Legislator Case Law & Legislation
885/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on commercial agency fees, ruling evidence was properly considered and additional arguments inadmissible.

Case Number 885/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's final decision rejecting a commercial agency fee claim. The appellant argued the court failed to consider specific sales figures and failed to recognize significant business advancement, but the court found the evidence was duly weighed and the additional arguments were merely evidentiary points rather than independent claims. Consequently, the appeal was rejected, the costs were collected by the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559, 564, 569, 9 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged error is not a substantive claim but merely an argument derived from evidence evaluation, and the court must have considered all presented evidence.

Keywords

AI generated
commercial agency fees commercial agency contract commercial agency advancement appeal admissibility inadmissible additional grounds court of appeal decision legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 9, paragraph 3, number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 885 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 885/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... AG", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Σοφία Κομνά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5513/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4057/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/12/2015 αίτησή της και τους από 12/10/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 14/11/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του (με αριθ. 2) και την απόρριψη των λοιπών κύριων και του πρόσθετου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 6-12-2015, αίτηση αναίρεσης και τον, από 12-10-2017,πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 16-10-2017, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα αρχικά ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης (20-11-2017), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 4057/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτή και κατ' ουσία η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 5513/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 24-6-2010 αγωγή της, για αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει αποζημίωση πελατείας, από τη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, διαφυγόντα κέρδη από προμήθειες που απώλεσε και παραχθέντες τόκους υπερημερίας, δικάζοντας δε ακολούθως το Εφετείο την αγωγή ως προς τα συγκεκριμένα κεφάλαιά της, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει δε να συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών.

Στο άρθρο 8 παρ. 2 έως και 8 του Π.Δ. 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως οι παρ. 1 και 8 αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του Π.Δ. 312/1995 και η παρ. 4 με το άρθρο 2 του Π.Δ. 88/1994, ορίζεται ότι: "2.

Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 3. Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4.

Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.

Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων. 5. Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας από εκείνες που προβλέπονται από την παρ. 4 η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο. 6.

Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, η λήξη της προθεσμίας καταγγελίας πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του ημερολογιακού μηνός. 7. Οι διατάξεις των παρ. 3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου αυτού.

Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος. 8. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων ".

Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άνω διατάγματος, είναι αόριστης διάρκειας, λύνεται οποτεδήποτε, με καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβληθέντων, χωρίς να απαιτείται αιτιολογία για την καταγγελία της, με την τήρηση όμως της άνω προθεσμίας, (τακτική καταγγελία), τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από της παρελεύσεως των χρονικών ορίων που ορίζονται στο άρθρο 8 παρ.4 του άνω Π.Δ/τος, ενώ όταν είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με καταγγελία, αλλά μόνο, αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτη καταγγελία), όπως σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άρθρο 8 παρ.4 προθεσμιών.

Ως αορίστου χρόνου θεωρείται η σύμβαση, όταν από την αρχή δεν έχει τεθεί χρόνος λήξης αυτής, ή όταν έχει συναφθεί μεν ως ορισμένου χρόνου, αλλά, μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, εξακολουθεί χωρίς νέο καταληκτικό χρονικό προσδιορισμό. Επίσης, ως αορίστου χρόνου ισχύουσες συμβάσεις, θεωρούνται και οι λεγόμενες "αλυσιδωτές συμβάσεις".

Με τον όρο αυτό, χαρακτηρίζονται οι μερικότερες συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται για ορισμένο χρόνο, κάθε φορά μεταξύ των ίδιων συμβαλλόμενων και εφόσον συνολικά έχουν διαρκέσει σχετικά μακρό χρόνο, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων αυτών, είναι ότιστιςεπόμενες, μετά την σύναψη της πρώτης, συμβάσεις, δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντας τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους, και έτσι, η νέα έγγραφη σύμβαση του επιχειρηματία και του αντιπρόσωπου, είναι ίδια με τη σύμβαση που έληξε, ως προς την εξωτερική της διάρθρωση και στο κυρίως περιεχόμενο της.

Ο χωρισμός της ενιαίας, και για μεγάλο χρονικά διάστημα υπάρχουσας συμβατικής σχέσης, σε περισσότερες όμοιες ή παρόμοιες συμβάσεις, οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν την καταγγελία. Γι' αυτό, τέτοιες αλυσιδωτές συμβάσεις, αντιμετωπίζονται ως αορίστου χρόνου συναπτόμενες συμβάσεις, στις οποίες βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 8 του παραπάνω Π.Δ., που έχει ως αποτέλεσμα ότι η συμβατική σχέση δεν λήγει μετά τη λήξη της διάρκειας της και το συμβαλλόμενο μέρος, το οποίο θέλει να καταγγείλει τη συμβατική σχέση, πρέπει να το κάνει με τήρηση των προθεσμιών που καθορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 8 ή χωρίς την τήρηση των προθεσμιών, σε περίπτωση που συντρέχουν οι λόγοι της παρ. 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 813/2015, ΑΠ 1554/2008).

Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου559 αρ. 1ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, προκύπτει ότι, κατά το γενόμενο δεκτό ως περιεχόμενο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Ότι το έτος 1981 ο Β. Β. είχε συνάψει με την εναγομένη άτυπη σύμβαση αποκλειστικής διανομής των οινικών προϊόντων που παρήγαγε η τελευταία, στο ομοσπονδιακό κρατίδιο του Αμβούργου της Γερμανίας και την 30-4-1990 υπογράφηκε μεταξύ αυτών σύμβαση αορίστου χρόνου, τροποποιηθείσα με την από 30-4-1991 σύμβαση, για την προώθηση στη γερμανική αγορά των προϊόντων αυτής.

Ότι την 12-12-1992, καταρτίστηκε το από την ημερομηνία αυτή ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας με την επωνυμία"...", στην οποία συμμετείχε κατά ποσοστό 95% το ίδρυμα ..., συμφερόντων του Β. Β. και κατά το υπόλοιπο 5% ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, δυνάμει του οποίου, η εναγομένη ανέθεσε, από την 1-1-1993, στην "..." την αποκλειστική διάθεση στη γερμανική αγορά των παραγόμενων απ' αυτή οινικών προϊόντων, έναντι αμοιβής (προμήθειας), η οποία συνίστατο στη διαφορά μεταξύ των τιμών του γενικού τιμοκαταλόγου των προϊόντων της εναγομένης και της ειδικής τιμής που θα ίσχυε μόνο για την "...", επιπλέον δε συμφωνήθηκε, να δικαιούται η τελευταία εταιρεία ποσοστό 2,5% επί του ετήσιου κύκλου εργασιών στις χώρες, όπου της είχε ανατεθεί η αποκλειστική αντιπροσώπευση των προϊόντων της εναγομένης.

