2004 ανακοπής του ισχυρίστηκε, ότι ο πλειστηριασμός, που επισπευδόταν σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του για τις 21.4.2004, ανεστάλη για τέσσερις μήνες με την υπ' αριθ. 2.744/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ορίστηκε δε νέος για τις 24.11.2004, μετά την από 15.10.2004 εντολή της αναιρεσίβλητης καθής η ανακοπή για έκδοση της υπ' αριθ. ....

δεύτερης επαναληπτικής περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ........, η οποία κατατέθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο Πειραιά Μιχαήλ Λεβέντη, ενώπιον του οποίου διενεργήθηκε στις 24.11.2004, και ότι ο πλειστηριασμός αυτός, για τον οποίο συνετάγησαν η προσβαλλόμενη υπ' αριθ.....

έκθεση διενέργειάς του και κατακύρωσης και η συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθ. ..... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ήταν άκυρος, διότι από τη χρονολογία εντολής έκδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και κατάθεσης της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (19.10.2004) μέχρι την αναφερθείσα χρονολογία που έγινε, δεν μεσολαβούσαν σαράντα ημέρες.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι, σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν, δεν ήταν άκυρος ο πλειστηριασμός που ορίστηκε και διενεργήθηκε πριν την πάροδο σαράντα ημερών από την εντολή έκδοσης της ως άνω επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και κατάθεσης της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, αφού η δήλωση συνέχισής του και η εντολή για έκδοση επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, δεν έχουν τις συνέπειες κατασχέσεως, η οποία προϋπήρχε, και συνακολούθως ότι έγκυρα διενεργήθηκε ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 959 § 4, 973 § 1, 998 § 4, 999 § 5 του ΚΠολΔ και 1033 του ΑΚ, διαλαμβάνοντας σε αυτή πλήρεις σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, ούτε παρά το νόμο (άρθρο 159 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) δεν κήρυξε την ακυρότητα των αναφερόμενων εκθέσεως διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης και της συμπροσβαλλόμενης περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.

Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ούτε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, γι' αυτό και όλα τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτον λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμα.

2. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 999 §§ 3 εδαφ. α και 4 του ΚΠολΔ, την κατά την § 1 του άρθρου αυτού περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης ο δικαστικός επιμελητής επιδίδει μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης στον οφειλέτη, στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές, ο δε πλειστηριασμός με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στις §§ 1 και 3 εδαφ. πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο. Ωστόσο, όταν την εκτέλεση επισπεύδει ενυπόθηκος δανειστής, το πρόγραμμα επιβάλλεται να κοινοποιηθεί στους άλλους ενυπόθηκους δανειστές και όχι στον επισπεύδοντα, αφού με την κοινοποίηση του προγράμματος προς τους ενυπόθηκους και προσημειούχους δανειστές επιδιώκεται να λάβουν αυτοί τα μέτρα τους και να αναγγελθούν στον πλειστηριασμό, ενόψει και της επερχόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 1005 § 3 του αυτού Κώδικα, αποσβέσεως των υποθηκών και προσημειώσεων, δικαιολογητικός λόγος, όμως, ο οποίος δεν συντρέχει στο πρόσωπο του επισπεύδοντος ενυπόθηκου δανειστή.

Συνεπώς, η παράλειψη επιδόσεως της κατασχετήριας εκθέσεως στον επισπεύδοντα ενυπόθηκο δανειστή δεν επάγεται την ακυρότητα του γενόμενου πλειστηριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, με μέρος του τέταρτου λόγου της ένδικης ανακοπής ο αναιρεσείων ανακόπτων ισχυρίστηκε, ότι ακύρως διενεργήθηκε στις 24.11.2004 ο πλειστηριασμός του ακινήτου του, διότι δεν επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη καθής η ανακοπή επισπεύδουσα ενυπόθηκη δανείστρια η υπ' αριθ. ....

