Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling on secured creditor priority in Greek insolvency proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Thessaloniki regarding a secured creditor's priority. The appellants argued that the court erred in accepting unproven claims and improperly converted currency claims without proper notice, yet the court found these arguments lacked legal basis. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on erroneous interpretation of substantive law or failure to consider relevant facts is inadmissible if the contested facts were not independently proven or proposed as autonomous claims in the original proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 885 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 885/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2) υπό εκκαθάριση Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ".... Ο.Ε." που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφημία Παπαιωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4848/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 463/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/10/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 22/9/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 463/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δεχόμενο την από 16-6-2014 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας ερήμην τους 4848/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την εκκαλούμενη απόφαση, δικάζοντας επί της ουσίας την από 20-10-2010 (αριθμ. κατάθεσης 44153/2010) ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον των αναιρεσειόντων, δέχτηκε για τους τελευταίους την ανακοπή, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο με αυτή ....24/2010 πίνακα κατάταξης δανειστών της υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Κ. Κ., απέβαλε από τον ανακοπτόμενο πίνακα τους αναιρεσείοντες καθ'ων η ανακοπή, που είχαν καταταγεί για το ποσό των 22.688,17 ευρώ και στη θέση τους κατέταξε την ανακόπτουσα αναιρεσίβλητη Τράπεζα.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανακοπής, ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, ανακοπή, ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ανακοπή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής, ανακοπής ή ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1225/2008, ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή, ανακοπή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ανακοπής ή ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία τούτων
(ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004, ΑΠ 506/2010) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, ανακοπής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης., Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.Α.Π. 96/1985, Α.Π.862/2011, 1735/2008).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγής, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002, Α.Π. 1281/2011, ΑΠ 1580/2013).
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως και όχι από τον αντίδικό του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως έννομο συμφέρον (ΑΠ 119/2003).
Επιπλέον, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999 ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ λ π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 περ.β του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ.3 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία η παράβαση της διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, αν προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και του προνομίου της.
Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρο 974 Κ.Πολ.Δ) και την ανακοπή (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δ), ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής θα προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στο μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στο δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και τη βασιμότητα της απαίτησης.
Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών είναι και η ύπαρξη του προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, όταν μάλιστα αυτά δεν συμπίπτουν με εκείνα, στα οποία στηρίζεται η απαίτηση και να περιέχεται αίτημα για προνομιακή κατάταξη. Επομένως, το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σ'αυτό απαίτησης, μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφιστάμενου προνομίου της είναι τόσο ελλιπής, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισής τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 Κ.Πολ.Δ και να υφίσταται έτσι βλάβη.
Τούτο όμως προφανώς δεν συμβαίνει, όταν η υπάρχουσα εμπράγματη ασφάλεια για το χρέος δεν περιγράφεται μεν στο αναγγελτήριο, προκύπτει όμως από δημόσιο έγγραφο, που είναι ήδη κατατεθειμένο, έστω και από άλλο πρόσωπο, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και είναι προσιτό σε όλους, όπως είναι το οικείο πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα.
Έτσι, για την πληρότητα της αναγγελίας, δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση της απαίτησης και του προνομίου, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρ. 216 παρ. 1 και 585 ΚΠολΔ), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαίτησης, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσης του στη δίκη της ανακοπής, γιατί το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ.), αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Αντίστοιχα, ο τελευταίος δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρ. 974 ΚΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρ. 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα.
Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα που είναι κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτά σε όλους (ΑΠ 1580/2013, ΑΠ 1087/2013, ΑΠ 949/2011, ΑΠ 545/2006, ΑΠ 1636/2002).
Παράλληλα, διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933 και 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρ. 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής, που αποτελούν την ιστορική της βάση (ΑΠ 1491/2003).