Ότι ο χρόνος διάρκειας της σύμβασης ορίστηκε να είναι πέντε έτη,ήτοι μέχρι 31-12-1997,με αυτόματη ανανέωση για ακόμη πέντε χρόνια, εφόσον επιτευχθεί το έτος 1997 συγκεκριμένος στόχος πωλήσεων 600.000 κιβωτίων στη γερμανική αγορά. Ότι το έτος 1997 η εταιρεία "..." πέτυχε το στόχο που είχε τεθεί, αφού πωλήθηκαν 722.273 κιβώτια και έτσι η ισχύς της σύμβασης ανανεώθηκε αυτοδικαίως, όπως είχε συμφωνηθεί, για ακόμη πέντε έτη, ήτοι μέχρι 31-12-2002.

Ότι, πριν την πάροδο του χρόνου διάρκειας της σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να λήξει η συνεργασία υπό το εταιρικό σχήμα της τελευταίας εταιρίας και να συνεχιστεί με άλλο εταιρικό σχήμα, επίσης συμφερόντων του Β. Β. και έτσι υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του εκπροσώπου της εναγομένης το από 1-11-1999 συμφωνητικό, κατά το οποίο η συναλλακτική σχέση μεταξύ των δύο μερών, όπως είχε αποτυπωθεί στο από 12-12-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, θα έληγε στις 31.12.1999, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις που είχαν δημιουργηθεί με βάση την από 12-12-1992 συμφωνία και γενικά από την έναρξη της εμπορικής τους συνεργασίας, είχαν εκκαθαριστεί και εξοφληθεί πλήρως και ότι ουδεμία περαιτέρω απαίτηση υφίστατο από την παραπάνω συνεργασία, ούτε διατηρείτο κάποια επιφύλαξη ή αμφιβολία για οποιαδήποτε συναλλαγή, απαίτηση ή υποχρέωση για τη χρονική περίοδο από την έναρξη της συνεργασίας μέχρι τις 31-12-1999, με εξαίρεση τις απαιτήσεις που θα δημιουργούνταν από την ημερομηνία υπογραφής του συμφωνητικού (1-11-1999) έως τις 31-12-1999, για τις οποίες θα γινόταν η σχετική εκκαθάριση και η προκύπτουσα απαίτηση θα αποδιδόταν στην "..." μέχρι τις 15-1-2000.

Ότι ταυτοχρόνως την 1-11-1999, υπογράφηκε δεύτερο συμφωνητικό μεταξύ της εναγομένης και της ενάγουσας, εκπροσωπούμενης από το Β. Β., δυνάμει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε την προώθηση των προϊόντων της τις 31-12-2002 και ορίστηκε η αμοιβή της ενάγουσας σε ποσοστό 5% επί των καθαρών πωλήσεων της εναγομένης στις παραπάνω χώρες, όπως αυτές θα αναγράφονταν στα τιμολόγια που θα εκδίδονταν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, αφαιρουμένων των εξόδων μεταφοράς και ασφαλίστρων, χωρίς, πάντως, οι συνολικές οικονομικές απολαβές της ενάγουσας, με βάση το παραπάνω ποσοστό, να μπορούν να είναι μικρότερες, σε ετήσια βάση, της αξίας που αναλογεί στο 5% των καθαρών πωλήσεων που είχαν επιτευχθεί στις παραπάνω χώρες κατά τη διάρκεια του 1999.

Ότι η εναγομένη θα ήταν υποχρεωμένη να δαπανά ετησίως ποσοστό τουλάχιστον 5% επί των καθαρών πωλήσεών της, με σκοπό, την κάλυψη των δαπανών διαφημιστικής και προωθητικής υποστήριξης, γενικών δαπανών marketing κλπ, καθώς και ότι οι πιστωτικοί κίνδυνοι, που αφορούσαν τους πελάτες, θα επιβάρυναν την εναγομένη, η οποία θα είχε παράλληλα την πλήρη ευθύνη για την εν γένει εμπορική πολιτική (τιμολόγηση προϊόντων, παροχή εκπτώσεων και πιστώσεων σε πελάτες κλπ), ενημερώνοντας σχετικά την ενάγουσα.

Ότι στη σύμβαση αυτή επαναλήφθηκαν οι παρεπόμενοι όροι της προηγούμενης σύμβασης περί επιλογής του ελληνικού δικαίου, ως εφαρμοστέου για κάθε διαφορά σχετικά με την ερμηνεία και την εκτέλεση της σύμβασης, καθώς και περί της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων της έδρας της εναγομένης για την επίλυση των εν λόγω διαφορών.

Ότι η, από 1-11-1999, σύμβαση, λειτούργησε κανονικά κατά το χρονικό διάστημα των τριών ετών της διάρκειάς της, κατά το οποίο η ενάγουσα προώθησε σημαντικά τις πωλήσεις της εναγομένης, εισέφερε σ' αυτή τους αναφερόμενους στο δικόγραφο νέους σταθερούς πελάτες και αύξησε σημαντικά το τζίρο των πωλήσεων στην περιοχή ευθύνης της, καθώς, ενώ το 1992 είχαν επιτευχθεί πωλήσεις 80.000 κιβωτίων προϊόντων οίνου, το 1999 οι πωλήσεις αυτές είχαν εκτιναχθεί στα 902.666 κιβώτια.

Ότι παρά τη σημαντική προώθηση των συμφερόντων της εναγομένης, η τελευταία ξαφνικά διέκοψε την εμπορική συνεργασία της στις 31.12.2002, με την ενάγουσα, μολονότι η σύμβαση αυτή της εμπορικής αντιπροσωπείας είχε καταστεί αορίστου χρόνου, καθόσον με την από 1-11-1999 σύμβαση δεν καταρτίστηκε κάποια νέα σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, αλλά συνεχίστηκε ουσιαστικά η μακροχρόνια-υφιστάμενη ήδη από το 1981- εμπορική συνεργασία μεταξύ της εναγομένης και του Β.