επαναληπτική περίληψη της υπ' αριθ. 1.... κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ...... Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ότι ο τέταρτος λόγος ανακοπής κατά το μέρος αυτό ήταν μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι δεν νοούταν επίδοση της περιλήψεως της ως άνω κατασχετήριας εκθέσεως στην επισπεύδουσα την εκτέλεση ενυπόθηκη δανείστρια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 999 §§ 3 και 4 του ΚΠολΔ, ενώ λόγω της απορρίψεως ως μη νόμιμου του λόγου ανακοπής αυτού και της μη διατυπώσεως επ' αυτού αποδεικτικού πορίσματος δεν δύναται να γίνει λόγος ούτε για εκ πλαγίου παράβαση των εν λόγω διατάξεων (ΟλΑΠ 44/1990).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 (όχι όμως και του αριθ. 14) του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 3. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του επί πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 270 § 2 εδαφ. γ του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2.915/2001, ισχύει δε από 1.1.2002 κατά το άρθρο 15 του ν. 2.943/2001, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας την από 22.12.2004 ανακοπή του αναιρεσείοντος, με την οποία εζητείτο, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, η ακύρωση της υπ' αριθ. .... εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. .... περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι τα δεκτά γενόμενα με αυτή προς απόδειξη του πέμπτου λόγου της ανακοπής πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονταν, "από την εκτίμηση της χωρίς όρκο εξετάσεως του ανακόπτοντος και της καταθέσεως του μάρτυρος, που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, από τις υπ' αριθ. ..

και .... ένορκες βεβαιώσεις των Γ1 και Γ2 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Καπράλου, οι οποίες συντάχθηκαν με επιμέλεια του ανακόπτοντος μετά προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της καθής (υπ' αριθ. ..... και .....εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .......), από τις υπ' αριθ. ....

και ..... ένορκες βεβαιώσεις της Γ3 και του Γ3 ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Μαυρουδέα, οι οποίες συντάχθηκαν με επιμέλεια της καθής μετά προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ανακόπτοντος (υπ' αριθ. ...... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά......) και από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν", χωρίς ωστόσο να κάνει περαιτέρω στην απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική μνεία της υπ' αριθ. 18.430/14.11.2005 ένορκης βεβαιώσεως του .......

ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, έχει δοθεί μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, ο δε αναιρεσείων την είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και την είχε προσκομίσει κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, αφού δεν βεβαιώνεται το αντίθετο στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που ο αναιρεσείων ανακόπτων επικαλέστηκε και προσκόμισε για απόδειξη του πέμπτου λόγου της ανακοπής, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, αιτία για την οποία παρέλκει η έρευνα του αναφερόμενου και τούτου αποκλειστικά στην απόρριψη του πέμπτου λόγου της ανακοπής πέμπτου λόγου αναιρέσεως 4.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει, όμως, και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Παραμόρφωση, με την έννοια της πιο πάνω διάταξης, είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ με το να δεχθεί, ότι η κήρυξη του πλειστηριασμού έγινε με βάση την υπ' αριθ. ....

δεύτερη περίληψη του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά .... παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. ...... έκθεσης διενέργειας και κατακύρωσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Πειραιά Μιχαήλ Λεβέντη, στην οποία εκτίθεται ότι η κήρυξη των όρων διενέργειας του πλειστηριασμού έγινε με βάση τα αναφερόμενα στην υπ' αριθ. ....

έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του ίδιου παραπάνω δικαστικού επιμελητή ...... Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εκθέτοντας στην προσβαλλόμενη έκθεση πλειστηριασμού τα έγγραφα, που έλαβε υπόψη του για να προβεί στη διενέργεια του, ανέφερε το ακριβές περιεχόμενο της υπ' αριθ. .....

εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως, όπως αυτό προέκυπτε από την ανάγνωσή του, ότι δηλαδή το ακίνητο του ανακόπτοντος επρόκειτο να εκπλειστηριαστεί στις 24.3.2004 με τιμή πρώτης προσφοράς 175.000 ευρώ. Ωστόσο, το Εφετείο αναγιγνώσκοντας ολόκληρη την επίμαχη υπ' αριθ...... έκθεση δέχθηκε στη συνέχεια, ότι στην παράγραφο 9 περ.