Οι λόγοι αυτοί μπορεί να αφορούν (α) την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιο της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθ' ου, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση των απαιτούμενων για τη θεμελίωση της απαίτησής του περιστατικών με τις προτάσεις του ή με άλλα έγγραφα και μάλιστα με το περιεχόμενο της αναγγελίας και των εγγράφων που κατατίθενται μέσα στην ίδια με την επίδοση αυτής προθεσμία και αποδεικνύουν την απαίτηση, (β) είτε σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα, (γ) είτε σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταχθείσας απαίτησης του καθ' ου ή του προνομίου της οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1783/2001), αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθ' ου από τον ανακόπτοντα, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθ' ου βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του (ΑΠ 404/2003, 1666/2003, 1340/2004, 1501/2006).
Ωστόσο, ακόμη και όταν ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος ή του προνομίου της, υποχρεούται αυτός να προσδιορίσει με την ανακοπή του την απαίτησή του κατά το είδος, το ποσό και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, αφού η ύπαρξη της απαίτησής του είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του και κατ' επέκταση η ενεργητική νομιμοποίησή του για την άσκηση της ανακοπής (ΑΠ 1783/2001, ΑΠ 849/2009, 1949/2009, 1281/201 1, ΑΠ 658/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 291, 292 Α Κ., 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932 συνάγεται ότι, όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, το οποίο έχει αξία που μπορεί να προσδιορισθεί σε δραχμές, ο δανειστής, ενασκώντας με την αγωγή την αξίωσή του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε δραχμές του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της πληρωμής, χωρίς να έχει υποχρέωση να καθορίσει την ισοτιμία κατά το χρόνο αυτό. που του είναι άλλωστε άγνωστη, Μετά δε την αντικατάσταση της δραχμής, ως εθνικού νομίσματος, με το ευρώ, η οποία έλαβε χώρα την 1η Ιανουαρίου 2002, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2842/2000, οι ανωτέρω οφειλές εξοφλούνται σε ευρώ με την συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της εξοφλήσεως. (ΑΠ 678/2010).
Αντίστοιχα και το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αγωγής και την επιδίκαση της απαίτησης, δεν διατάσσει απόδειξη για την ισοτιμία, αλλά υποχρεώνει τον οφειλέτη να καταβάλει στο δανειστή το σε ευρώ ισάξιο του ξένου νομίσματος με βάση την τρέχουσα τιμή τούτου στον τόπο και κατά την ημέρα της πραγματικής πληρωμής, που γίνεται προς εξόφληση της οφειλής, είτε εκουσίως είτε κατόπιν αναγκαστικής εκτέλεσης του αφορώντος τη σε αλλοδαπό νόμισμα οφειλή εκτελεστού τίτλου, η δε με τον τρόπο αυτό προσδιοριζόμενη απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και εγκύρως χωρεί γι'αυτή αναγκαστική εκτέλεση, Έτσι, κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν η εκκαθαρισμένη απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή προέρχεται από οφειλή σε ξένο νόμισμα και πρέπει να πληρωθεί με το ισάξιο σε ευρώ του νομίσματος τούτου, δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται στο αναγγελτήριο το ισάξιο σε ευρώ ποσό της απαίτησης που διατυπώνεται σε ξένο νόμισμα, για την οποία γίνεται η εκτέλεση, αφού είναι άγνωστη η ισοτιμία που θα έχει το νόμισμα αυτό κατά το χρόνο της πληρωμής.