Β., στο πρόσωπο του οποίου απέβλεπαν τα συμβαλλόμενα μέρη, χάρη στις ικανότητες και την εμπειρία του στο χώρο της προώθησης προϊόντων οίνου στις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, ενώ επαφιόταν στη διακριτική του ευχέρεια η επιλογή του νομικού σχήματος, με το οποίο κάθε φορά θα συμβαλλόταν με την εναγομένη, με δεδομένο ότι τόσο η αρχικώς συμβαλλόμενη εταιρεία με την επωνυμία "..." όσο και η ενάγουσα εξυπηρετούσαν τα δικά του οικονομικά συμφέροντα.

Ότι εφόσον υφίσταται ενιαία συναλλακτική σχέση μεταξύ της από 12-12-1992 σύμβασης (η διάρκεια της οποίας ανανεώθηκε αυτοδικαίως μετά τη λήξη της στις 31-12-1997) και της από 1-11-1999 συμφωνίας, η ένδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπίας είχε καταστεί αορίστου χρόνου, οπότε θα μπορούσε να λήξει με καταγγελία από την πλευρά της εναγομένης, για το νομότυπο της οποίας θα έπρεπε να τηρηθεί η προθεσμία προειδοποίησης του άλλου μέρους, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι έξι μηνών, δεδομένου ότι η συναλλακτική σχέση είχε διαρκέσει πέραν της πενταετίας (άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του Π.Δ. 219/1991).

Τέλος, ότι εφόσον η εναγομένη δεν τήρησε την προθεσμία αυτή, η λήξη της σύμβασης δεν επήλθε στις 31-12-2002, αλλά στη λήξη της ως άνω προθεσμίας προμήνυσης, δηλαδή στις 30-6-2003. Ότι με βάση τα παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά και επικαλούμενη η ενάγουσα, περαιτέρω, ότι η εναγομένη διατήρησε και μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας τα ουσιαστικά οφέλη από τη σημαντική πελατεία που της εισέφεραν οι εταιρείες, συμφερόντων του Β.

Β., καθώς διατηρεί ακόμη και σήμερα συναλλακτικές σχέσεις με τους περισσότερους από τους πελάτες αυτούς, ζητεί από την εναγομένη την καταβολή του ποσού των 716.163 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύσει την αποζημίωση πελατείας που δικαιούται, συνιστάμενη στο μέσο όρο των προμηθειών που έλαβαν, κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων πέντε ετών λειτουργίας της σύμβασης (1-7-1998 έως 30-6-2003), τόσο η ενάγουσα όσο και η δικαιοπάροχός της εταιρεία με την επωνυμία "...".

Επίσης, ότι συνεπεία της αντισυμβατικής διακοπής της συνεργασίας από την εναγομένη στις 31.12.2002, μολονότι με την τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας προμήνυσης η μεταξύ τους σύμβαση αντιπροσωπείας έληξε στις 30.6.2003, απώλεσε τις προμήθειες που θα λάμβανε κατά το χρονικό τούτο διάστημα με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, δεδομένου ότι η πελατεία ήταν σταθερή και η ζήτηση των οινικών προϊόντων της εναγομένης επίσης σταθερή, η δε ενάγουσα είχε την απαραίτητη υποδομή για την επίτευξη των κερδών και ότι, με βάση τα εκτιθέμενα, κρίσιμα για την απαίτηση αυτή, στοιχεία, το ποσό των προμηθειών που απώλεσε και αποτελεί την αποκαταστατέα ζημία αυτής ανέρχεται σε 257.516 ευρώ.

Εκτός των ως άνω αξιώσεων, ζητεί την αναγνώριση της οφειλής των τόκων επί των παραχθέντων τόκων υπερημερίας, αφενός του κονδυλίου της αποζημίωσης πελατείας, αφετέρου του κονδυλίου της αποζημίωσης του διαφυγόντος κέρδους, κατά τις διακρίσεις που εκθέτει. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις της αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Πλην όμως, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα ζητεί διαφυγόντα κέρδη και αποζημίωση πελατείας, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα κατά τη βάση αυτής που φέρεται στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Π.Δ. 219/1991, η οποία αφορά την τήρηση προθεσμίας προειδοποίησης καταγγελίας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας αόριστης διάρκειας.

Και τούτο διότι, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, η ορισμένου χρόνου επίδικη σύμβαση δεν πληρούσε τους, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, όρους, ώστε να καταστεί αορίστου χρόνου. Συγκεκριμένα, υπό τα εκτιθέμενα στην κρινόμενη αγωγή, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε ορισμένο χρόνο λήξης, μετά την πάροδο του οποίου δεν εξακολούθησε η εκτέλεσή της, ενώ δεν προβλεπόταν αυτόματη, ούτε στην πράξη λάμβανε χώρα αλυσιδωτή ανανέωσή της.

Ούτε εξάλλου δύναται να θεωρηθεί ότι οι από 12.12.1992 και 1.11.1999 συμβάσεις, όπως περιγράφονται στην κρινόμενη αγωγή, είναι αλυσιδωτές συμβάσεις, προεχόντως διότι διαφέρει το νομικό πρόσωπο του εμπορικού αντιπροσώπου που συμβάλλεται στην κάθε μία από αυτές. Σε κάθε δε περίπτωση, το περιεχόμενο των ως άνω συμβάσεων δεν δύναται να θεωρηθεί ταυτόσημο ή ουσιαστικώς όμοιο, αφού, όπως η ίδια η ενάγουσα αναφέρει στην κρινόμενη αγωγή, υπήρχαν στην καθεμία από αυτές σημαντικές διαφοροποιήσεις όπως στον τρόπο υπολογισμού της προμήθειας, στα έξοδα διαφήμισης, στη διάρκειά τους, στη δυνατότητα ανανέωσης.

Με τα δεδομένα αυτά, η τελευταία σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου, που έληξε την 31.12.2002, και δεν επρόκειτο για μία ενιαία και για μεγάλο χρονικό διάστημα συμβατική σχέση, χωρισμένη σε περισσότερες παρόμοιες συμβάσεις (αλυσιδωτές), που είναι σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη αορίστου χρόνου, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα.