β αυτής, αναφερόταν ρητά : α) ότι έγινε διόρθωση της αξίας του ακινήτου και της τιμής πρώτης προσφοράς με την υπ' αριθ. 2.006/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προσδιορίστηκε αυτή σε 1.000.000 και 500.000 ευρώ, αντίστοιχα, και ότι ο πλειστηριασμός, που είχε οριστεί για τις 21.4.2004, ανεστάλη για έξι μήνες, και β) ότι ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός θα γινόταν με βάση την υπ' αριθ. .....

δεύτερη επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας εκθέσεως. Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο, αναγιγνώσκοντας και ερμηνεύοντας το όλο αυτό έγγραφο, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη και άλλα αποδεικτικά μέσα, ότι η κήρυξη του πλειστηριασμού έγινε με βάση την υπ' αριθ. ..... δεύτερη επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, όπως προέκυπτε από το όλο περιεχόμενο της υπ' αριθ. .....

έκθεσης διενέργειας και κατακύρωσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Πειραιά Μιχαήλ Λεβέντη, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου τούτου και άρα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 5.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του επί πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 270 § 2 εδαφ. γ του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2.915/2001, ισχύει δε από 1.1.2002 κατά το άρθρο 15 του ν. 2.943/2001, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι τα δεκτά γενόμενα με αυτή προς απόδειξη του έκτου λόγου της ανακοπής πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονταν από τα απαριθμούμενα σε προηγούμενη σκέψη του κατά την ουσιαστική εκτίμηση του πέμπτου λόγου της ανακοπής "αποδεικτικά μέσα", μεταξύ των οποίων και οι υπ' αριθ. ....

και ..... ένορκες βεβαιώσεις των Γ1 και Γ2 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Καπράλου, που συντάχθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος μετά προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης (υπ' αριθ. ...... και .... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ......), τις οποίες ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και είχε προσκομίζει κατά την ενώπιόν του συζήτηση.

Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

6. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδαφ. γ του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2.915/2001, ισχύει δε από 1.1.2002 κατά το άρθρο 15 του ν. 2.943/2001, εφαρμόζεται δε σύμφωνα με το άρθρο 524 § 1 του άνω Κώδικα, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικώς οι προϋποθέσεις της δόσης αυτών πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Αν λείπει έστω και μία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη.

Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας, που ερευνά αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αυτές, για να λάβει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, πρέπει να αναφέρει ότι λήφθηκαν μετά από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Αν υπάρχει εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, η οποία όμως είναι άκυρη για οποιοδήποτε λόγο, η ακυρότητα αυτή δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο ύστερα από πρόταση του αντιδίκου, ο οποίος ωστόσο πρέπει παράλληλα να επικαλεστεί, σύμφωνα με το άρθρο 159 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, ότι υπέστη βλάβη, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί αλλιώς παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε, κατά την τακτική διαδικασία, ανακοπή του αναιρεσείοντος από το άρθρο 933 του ΚΠολΔ κατά διενεργηθέντος και κατακυρωθέντος πλειστηριασμού, για να σχηματίσει τη δικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και την υπ' αριθ. ......

ένορκη βεβαίωση του Γ4 ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Μαυρουδέα, που συντάχθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης καθής μετά προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος ανακόπτοντος (υπ' αριθ. .... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά ......).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των ως άνω εγγράφων, αλλά και των άλλων διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δόθηκε μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, που έλαβε χώρα περισσότερες από δύο εργάσιμες ημέρες πριν τη βεβαίωση, αλλά και σε προγενέστερη από τη δικάσιμο της υποθέσεως στο Εφετείο (25.5.2006) ημέρα.