Ως τέτοιος θεωρείται η ημέρα κατά την οποία συντάσσεται ο πίνακας κατάταξης, που αποτελεί το έσχατο χρονικό σημείο, κατά το οποίο μπορεί να γίνει η καθ'υπολογισμό μετατροπή του ξένου νομίσματος της οφειλής σε ευρώ και σε περίπτωση αμφισβητήσεως της ισοτιμίας να γίνει ο προσδιορισμός (ΑΠ 1318/1997). Η τιμή του αλλοδαπού νομίσματος, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, ως απλό πραγματικό γεγονός, αφού δεν την ορίζει κανόνας δικαίου, εάν αμφισβητηθεί, ακόμη και κατά την εκτέλεση του σχετικού εκτελεστού τίτλου, αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ο δε επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, ο οποίος ασκεί στην ουσία οιονεί δικαστικά καθήκοντα, οφείλει κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης ή διανομής να αναζητήσει με οποιοδήποτε τρόπο το σχετικό δελτίο ισοτιμίας, της Τράπεζας της Ελλάδος, στην περίπτωση που η αναγγελία του δανειστή διατυπώνεται σε αλλοδαπό νόμισμα (ΑΠ 1349/1997).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1274, 1276, 1277, 1278 ΑΚ και 29 παρ. 2 Εισ.Ν.ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρουμένη με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης και ότι η πλήρωση της αίρεσης δεν εμποδίζεται από το ότι το ακίνητο στο οποίο έχει εγγραφεί η προσημείωση, περιήλθε στην κυριότητα άλλου.
Τούτο δε διότι μετά την εγγραφή της προσημείωσης, το προσημειούμενο ακίνητο δύναται να περιέλθει στην κυριότητα τούτου, χωρίς εκ τούτου να θίγεται η προσημείωση. Επιπλέον, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1265, 1268, 1291, 1292, 1297, 1295 ΑΚ, 977 παρ. 2, 993 παρ. 1 εδάφ. β και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαίωμα υποθήκης παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή, παράλληλα με την ενοχική αγωγή κατά του προσωπικού οφειλέτη του και εμπράγματη αγωγής, στην οποία υπόκειται και ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη, καθώς και κάθε τρίτος που απέκτησε κυριότητα μετά την εγγραφή της υποθήκης ή που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο.
Η εμπράγματη αυτή υποθηκική αγωγή, δηλαδή η αξίωση για αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του ενυπόθηκου ακινήτου, μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο από τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά και από τον προσημειούχο, αφού η προσημείωση υποθήκης δεν είναι τίποτε άλλο παρά υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση. Η δυνατότητα αυτή της έγερσης της ως άνω εμπράγματης αγωγής και από τον προσημειούχο, ο οποίος έχει τίτλο εκτελεστό για την αξίωση, υπέρ της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, παρέχεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 993 παρ. 1 εδάφ.
β' του ΚΠολΔ και 41 του ΕισΝομΚΠολΔ. Επομένως, ο προσημειούχος δανειστής μπορεί, κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων, να ασκήσει την εμπράγματη αγωγή και κατά του τρίτου κυρίου ή κατά εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το προσημειωμένο ακίνητο και ο οποίος έτσι ευθύνεται εμπράγματα, εφόσον βέβαια έχει, όπως προαναφέρθηκε, τίτλο εκτελεστό.
Ως εμπράγματη δε αγωγή δεν νοείται κάποιο εισαγωγικό δικόγραφο δίκης ενώπιον δικαστηρίου, αλλά η αναγκαστική εκτέλεση στο ενυπόθηκο κτήμα (ΑΠ 1093/2013).
Στην προκειμένη υπόθεση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά τα οικεία σκέλη τους, λόγους της υπό κρίση αίτησης οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης ανακοπής με την ενσωματωμένη από 26-7-2010 αναγγελία, οι οποίες ήταν αόριστες, καθόσον σε αυτές α) δεν εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την έννομη σχέση που συνέδεε την αναιρεσίβλητη ανακόπτουσα με τον καθού η εκτέλεση και ειδικότερα, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που να αφορούν τον καθ'ου η εκτέλεση Ν.
Τ. του Χ., ώστε η αναιρεσίβλητη να θεμελιώνει νόμιμη απαίτησή της σε βάρος του και συνακόλουθα, νόμιμο δικαίωμά της να αναγγείλει αυτή σε επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, αλλά η αναιρεσίβλητη, τόσο στη σχετική αναγγελία της, όσο και στην ένδικη ανακοπή της υποστηρίζει ότι συνδέεται με έννομη σχέση δανειακής σύμβασης στεγαστικού δανείου με το Χ. - Φ.