Εφόσον, λοιπόν, η ως άνω σύμβαση έληξε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της δεν χωρεί εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του ΠΔ 219/1991 που επιτάσσουν τήρηση των προθεσμιών προμήνυσης, αφού οι προθεσμίες αυτές προϋποθέτουν σύμβαση αορίστου χρόνου και λύση αυτής ακαίρως με καταγγελία". Με τις άνω αιτιολογίες, η προσβαλλόμενη απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης 5513/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τις αξιώσεις για αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης λόγω των ποσών προμηθειών που απώλεσε και λόγω αποζημίωσης πελατείας, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές θεμελιώνονταν στην επικαλούμενη, ως προς τη χρονική διάρκεια, μορφή της σύμβασης, ως αορίστου χρόνου, καθώς και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα ποσά των τόκων επί των τόκων υπερημερίας.

Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 2 και 3 του Π.Δ. 219/1991, και δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της παραπάνω διάταξης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα σύμβαση ήταν ορισμένης χρονικής διάρκειας κατά τη ρητή πρόβλεψη αυτής, και αφού η σύμβαση αυτή δεν συνεχίστηκε να εκτελείται μετά τη λήξη της, ούτε τέτοια πρόβλεψη υπήρχε στο περιεχόμενό της, δεν μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, οπότε η λήξη της επήλθε με τη λήξη του χρόνου διάρκειάς της.

Επίσης, κατά τις ορθές παραδοχές της, η σύμβαση αυτή μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης δεν θεωρείται αορίστου χρόνου εκ του λόγου ότι είχαν καταρτιστεί οι συμβάσεις από 12.12.1992 και 1.11.1999, καθόσον δεν συντρέχει περίπτωση "αλυσιδωτών συμβάσεων" εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης, επειδή, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, διαφέρει το νομικό πρόσωπο του εμπορικού αντιπροσώπου που συμβάλλεται σ' αυτές τις προηγούμενες συμβάσεις.

Πράγματι, για να θεωρηθεί ότι υπάρχουν αλυσιδωτές συμβάσεις, που αποτελούν κατακερματισμό μιας ενιαίας σύμβασης και καταστρατήγηση αυτής, απαραίτητη προϋπόθεση είναι, αντισυμβαλλόμενα μέρη στις συμβάσεις αυτές να είναι τα ίδια πρόσωπα, στη θέση του εμπορικού αντιπροσώπου και του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία και όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, να συμβάλλεται το ίδιο νομικό πρόσωπο σε όλες τις συμβάσεις, όχι άλλο νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα αν αυτά είναι συμφερόντων του ίδιου φυσικού προσώπου, εκτός της περίπτωσης αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλόμενων.

Δεν υπάρχει, όμως, παραδοχή του Εφετείου, ότι στο περιεχόμενο της αγωγής εκτίθεται η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών.

Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση που, κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής, επρόκειτο για κατάρτιση συμβάσεων μεταξύ της εναγομένης και διαφορετικών νομικών προσώπων, στην επίδικη της ενάγουσας και στην προηγούμενη από 12-12-1992 της "...", δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση αυτή και ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν υπάρχει μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση.

Επομένως, ο πρώτος, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τα στοιχεία 1 περ. α' και β', με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος με στοιχείο 1 περ. γ', με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, "με το να απαιτήσει για την κατάφαση αλυσιδωτής σύμβασης ύπαρξη ίδιων όλων των όρων της νέας σύμβασης", διατεινόμενη ότι κατά την αληθή ερμηνεία της διάταξης αυτής για την πλήρωση της προϋπόθεσης αρκεί να υπάρχει ομοιότητα σε μερικούς από τους όρους και στους ουσιώδης όρους, των συμβάσεων, παρεκτός του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι δεν θεωρούνται αλυσιδωτές οι καταρτισθείσες ως άνω συμβάσεις και εκ του λόγου ότι το περιεχόμενο αυτών δεν δύναται να θεωρηθεί ταυτόσημο ή ουσιωδώς όμοιο, δοθέντος ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπήρχαν μεταξύ αυτών σημαντικές διαφοροποιήσεις, όπως στον τρόπο υπολογισμού της προμήθειας, στα έξοδα διαφήμισης, στη διάρκειά τους και στη δυνατότητα ανανέωσης και όχι, όπως αποδίδεται με τον αναιρετικό λόγο, επειδή δεν είναι ίδιοι όλοι οι όροι των συμβάσεων αυτών, είναι και αλυσιτελής.

Τούτο διότι, μετά την απόρριψη του προαναφερόμενου ανωτέρω πρώτου λόγου, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, η παραδοχή της προσβαλλόμενης που στηρίζεται στην κρίση ότι δεν υπάρχει αορίστου χρόνου σύμβαση, ούτε μετατροπή της ορισμένου χρόνου σύμβασης σε αορίστου χρόνου, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα του εμπορικού αντιπροσώπου στις επιμέρους συμβάσεις και δεν πρόκειται για αλυσιδωτές συμβάσεις, παραδοχή που δεν πλήττεται αποτελεσματικά, στηρίζει και μόνο αυτή αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Ανεξάρτητα, δε, από την ορθότητα τούτου του τρίτου μέρους του ως άνω αναιρετικού λόγου, ενόψει των ανωτέρω, η προβαλλόμενημε το μέρος τούτο αναιρετική πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 1958/2017).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται, με τον παραπάνω λόγο, απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, ΑΠ 1446/2003) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003).

Εξάλλου, δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο και γενικά απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, ο οποίος δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1636/2017, ΑΠ 161/2017). Περαιτέρω, για τη συμβατική μεταβίβαση της απαίτησης της ενεργητικής όψεως της ενοχής έχει διαμορφωθεί ο θεσμός της εκχώρησης (άρθρα 455-470 ΑΚ).

Η παθητική όψη της ενοχής, δηλαδή η υποχρέωση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε τρίτο με την αναδοχή χρέους (άρθρα 471-479 ΑΚ). Σε περιπτώσεις μεταβίβασης όλης της ενοχικής σχέσης, αυτή μπορεί να επιτευχθεί με το συνδυασμό της εκχώρησης για τις απαιτήσεις και της αναδοχής χρέους για τις υποχρεώσεις, ενώ η μεταβίβαση της συμβατικής σχέσης μπορεί να γίνει και στο σύνολο με κατάρτιση τριπρόσωπης ιδιόρρυθμης σύμβασης στην οποία, αφορώσα την ανάληψη της υφισταμένης συμβατικής σχέσης, συμμετέχουν οι συμβαλλόμενοι της σύμβασης που αναλαμβάνεται και ο τρίτος που την αναλαμβάνει (ΑΠ 681/1995, ΑΠ 1369/1993).