Συνεπώς, η ένορκη βεβαίωση αυτή δεν ήταν άκυρη και ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και καλώς λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του. Ωστόσο, ο αναιρεσείων με τον ένατο λόγο αναιρέσεως προβάλλει περαιτέρω την αιτίαση, ότι κακώς λήφθηκε υπόψη η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, διότι η επίδοση σε αυτόν της από 17.5.2006 κλήσης της αντιδίκου να παρασταθεί ενώπιον του αναφερόμενου συμβολαιογράφου κατά την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Γ4 έγινε, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 119 § 1 και 120 του ΚΠολΔ, όχι στη δηλωθείσα με τις κατατεθείσες στο Εφετείο προτάσεις του διεύθυνση κατοικίας του (....., ....Αττικής), αλλά στη δηλωθείσα στο πρωτόδικο δικαστήριο κατοικία του (...., ....), και ότι ενόψει τούτων το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 α του ΚΠολΔ.

Όμως, ο αναιρεσείων, που προέβαλε την ακυρότητα αυτή με την προσθήκη των προτάσεων του στο Εφετείο, παρεκτός του ότι δεν ισχυρίστηκε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 119 § 3 του ΚΠολΔ γνωστοποίησε με δικόγραφο, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη πριν την παραπάνω κλήτευσή του την επελθούσα μεταβολή της διευθύνσεως της κατοικίας του, δεν επικαλέστηκε τότε, ούτε επικαλείται και τώρα, ότι από τη γενόμενη στην παλιά διεύθυνση κατοικίας κλήτευσή του υπέστη βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως παρά με την κήρυξη της ακυρότητας της γενόμενης υπ' αριθ. ...

ένορκης βεβαίωσης. Άρα, ο ισχυρισμός του αυτός ήταν αόριστος και συνεπώς ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη τη ληφθείσα ως άνω ένορκη βεβαίωση και συνακολούθως δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που δεν επιτρέπει ο νόμος. Επομένως, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 14 και 11 α του ΚΠολΔ, αντιστοίχως, όλα δε όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα.

7. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 934 § 1 του ΚΠολΔ, που επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, ορίζεται ότι ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία, εφόσον ασκηθεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτελέσεως που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως και πέρα ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητά, και ενενήντα ημέρες, αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, αν πρόκειται για ακίνητα.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 999 § 4 του ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως στον οφειλέτη εντός είκοσι ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως.

Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικά άκυρο. Η ακυρότητα αυτή μιας ενδιάμεσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής, που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 § 1 β του ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 § 3 του ΚΠολΔ.

Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν ήθελε προσβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και η διενέργεια του πλειστηριασμού. Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του, είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης και η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως, απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 90 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων.

Εξάλλου, για τη συντέλεση της επιδόσεως με θυροκόλληση, κατά τη διάταξη της § 4 του άρθρου 128 ΚΠολΔ, ο νόμος εκτός από την επικόλληση του εγγράφου στη θύρα του παραλήπτη απαιτεί, και μάλιστα αθροιστικώς, την τήρηση πρόσθετων διατυπώσεων, ήτοι το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση α) την παράδοση αντιγράφου του επιδιδομένου εγγράφου στον προϊστάμενο κλπ.

του οικείου αστυνομικού τμήματος και τη σύνταξη βεβαιώσεως κάτω από την έκθεση επιδόσεως, που να περιέχει τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία, και β) την ταχυδρόμηση σε εκείνον, προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση, έγγραφης ειδοποιήσεως, που αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη και σύνταξη κάτω από την επιδοτήρια έκθεση της αναφερόμενης σε αυτή βεβαιώσεως.

Από δε τη διάταξη του άρθρου 136 § 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παραπάνω επίδοση θεωρείται πως συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση με την προϋπόθεση, ότι έγιναν όσα προειπώθηκε, ότι πρέπει να γίνονται μετά τη θυροκόλληση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 12 εδαφ.

α του ν. 1.157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7η μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την αυτή ώρα της επομένης εργασίμου ημέρας".

Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της παραπάνω διατάξεως, αλλά και την ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 § 1 του ΚΠολΔ, εφαρμόζεται δε τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 33/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής ο αναιρεσείων ανακόπτων ισχυρίστηκε, ότι ακύρως διενεργήθηκε στις 24.11.2004 ο πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας του, γιατί η με θυροκόλληση επίδοση σε αυτόν της υπ' αριθ. .... περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά .....