Τ. του Ν., ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, είναι ο οφειλέτης της, λόγω υπερημερίας του στην καταβολή των δόσεων του δανείου, που οδήγησε στην καταγγελία της σύμβασης από αυτή και εναντίον του έχει νόμιμη απαίτηση προς είσπραξη, ενώ αντίθετα δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφουν και θεμελιώνουν την έννομη σχέση που συνδέει αυτή με τον καθ'ου η εκτέλεση, τότε κύριο του εκπληστηριαζομένου ακινήτου Ν.
Τ. του Χ., ώστε να υφίσταται σε βάρος του νόμιμη απαίτησή της, την οποία να εισφέρει και να αναγγείλει στη σε βάρος του επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση της περιουσίας του, με συνέπεια η ένδικη ανακοπή, για το περιεχόμενο της οποίας η αναιρεσίβλητη ενσωμάτωσε την από 26-7-2010 αναγγελία της, όπου επίσης ουδόλως αναφέρεται ποια είναι η σχέση της αναγγελθείσας απαίτησής της (σε βάρος του Χ. - Φ.
Τ.) με τον καθ'ου η εκτέλεση Ν. Τ., να είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, μη δυνάμενη να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα, β) η αναιρεσίβλητη, περιγράφοντας την απαίτησή της σε αλλοδαπό νόμισμα, ανερχόμενη σε 92.871,91 ελβετικά φράγκα, δεν ανέφερε την ισοτιμία του ελβετικού νομίσματος με το ευρώ στο δικόγραφο της ανακοπής, αλλά ούτε στην ενσωματωμένη σε αυτή από 26-7-2010 αναγγελία της και επιπλέον δεν προσκόμισε έστω και μεταγενέστερα ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού το απαραίτητο δελτίο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή της Τράπεζας της Ελλάδος, από όπου θα προέκυπτε και θα αποδεικνυόταν η ισοτιμία αυτή, ώστε να είναι ορισμένη η απαίτησή της, αλλά ζήτησε για πρώτη φορά με την ένδικη ανακοπή της να καταταγεί η απαίτησή της προνομιακά στο προϊόν του πλειστηριασμού και ειδικότερα να καταταγεί για το ποσό των 56.163,77 ευρώ, το οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά στο δικόγραφο της ανακοπής και δεν αναφέρεται στην από 26-7-2010 αναγγελία της κατά την επισπευδόμενη εκτέλεση, ενώ η ανακοπή και η ενσωματωμένη σε αυτή από 26-7-2010 αναγγελία της αναιρεσίβλητης δεν ανέφερε την κατά το χρόνο άσκησης της αναγγελίας - επίδοσης στην υπάλληλο του πλειστηριασμού ισοτιμία του εθνικού νομίσματος - ευρώ προς το αλλοδαπό νόμισμα - ελβετικό φράγκο, ούτε προσκόμισε το επίσημο δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τις ως άνω ελλείψεις της αναγγελίας της η αναιρεσίβλητη δεν συμπλήρωσε με νέα αναγγελία.
Όπως προκύπτει, όμως, από την επιτρεπτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της ως άνω ανακοπής της αναιρεσίβλητης, στην οποία έχει ενσωματωθεί και η από 26-7-2010 αναγγελία της, στα αντίστοιχα δικόγραφά τους διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία που θεμελιώνουν την νομίμως αναγγελθείσα απαίτησή της, (ως προσημειούχου δανείστριας), κατά το είδος, το ποσό, τα παραγωγικά αυτής πραγματικά περιστατικά, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της, σε βάρος τόσο του προσωπικού οφειλέτης της Χ. - Φ.