Περίπτωση μεταβίβασης της συμβατικής σχέσης από τον εμπορικό αντιπρόσωπο σε τρίτο προβλέπεται, μετά την προσθήκη, με το άρθρο 7 παρ. 2 του Π.Δ. 312/1955, του εδαφίου γ' στην παράγραφο 3 του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991, που προβλέπει ότι αποζημίωση πελατείας δεν οφείλεται, όταν μετά από συμφωνία με τον αντιπροσωπευόμενο, ο αντιπρόσωπος εκχωρεί σε τρίτο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει, δυνάμει της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.

Κάνοντας λόγο η εν λόγω διάταξη, για εκχώρηση σε τρίτο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αντιπροσώπου που απορρέουν από τη σύμβαση, παραπέμπει στις περιπτώσεις στις οποίες μεταβιβάζεται η συμβατική σχέση από την πλευρά του εμπορικού αντιπροσώπου σε τρίτον, ο οποίος υπεισέρχεται στην νομική θέση του αρχικού αντιπροσώπου-εκχωρητή, αυτή δε η μεταβίβαση μπορεί να επιτευχθεί, όπως προαναφέρθηκε, είτε με τον συνδυασμό της εκχώρησης, για τις απαιτήσεις και της στερητικής αναδοχής χρέους για τις συμβατικές υποχρεώσεις, που πρέπει να συνοδεύεται από την συγκατάθεση εκείνου από τα αρχικά ή νέα υποκείμενα της συμβατικής σχέσης, που δεν συμμετείχαν στην κατάρτισή της, είτε με την μεταβίβαση της συμβατικής σχέσης ως ενότητας με την κατάρτιση της ενιαίας ιδιόρρυθμης δικαιοπραξίας (ΑΠ 1400/2008).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε περίπτωση νόμιμης μεταβίβασης της συμβατικής σχέσης εμπορικής αντιπροσωπίας, ο τρίτος στον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, υπεισερχόμενος στη θέση του αρχικού αντιπροσώπου και αποκτώντας τα εκ της όλης σύμβασης δικαιώματα αυτού, αποκτά, εκτός των άλλων, και το τυχόν δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας, υπό τις προϋποθέσεις που πληρούνται με την εξακολούθηση της σύμβασης, από εκείνον στον οποίο στον οποίο μεταβιβάστηκε.

Η μεταβίβαση, όμως, μόνο των δικαιωμάτων από μια συμβατική σχέση δεν έχει συνέπεια τη μεταβίβαση όλης της συμβατικής σχέσης. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το έτερο μέρος του (με τον αριθ. 2), αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της τον περιεχόμενο στην αγωγή ουσιώδη ισχυρισμό της, ο οποίος θεμελιώνει τις ως άνω αξιώσεις αυτής, και συνίσταται στο ότι, την 1.11.1999 συμφωνήθηκε σιωπηρώς μεταξύ όλων των μερών (Β.

Β., "...", εναγομένης και ενάγουσας) η μεταβίβαση, από την 1-1-2000, της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την "...", στην ενάγουσα, με συνέπεια να μεταβιβαστεί σ' αυτή και το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας, ανεξάρτητα αν έγιναν δύο διαφορετικές συμβάσεις. Για το παραδεκτό της προβολής του ισχυρισμού επικαλείται επαναφορά αυτού στο Εφετείο, με τον πέμπτο λόγο της έφεσης.

Σχετικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό, στην ένδικη αγωγή, η αναιρεσείουσα εξέθετε τα ακόλουθα: Στις 1-11-1999, τα μέρη από κοινού συμφώνησαν να λήξει η συνεργασία υπό το εταιρικό σχήμα της "..." και να συνεχιστεί υπό άλλο εταιρικό σχήμα, ήτοι υπό το εταιρικό σχήμα της ενάγουσας, ομοίως συμφερόντων του Β. Β.. Πράγματι, την 1-11-1999, υπεγράφη μεταξύ του Β.

Β. ατομικά και ως εξουσιοδοτημένου πληρεξουσίου της "..." και της εναγομένης εταιρίας, εκπροσωπούμενης από τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Β. Κ., ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου, η αποκλειστική αντιπροσώπευση των προϊόντων στις αγορές της Γερμανίας, Αυστρίας, Σουηδίας, Νορβηγίας, Φιλανδίας, θα έληγε 31-12-1999 και ρυθμίστηκαν όλες οι οικονομικές εκκρεμότητες.

Αφού, ακολούθως, παρατίθεται το περιεχόμενο του από 1-11-1999 συμφωνητικού περί λύσεως της συμβατικής σχέσης μεταξύ της εταιρίας "..." και της εναγομένης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι "από την παραπάνω συμφωνία φαίνεται καθαρά ότι ουδόλως η εναγομένη κατέβαλε αποζημίωση πελατείας στην εταιρία "...", αλλά, ακριβώς, επειδή συνεχίστηκε η συνεργασία υπό το εταιρικό σχήμα της ενάγουσας, το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας μεταβιβάστηκε και αφέθηκε να διεκδικηθεί από την ενάγουσα.

Έτσι, την ίδια ακριβώς ημέρα, ήτοι την 1-11-1999 η εναγομένη συνήψε με τον Β. Β., ως εξουσιοδοτημένο πληρεξούσιο της ενάγουσας, την συνέχιση της συνεργασίας για τρία έτη με προφανή εύλογη πεποίθηση για περαιτέρω συνεργασία". Ακολούθως, παρατίθεται το περιεχόμενο του από 1-11-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης.

Κατά τον πρώτο όρο του συμφωνητικού οι συμβαλλόμενες εταιρίες, διάδικοι στην παρούσα δίκη, εκπροσωπούμενες από τους Β. Β. η αναιρεσείουσα και Β. Κ. η αναιρεσίβλητη, συμφωνούν να συνεργαστούν στον τομέα της προώθησης οινικών προϊόντων της αναιρεσίβλητης στις χώρες Γερμανία, Αυστρία, Σουηδία, Νορβηγία και Φιλανδία, για τρία έτη, ήτοι από 1-1-2000 έως 31-12-2002, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτό όρους.