στις 22.10.2004 ήταν ανυπόστατη, αφού η ταχυδρόμηση, σύμφωνα με το άρθρο 128 § 4 του ΚΠολΔ, της έγγραφης ειδοποιήσεώς του δεν έγινε την επομένη της θυροκολλήσεως ημέρα (23.10.2004), αλλά στις 25.10.2004. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι με αυτό το περιεχόμενο και χωρίς την από τον ανακόπτοντα επίκληση, ότι δεν παρέλαβε την έγγραφη ειδοποίηση ή ότι δεν έλαβε γνώση της ημερομηνίας διενέργειας του πλειστηριασμού, ο τρίτος λόγος της ανακοπής, με βάση όσα προειπώθηκαν, ήταν απαράδεκτος και άρα απορριπτέος λόγω εκπρόθεσμης, μετά την ημέρα του πλειστηριασμού, ασκήσεως της ανακοπής.

Επιπλέον δε το Εφετείο δέχθηκε, ότι πέραν και ανεξαρτήτως αυτού ο παραπάνω λόγος ανακοπής ήταν απορριπτέος, διότι ήταν έγκυρη η επίδοση με θυροκόλληση στις 22.10.2004 και η ταχυδρόμηση της έγγραφης ειδοποιήσεως στις 25.10.2004, αφού η 23.10.2004 ήταν ημέρα Σάββατο και δεν συνυπολογιζόταν στη λήξη των προθεσμιών, σύμφωνα με το 1 § 12 εδαφ.

α του ν. 1.157/1981 και συνεπώς η προθεσμία για την ταχυδρόμηση της έγγραφης ειδοποιήσεως έληγε την 19.00' ώρα της μεθεπόμενης εργάσιμης ημέρας Δευτέρας 25.10.2004. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο όχι παρά το νόμο δέχθηκε έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής ενδιάμεσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας και δεν κήρυξε την ακυρότητα του διενεργηθέντος αναγκαστικού πλειστηριασμού στα πλαίσια εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 999 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔικ και των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 128 παρ. 4 και 136 παρ. 2 του ίδιου κώδικα.

Επομένως, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τα δύο μέρη του οποίου ο αναιρεσείων, βάλλοντας κατά των επάλληλων αιτιολογιών του Εφετείου, προβάλλει ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 8. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 973 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν για οποιοδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε την ορισμένη ημέρα, γίνεται μια άλλη Τετάρτη και οι προθεσμίες του άρθρου 960 §§ 1 και 2 του αυτού Κώδικα αρχίζουν, αφότου κατατεθεί στον υπάλληλο του πλειστηριασμού η εντολή προς το δικαστικό επιμελητή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση.

Κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό και κοινοποίησε σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, επιταγή για εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 999 § 5 του ΚΠολΔ, εφαρμόζονται και στον πλειστηριασμό ακινήτων, σαφώς προκύπτει ότι, αν για οποιονδήποτε λόγο ματαιωθεί, η διενέργεια του πλειστηριασμού κατά την ορισμένη με την περίληψη της κατασχετήριας εκθέσεως ημερομηνία, ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής ή κάθε δανειστής που έχει τίτλο εκτελεστό μπορεί να συνεχίσει την εκτελεστική διαδικασία.

Είναι δε αδιάφορος ο λόγος της μη διενέργειας του πλειστηριασμού, που μπορεί, έτσι να είναι, και η αναστολή αυτού κατά το άρθρο 1000 του ΚΠολΔ. Η βούληση δε του μέχρι τώρα επισπεύδοντος για συνέχιση της διαδικασίας πρέπει να εκδηλωθεί με την εγχείριση της σχετικής εντολής προς το δικαστικό επιμελητή για την έκδοση νέας περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως.