Τ. του Ν., όσο και του καθ'ου η εκτέλεση Ν. Τ. του Χ., ευθυνόμενου του τελευταίου ως κυρίου του προσημειωθέντος, προς εξασφάλιση της αναγγελθείσας ανταίτησής της, ακινήτου, που εκπλειστηριάστηκε με επίσπευση των αναιρεσειόντων δανειστών του. Τούτο δε διότι, κατά τους περιεχόμενους στην ένδικη ανακοπή ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, η αναγγελθείσα απαίτησή της σε βάρος του οφειλέτη αυτής Χ. - Φ.
Τ. του Ν. ήταν εμπραγμάτως ασφαλισμένη με πρώτης σειράς προσημείωση υποθήκης υπερ της Τράπεζάς της, δυνάμει της 20270/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγγραφείσα την 3-10-2003 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο .....5 και αριθμό φύλλο ..., για ποσό 82.800 € ως κεφάλαιο τοκοφόρο, επί του περιγραφόμενου εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, το οποίο, κατά το χρόνο της αναγγελίας της, είχε ήδη περιέλθει στην κυριότητα του καθ' ου η εκτέλεση Ν.
Τ. του Χ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου ....460/2007 συμβολαίου της εταιρίας συμβολαιογράφων …"...", προσκομίζοντας παράλληλα, με επίκληση στην αναγγελία της, προς απόδειξη του επικαλούμενου προνομίου της αναγγελθείσας απαίτησής της, το με αριθ. πρωτ. ...5/1-2/4-10-2003 πιστοποιητικό εγγραφής προσημείωσης του Υποθηκοφυλακείου ....., ενώ δεν ήταν αναγκαίο, για το ορισμένο της ως άνω αναγγελίας και ανακοπής της αναιρεσίβλητης, να αναφέρεται στα αντίστοιχα δικόγραφά τους η ισοτιμία του ελβετικού νομίσματος με το ευρώ κατά το χρόνο άσκησης της αναγγελίας, αλλά ούτε το αίτημα της τελευταίας απαιτείται προς τούτο να διατυπώνεται σε ευρώ, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Επομένω, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης κατά τα οικεία σκέλη τους, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι ως άνω ισχυρισμοί είχαν προταθεί και στο Δικαστήριο της ουσίας, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: "Με επίσπευση του πρώτου και της δεύτερης των καθών η ανακοπή και με βάση την υπ'αριθμό .....73/2008 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α.
Τ. κατασχέθηκε αναγκαστικά ακίνητη περιουσία του οφειλέτη Ν. Τ. για την ικανοποίηση απαίτησης που απέρρεε από την υπ'αριθμό ....93/2008 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα κατασχέθηκε μία οριζόντια ιδιοκτησία -γραφείο που βρίσκεται στον 6° όροφο πολυόροφης οικοδομής κειμένης στη .....
επί της οδού ... οικοδομής, μικτού εμβαδού 82,80 τμ. Κατά τον πλειστηριασμό που επακολούθησε και διενεργήθηκε στις 21-7-2010 ενώπιον της συμβολαιογράφου Κ. Κ. το ακίνητο κατακυρώθηκε στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε ανήλθε σε 92.400 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκαν:
α) το Ελληνικό Δημόσιο διά του προϊσταμένου της ΔΟΥ ... για το ποσό των 3055,04 ευρώ, β) το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων διά του διευθυντού του υποκαταστήματος ΙΚΑ- Ταμείο εισπράξεως εσόδων … για το ποσό των 9093,76, γ) οι επισπεύδοντες δανειστές για το ποσό των 22.688,17 ευρώ, δ) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ" για το συνολικό ποσό των 7799,14 ευρώ και ε) η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία η οποία στην αναγγελία της ανέφερε ότι η απαίτησή της απέρρεε από την υπ'αριθμό ...18/2007 τροποποιητική πράξη σύμβασης στεγαστικού δανείου, με βάση την οποία χορήγησε στον Χ. -Φ. Τ. στεγαστικό δάνειο ποσού 102.145,42 ελβετικών φράγκων, την οποία (σύμβαση) κατήγγειλε στις 23-7-2010 με χρεωστικό υπόλοιπο 92.871, 91 ελβετικά φράγκα και ζητούσε να καταταγεί προνομιακά για το ποσό των 92871,91 ελβετικών φράγκων στο ισάξιό τους σε ευρώ, με την επίσημη ισοτιμία ελβετικού φράγκου (CHF) - ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής, καθόσον η απαίτησή της ήταν εξοπλισμένη με προσημείωση υποθήκης πρώτης σειράς...