Την αξίωση της αποζημίωσης πελατείας η αναιρεσείουσα-ενάγουσα, στήριξε στην αγωγή της και στα εξής: "Στην ενάγουσα ως η τελευταία εταιρία η οποία ανέλαβε κατόπιν σύμφωνης γνώμης της εναγομένης και του ουσιαστικού ιδιοκτήτη της Β. Β. τη συνέχιση της σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσώπευσης των οινικών προϊόντων της εναγομένης στις αγορές της Κεντρικής και Βορείου Ευρώπης ανήκει το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας (βλ.

άρθρο 9 παρ. 3 γ ΠΔ 219/1991). Και αυτό γιατί με κοινή συμφωνία μεταξύ Β. Β. και εναγομένης η οποία εκφράστηκε με την υπογραφή των ίδιας ημερομηνίας ιδιωτικών συμφωνητικών ήτοι του από 1-11-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού περί συναινετικής λύσης της σύμβασης μεταξύ "..." και εναγομένης και της από 1-11-1999 σύναψης σύμβασης μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης μεταβιβάστηκαν τα δικαιώματα της "..." από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας στην ενάγουσα.

Έτσι πρόκειται ενιαία συναλλακτική σχέση, αν και για την εκτέλεση της βασικής συμφωνίας μεταξύ Β. Β. και εναγομένης χρησιμοποιήθηκαν τα εταιρικά σχήματα της "..." και της ενάγουσας, ήτοι εταιρειών ελεγχόμενων (υπό) και συμφερόντων του Β. Β.". Με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που εκθέτει στην αγωγή, επιχειρεί η ενάγουσα να θεμελιώσει μεταβίβαση, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 3 περ.

γ' του π.δ. 219/1991, της συμβατικής σχέσης της εμπορικής αντιπροσωπείας που είχε καταρτισθεί μεταξύ της εταιρίας "..." και της εναγομένης, στην ενάγουσα, ώστε η σύμβαση αυτή να ισχύει μεταξύ της τελευταίας και της εναγομένης και εντεύθεν, εξακολούθηση της σχέσης αυτής, ωσάν να υπήρχε η ίδια σύμβαση και η υπεισελθούσα στη σχέση ενάγουσα να διατηρεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και εκ της προγενέστερης σύμβασης.

Όμως, εν όψει του ότι ιστορείται κατάρτιση αφενός σύμβασης περί λύσης της συμβατικής σχέσης μεταξύ της "..." και της εναγομένης, στη συνέχεια δε σύναψη νέας σύμβασης μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, με διαφορετικό περιεχόμενο κάποιων όρων αυτής, όπως προκύπτει από το εκτιθέμενο περιεχόμενο των συμβάσεων και του ότι γίνεται επίκληση για μεταβίβαση στην ενάγουσα μόνο των δικαιωμάτων της εταιρίας "..." από τη σύμβαση, όχι δε και των υποχρεώσεων, δεν περιγράφεται μεταβίβαση της συμβατικής σχέσης ως ενότητας, και, συνεπώς, δεν υπάρχει υπεισέλευση της ενάγουσας στη νομική θέση της αρχικά αντιπροσώπου-εκχωρητή, εταιρίας "...", αλλά πρόκειται περί εκχώρησης μόνο δικαιωμάτων και ειδικότερα του μνημονευόμενου δικαιώματος πελατείας.

Η εκχώρηση, όμως, σ' αυτή την περίπτωση, μπορεί να αναφέρεται σε δικαίωμα πελατείας στο μέτρο και το βαθμό που υπήρχε στον άνω εκχωρητή. Η ενάγουσα, δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που συνέτρεχαν στο πρόσωπο της εταιρίας "..." αναφορικά με την κτήση από την τελευταία του δικαιώματος αυτού και του υπολογισμού του μεγέθους αυτής, ώστε να παρίσταται ορισμένος ο ισχυρισμός για την εκτίμηση της σχετικής αξίωσης.

Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής, ότι με την περιγραφόμενη μεταβίβαση των δικαιωμάτων από τη σύμβαση, υπήρξε μεταβίβαση αορίστου χρόνου σύμβασης ή ότι η σύμβαση αυτή κατέστη αορίστου χρόνου λόγω των αλυσιδωτών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν για την επικαλούμενη μεταβίβαση μόνο των δικαιωμάτων από τη σύμβαση, και όχι της συμβατικής σχέσης ως ενότητας, νόμιμος.

Αναφορικά, δε, με την αξίωση της αποζημίωσης πελατείας, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η αξίωση αυτή δεν καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη στην εταιρεία "...", αλλά μεταβιβάστηκε στην ίδια και αφέθηκε να διεκδικηθεί από αυτήν, λόγω της συνέχισης της εμπορικής συνεργασίας, είναι εντελώς αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, τα στοιχεία της εκχωρηθείσας αξίωσης, αλλά μόνο εκείνα του προσδιορισμού αυτής με βάση σύμβαση αόριστης διάρκειας.

Συνεπώς, το Εφετείο, μολονότι δεν έκρινε ειδικά για την προβαλλόμενη από την ενάγουσα μεταβίβαση σ' αυτήν του δικαιώματος πελατείας που είχε η εταιρία "...", δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ. Τούτο διότι,ψλόγω του μη νομίμου και απαραδέκτου, κατά τις άνω διακρίσεις, του ισχυρισμού της, αυτός δεν ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και δεν όφειλε να απαντήσει, ώστε να ιδρύεται με την παράλειψη ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθία, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 του ως άνω Π.Δ. 219/1991 ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία, (κατά ποσό) δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 9 παρ. 1 του πιο πάνω Π.Δ. 219/1991, συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ενός είδους εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεστεί, με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται, α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό, από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν, από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική, δε, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας, ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 455/2015).

Το ύψος της αποζημίωσης αυτής, δεν μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του στοιχ. β' της παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991, να υπερβεί το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη λειτουργίας της σύμβασης ή αν αυτή διήρκεσε λιγότερο χρόνο, το μέσο όρο του χρόνου αυτού.