Το σχετικό έγγραφο κατατίθεται από τον τελευταίο στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Από και με την κατάθεση αυτή εξωτερικεύεται προς τους τρίτους η δήλωση για τη συνέχιση της διαδικασίας, σύμφωνα δε με το άρθρο 973 § 1 του ΚΠολΔ, η κατάθεση αυτή λαμβάνεται ως αφετηρία για την κίνηση των προθεσμιών των άρθρων 960 §§ 1 και 2 και 999 § 3 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η σύνταξη της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως και η επίδοσή της στον οφειλέτη, τους ενυπόθηκους δανειστές κλπ πρέπει, προκειμένου περί ακινήτων, να γίνει εντός της εικοσαήμερης προθεσμίας από την επομένη της καταθέσεως της εντολής για συνέχιση της διαδικασίας, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα του πλειστηριασμού.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δέχθηκε περαιτέρω και τα ακόλουθα : Με την υπ' αριθ. ... περίληψη της υπ' αριθ. ... κατασχετήριας εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ..... επρόκειτο να εκπλειστηριαστεί στις 24.3.2004 το περιγραφόμενο ακίνητο του αναιρεσείοντος για ικανοποίηση απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, ποσού 409.660 ευρώ, που είχε επιδικαστεί σε αυτή με την υπ' αριθ. 2.854/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την υπ' αριθ. 2.006/22.3.2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορθώθηκε η αξία του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου και ορίστηκε σε 1.000.000 ευρώ, η δε τιμή πρώτης προσφοράς σε 500.000 ευρώ και ορίστηκε ημέρα του πλειστηριασμού η 21.4.2004. Με την υπ' αριθ. 2.674/19.4.2004 απόφαση του τελευταίου ως άνω Δικαστηρίου, που διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 2.744/20.4.2004 απόφαση αυτού, διατάχθηκε η αναστολή του πλειστηριασμού για έξι μήνες από τον ως άνω χρόνο (24.3.2004) του πρώτου πλειστηριασμού.

Στις 19.10.2004 κατατέθηκε στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο συμβολαιογράφο Πειραιά Μιχαήλ Λεβέντη η δήλωση συνεχίσεως της διαδικασίας του πλειστηριασμού και η υπ' αριθ. .... περίληψη της κατασχετήριας εκθέσεως, με τη οποία οριζόταν νέα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού η 24.11.2004. Στη συνέχεια η εν λόγω περίληψη επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 22.10.2004 (βλ.

την υπ' αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ......)στην ενυπόθηκη δανείστρια εταιρία με την επωνυμία "EFG EuroBank Trapeza Ergasias AE" στις 21.10.2004 (βλ. την υπ' αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ......) και στον Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου στις 22.10.2004 (βλ.

την υπ' αριθ. ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά .......).

Συνεπώς, δέχθηκε το Εφετείο, ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν, έγιναν οι προαναφερόμενες επιδόσεις μέσα στην νόμιμη προθεσμία του άρθρου 999 § 3 του ΚΠολΔ από την καθής, η οποία συνεχίζει η ίδια τον πλειστηριασμό, που είχε ανασταλεί επί εξάμηνο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ο αναιρεσείων υπολαμβάνοντας εσφαλμένα, ότι αφετηρία για τις επιδόσεις του άρθρου 999 § 3 του ΚΠολΔ αποτελούσε η λήξη του εξάμηνου της αναστολής του πλειστηριασμού (23.9.2000) και ως εκ τούτου αυτές έγιναν μετά την πάροδο της προθεσμίας των είκοσι ημερών, ταυτόχρονα δε και τον τέταρτο λόγο ανακοπής κατά το έτερο μέρος του, με τον οποίο εζητείτο περαιτέρω η κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. ..... εκθέσεως διενέργειας και κατακύρωσης πλειστηριασμού και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. ...... περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, το μεν δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 973 § 1 και 999 §§ 3 και 4 του ΚΠολΔ, το δε όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα τούτων. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου ένατος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

9. Επειδή, μετά από αυτά, η αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που αυτή απέρριψε τον πέμπτο λόγο της ανακοπής ως αβάσιμο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 § 1 του ν. 2.172/1993.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 5.374/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αυτή απέρριψε τον πέμπτο λόγο της από 22.12.2004 ανακοπής του αναιρεσείοντος για ακύρωση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ...... εκθέσεως διενέργειας και κατακύρωσης πλειστηριασμού και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. .... περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου Συμβολαιογράφου Πειραιά Μιχαήλ Λεβέντη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