το αίτημα της ανακόπτουσας στην ως άνω αναγγελία να ικανοποιηθεί προνομιακά για το ποσό των 92.871,91 ελβετικών φράγκων ήταν νόμιμο και η αναγγελία ήταν ορισμένη, διότι...
το κρίσιμο χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορεί να γίνει η καθ'υπολογισμό μετατροπή του ξένου νομίσματος της οφειλής σε ευρώ αποτελεί η ημέρα κατά την οποία συντάσσεται ο πίνακας κατάταξης ή διανομής.
Συνεπώς κατά το χρόνο που η ανακόπτουσα προέβη στην αναγγελία της απαίτησής της (30-7-2010), προερχόμενη από τη δανειακή σύμβαση το ύψος της οποίας συμφωνήθηκε σε ελβετικά φράγκα, δεν είχε υποχρέωση να καθορίσει την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ, η οποία (ισοτιμία) λαμβάνεται υπόψη από την υπάλληλο του πλειστηριασμού με βάση το επίσημο δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την ημέρα που συντάσσεται ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης ή διανομής, ο οποίος στην προκείμενη περίπτωση συντάχθηκε στις 24-9-2010.
Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναγγελία της ανακόπτουσας ήταν ορισμένη και επομένως η υπάλληλος του πλειστηριασμού ορθά έλαβε αυτήν υπόψη της κατά τη σύνταξη του προσβαλλόμενου πίνακα, Η αναφορά σε ένα μόνο σημείο της αναγγελίας ότι αναγγέλλεται για το ποσό των 23.917,98 ευρώ έγινε προφανώς από παραδρομή, αφού από το όλο περιεχόμενο αυτής και το αιτητικό της αναφέρεται το ορθό ύψος του αιτούμενου ποσού και προκύπτει με σαφήνεια ότι η αναγγελλόμενη απαίτηση για την οποία ζητούσε η ανακόπτουσα να καταταγεί προνομιακά ως προσημειούχος δανείστρια ανήρχετο στο ισάξιο σε ευρώ ποσό των 92.871,91 ελβετικών φράγκων.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός των καθών η ανακοπή -εκκαλούντων ότι η αναγγελία ήταν αόριστη, διότι το αίτημα αποτυπωνόταν σε αλλοδαπό και όχι στο εθνικό νόμισμα και δεν ανέφερε κατά το χρόνο της αναγγελίας την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος (ευρώ ) προς το ελβετικό φράγκο,.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα η ισοτιμία ήταν 1,3163 φράγκο ελβετίας (CHF) προς 1 ευρώ (βλ. το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο δελτίο συναλλαγματικών ισοτιμιών αναφοράς της ΕΚΤ με ημερομηνία 24-9-2010).
Συνεπώς η απαίτηση της ανακόπτουσας ανήρχετο σε 70.555,27 ευρώ (92.871,91:1,3163) και ήταν εξασφαλισμένη με πρώτης σειράς προσημείωση υποθήκης με βάση την υπ'αριθμό 26270/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και εγγράφηκε στις 3-10- 2003 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ..... (τόμος ....15, αριθ.
Φύλλου ....). Η προσημείωση υποθήκης εγγράφηκε στο εκπλειστηριαθέν ακίνητο, κύριος του οποίου ήταν ο πρωτοφειλέτης Χ. Τ. κατά το χρόνο που καταρτίσθηκε η δανειακή σύμβαση, ο οποίος μεταβίβασε αυτό το έτος 2007 στον καθού η εκτέλεση Ν. Τ.. Η υπάλληλος του πλειστηριασμού, ενώ το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, εσφαλμένα συνέταξε τον προσβαλλόμενο με αριθμό 3624/24-9-2010 πίνακα διανομής κατ'άρθρο 971 Κ.Πολ.Δ, αντί να συντάξει πίνακα κατάταξης (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει).