Όπως, δε, προκύπτει από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 Π.Δ. 219/1991, με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 έως 8 και 9 παρ. 3 του ίδιου Π.Δ., τυπική προϋπόθεση της αποζημιώσεως πελατείας, είναι η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Η αξίωση αυτή αποζημίωσης πελατείας γεννιέται κατά βάση σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν, ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης, ρυθμίζεται από το Π.Δ. 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο.

Επομένως, παρέχεται η αξίωση αποζημίωσης πελατείας και σε περίπτωση λύσης της ορισμένου χρόνου σύμβασης αντιπροσωπείας με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και με το χαρακτήρα της αποζημίωσης πελατείας, ως ιδιόρρυθμης αξίωσης για αμοιβή, για τη γέννηση της οποίας δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία (ΑΠ 523/2017, ΑΠ 592/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αποδείχθηκαν, κατά το μέρος που αφορά το σχετικό αναιρετικό λόγο, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1.11.1999, υπογράφηκε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εναγομένης, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία οινικών προϊόντων, και της ενάγουσας, εκπροσωπούμενης από τον Β.

Β., δυνάμει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε την προώθηση των προϊόντων της εναγομένης στις αγορές της Γερμανίας, Αυστρίας, Σουηδίας, Νορβηγίας και Φιλανδίας, για χρονικό διάστημα τριών ετών, από 1.1.200 έως τις 31.12.2002. Η αμοιβή της ενάγουσας ορίστηκε σε ποσοστό 5% επί των καθαρών πωλήσεων της εναγομένης στις παραπάνω χώρες, όπως αυτές θα αναγράφονταν στα τιμολόγια που θα εκδίδονταν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, αφαιρουμένων των εξόδων μεταφοράς και ασφαλίστρων.

Επιπλέον, η εναγομένη θα ήταν υποχρεωμένη να δαπανά ετησίως τουλάχιστον 5% επί των καθαρών πωλήσεών της, με σκοπό, την κάλυψη των δαπανών διαφημιστικής και προωθητικής υποστήριξης, γενικών δαπανών marketing κλπ. Οι πιστωτικοί κίνδυνοι, που αφορούσαν τους πελάτες, θα επιβάρυναν την εναγομένη, η οποία θα είχε παράλληλα την πλήρη ευθύνη για την εν γένει εμπορική πολιτική (τιμολόγηση προϊόντων, παροχή εκπτώσεων και πιστώσεων σε πελάτες κλπ), ενημερώνοντας σχετικά την ενάγουσα.

Η ανωτέρω σύμβαση λειτούργησε κανονικά κατά το χρονικό διάστημα των τριών ετών της διάρκειάς της, ήτοι από 1.1.2000 έως 31.12.2002, οπότε και έληξε. Πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή στη συγκεκριμένη περίπτωση των προϋποθέσεων που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991 καθώς δεν αποδείχθηκε ούτε η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο (ενάγουσα) κατά τη διάρκεια των τριών ετών που διήρκεσε η μεταξύ τους σύμβαση αλλά ούτε η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο (εναγομένη) μετά τη λύση της σύμβασης.

Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα - οικονομικού διευθυντή της εναγομένης, Ι. Δ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τον προσκομιζόμενο από την εναγομένη πίνακα, στον οποίο παρατίθενται αναλυτικά τα ονόματα των πελατών της εναγομένης στις χώρες (Γερμανία, Αυστρία, Σουηδία, Νορβηγία και Φιλανδία) όπου την προώθηση των προϊόντων της είχε αναλάβει δυνάμει του από 1.11.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού η ενάγουσα, οι πωλήσεις ανά πελάτη καθώς και ο συνολικός αριθμός των πελατών της για τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002, ο αριθμός των πελατών της εναγομένης στις ως άνω ευρωπαϊκές χώρες το έτος 1999 ανήρχετο σε 45, το έτος 2000 μειώθηκε σε 43, το έτος 2001 ανήλθε στους 47 και το έτος 2002 επανήλθε στους 45.

Εξάλλου, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κύκλος εργασιών (τζίρος) της ενάγουσας στις παραπάνω χώρες ανήρχετο το έτος 2000 σε 9332490 ευρώ (... κιβώτια), το έτος 2001 σε ... ευρώ (... κιβώτια) και το έτος 2002 σε ... ευρώ (... κιβώτια), γεγονός που δεν ενισχύει τον αγωγικό ισχυρισμό για σημαντική αύξηση των πωλήσεων της εναγομένης, καθόσον, όπως κατέθεσε ο μάρτυράς της, Ι.

Δ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου "...Για το μέγεθος της εταιρείας Κ., η οποία κάνει πάνω από 30 εκατομμύρια τζίρο, η μεταβολή των 200000 και 400000 ευρώ δεν είναι μεταβολή...". Σε κάθε δε περίπτωση αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών από την εναγομένη μετά τη λύση της σύμβασης, αφού ο κύκλος εργασιών της στις ίδιες χώρες το έτος 2006 μειώθηκε σε 4987238 ευρώ, το έτος 2007 σε 4012967 ευρώ, το έτος 2008 σε 3540125 ευρώ, το έτος 2009 σε 3691037 ευρώ και το έτος 2010 σε 4062196 ευρώ (βλ.

την προσκομιζόμενη αναλυτική κατάσταση των οικονομικών στοιχείων της εναγομένης για τα ως άνω έτη σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρά της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου)". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι, τα κονδύλια που αφορούν την αξίωση της αναιρεσείουσας για αποζημίωση πελατείας, καθώς και για καταβολή τόκων επί των παραχθέντων τόκων υπερημερίας, είναι αβάσιμα και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτά.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν ερμήνευσε, ούτε εφάρμοσε, εσφαλμένα, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του Π.Δ. 219/1991, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ασκούμενης αξίωσης αποζημίωσης πελατείας.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν επήλθε αύξηση του αριθμού των πελατών της εναγομένης, αφού ο αριθμός των πελατών, κατά τη λήξη της σύμβασης το έτος 2002, ήταν ίδιος με εκείνον του χρόνου κατάρτισης αυτής. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν πέτυχε σημαντική προώθηση των συμφερόντων της εναγομένης.

Για το σχηματισμό αυτής της κρίσης, συνέκρινε τα παρατιθέμενα στοιχεία για το τζίρο που επιτεύχθηκε,, κατά τα έτη λειτουργίας της σύμβασης, δοθέντος ότι, το κρίσιμο για τη συνδρομή της ασυνήθιστης προαγωγής των συμφερόντων του αντιπροσωπευομένου, κρίνεται από την αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με τους πελάτες αυτούς, κατά τη διάρκεια της σύμβασης και αξιολόγησε ότι η παρατηρούμενη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με αυτούς τους πελάτες δεν κρίνεται σημαντική.

Την κρίση του περί της μη σημαντικής προώθησης των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο δεν τη στήριξε στο τζίρο που πραγματοποιήθηκε κατά το τέταρτο έως και το όγδοο έτος μετά τη λήξη της σύμβασης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα με τις αιτιάσεις της στον δεύτερο και με στοιχείο 2 περ.

γ' λόγο αναίρεσης, και για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της δεν έπρεπε να λάβει υπόψη της το τζίρο που πραγματοποιήθηκε κατά τα τρία επόμενα της λήξης της σύμβασης έτη, αφού η προϋπόθεση αυτή συντρέχει, όταν η σημαντική προώθηση των συμφερόντων γίνεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Με βάση, δε, τούτο, δεν καθίσταται ανεπαρκής η αιτιολογία, εκ του ότι το Εφετείο δεν συνέκρινε το τζίρο που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, με εκείνον του έτους 1999, που πραγματοποίησε η προηγούμενη εμπορική αντιπρόσωπος, για την εκτίμηση της σημαντικής προαγωγής των συμφερόντων της αντιπροσωπευόμενης αναιρεσίβλητης.

Η προσβαλλόμενη δεν θεώρησε, παρά τα αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, κρίσιμο το τζίρο που πραγματοποιήθηκε σε όλες τις αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται η εναγομένη για την εκτίμηση της σημαντικής ή μη προώθησης των συμφερόντων της, αλλά, κατά τη ρητή αναφορά της, μόνον εκείνον που επιτεύχθηκε στις χώρες, στις οποίες προωθούσε τα προϊόντα η ενάγουσα, στις σχετικές, δε, συναλλαγές αναφέρονται και τα παρατιθέμενα στοιχεία.

Τη συγκεκριμένη αύξηση του τζίρου στις χώρες που αφορούσε η ένδικη σύμβαση, δεν θεωρούσε σημαντική και ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης, κατά την κατάθεσή του και δεν καθίσταται ασαφής η αιτιολογία ως προς το στοιχείο τούτο, επειδή ο μάρτυρας συγκρίνει το τζίρο που πραγματοποιεί η αναιρεσίβλητη στη συνολική δραστηριότητά της, με την αύξηση του τζίρου στις χώρες που αφορά η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση.

Ενόψει δε του ότι, για τη γέννηση της αξίωσης απαιτείται σωρευτικά να συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις και ότι δεν πλήττεται επιτυχώς η κρίση περί της μη συνδρομής της προϋπόθεσης της εισφοράς νέων πελατών και της μη προαγωγής σημαντικά των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης, παρίσταται αλυσιτελής ο λόγος, κατά το μέρος που αιτιάται ανεπάρκεια και ασάφεια της επάλληλης αιτιολογίας, ως προς την προϋπόθεση της διατήρησης των ωφελειών μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας.

Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη συνδρομής των προαναφερόμενων προϋποθέσεων της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας, η οποία πλήρως θεμελιώνεται στα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά.

Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αφορούν τη διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Με βάση τα ως άνω, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Α.Κ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ή την αντίκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου τους, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 416/1999, ΑΠ 796/1997, 164/1994).

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 2191/2007).

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002). Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και κατά το σκέλος του με στοιχείο δ', η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι την ενσωματωμένη στην αγωγή συγκεντρωτική κατάσταση και τις ενσωματωμένες στην αγωγή τριμηνιαίες αναλυτικές καταστάσεις της αναιρεσίβλητης, στις οποίες παρατίθενται ο πελάτης, το τιμολόγιο πώλησης και οι προμήθειες που εισέπραξαν η εταιρία "..." και η ενάγουσα για τα έτη 2000, 2001 και 2002, αλλά και τη συγκεντρωτική κατάσταση και αναλυτικές καταστάσεις του έτους 1999, από τις οποίες προκύπτει ο τζίρος των πωλήσεων, τις οποίες αν λάμβανε υπόψη θα αποδεικνύονταν η αναγκαία προϋπόθεση της σημαντικής προώθησης των πωλήσεων της αναιρεσίβλητης, για την αποδοχή της αποζημίωσης πελατείας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί με αφορμή άλλες δίκες μεταξύ των διαδίκων.

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά στοιχεία, όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει η αναιρεσείουσα στον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης.

Επομένως, ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Τέλος, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της το θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό, ότι ο τζίρος πωλήσεων της αναιρεσίβλητης κατά το προηγούμενο της έναρξης της συνεργασίας τους έτος, ήτοι το έτος 1999, ανήλθε, στις συμβατικές περιοχές, στο ποσό των 7684098 ευρώ και ο αριθμός των κιβωτίων σε ..., από τη σύγκριση δε αυτών των στοιχείων με εκείνα του έτους 2002 θα δεχόταν ότι υπήρξε σημαντική προώθηση των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το εφετείο, τα οποία είχαν προταθεί από την αναιρεσείουσα, δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση της αγωγής, αλλά επιχείρημα, το οποίο αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα δεν συνιστά πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 περ.

α' ΚΠολΔ. Παρεκτός, δε, τούτου, ο ισχυρισμός που αποδίδεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη, μολονότι είχε παραδεκτά προταθεί, δεν είναι νόμιμος. Τούτο διότι, κατά τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 3 περ. γ' ΚΠολΔ, προϋπόθεση για την αξίωση της αποζημίωσης πελατείας, αποτελεί η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της αντιπροσωπευόμενης αναιρεσίβλητης, κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης και όχι σε σύγκριση με τον προγενέστερο χρόνο λειτουργίας όμοιας σύμβασης και μάλιστα με άλλον αντιπρόσωπο.

Έτσι, αφού πρόκειται για μη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμό, δεν θεμελιώνει, η μη λήψη αυτού υπόψη, τον προταθέντα πρόσθετο λόγο της αναίρεσης. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 6-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 4057/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2015 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 4057/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