Στον προσβαλλόμενο πίνακα, αφού προαφαίρεσε τα έξοδα εκτέλεσης συνολικού ποσού 24.087,43 ευρώ, κατέταξε: α) το ελληνικό δημόσιο διά του προϊσταμένου της ΔΟΥ ... για το ποσό των 3055,04 ευρώ, β) το ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων διά του διευθυντού του υποκαταστήματος ΙΚΑ- Ταμείο εισπράξεως εσόδων .... για το ποσό των 9093,76 ευρώ, γ) τους επισπεύδοντες δανειστές εις ολόκληρον για το ποσό των 22.688,17 ευρώ, δ) την ανακόπτουσα για το συνολικό ποσό των 23.917,98 ευρώ, ε) την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ" για το συνολικό ποσό των 7915,06 ευρώ, στ) στον οφειλέτη Ν. Τ. επέστρεψε υπόλοιπο 1642,56 ευρώ. Εσφαλμένα όμως κατετάγησαν στον προσβαλλόμενο πίνακα οι πρώτος και δεύτερη των καθών η ανακοπή για τα ποσά που παραπάνω αναφέρονται, ενώ θα έπρεπε να είχε καταταγεί πριν από αυτούς ως προσημειούχος δανείστρια η ανακόπτουσα για απαίτηση ύψους 56.163,77 ευρώ , αντί του μικρότερου ποσού των 23917,98 ευρώ για το οποίο κατετάγη και το οποίο από παραδρομή ανέφερε στην αναγγελία της, όπως παραπάνω αναφέρεται .
Το ως άνω ποσό των 56.163,77 ευρώ αποτελεί μέρος της αναγγελθείσας απαίτησής της και προκύπτει μετά την αφαίρεση από εκπλειστηρίασμα των εξόδων εκτέλεσης και των απαιτήσεων για τις οποίες έπρεπε να προηγηθούν στην κατάταξη το Ελληνικό Δημόσιο και το ΙΚΑ (68312,57 -3055,04 -9093,76=56.163,77), σύμφωνα με το άρθρο 977 παρ.1 Κ.Πολ.Δ,, Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ'ουσίαν βάσιμη η κρινόμενη ανακοπή αναφορικά με τους πρώτο και δεύτερη των καθών-εκκαλούντων, να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας, να αποβληθούν από αυτόν οι προαναφερόμενοι και στη θέση τους να καταταγεί η ανακόπτουσα -εφεσίβλητη για το ποσό των 22.688,17 ευρώ".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, και δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 106, 951, 971 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά ούτε εκείνες του άρθρ. 972 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αναγγελία της αναιρεσίβλητης, με βάση το ανωτέρω περιεχόμενό της, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε από τα έγγραφα που είχαν κατατεθεί στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και προσκομίστηκαν νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι πλήρης κατά την έννοια της εφαρμοσθείσας ως άνω διάταξης (972 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, ο τρίτος, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε σε αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, αναφορικά με την αποβολή των αναιρεσειόντων από τον ανακοπτόμενο πίνακα, όπου είχαν καταταγεί για το ποσό των 22.688,17 Ευρώ και την κατάταξη στη θέση τους της ανακόπτουσας αναιρεσίβλητης, ως προσημειούχου δανείστριας, για αντίστοιχο μέρος της νομίμως αναγγελθείσας απαίτησής της, αφού, κατά τα ανωτέρω, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, η συγκεκριμένη απαίτηση της αναιρεσίβλητης ήταν εξασφαλισμένη με πρώτης σειράς προσημείωση υποθήκης, εγγραφείσα στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στις 3-10-2003 επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, κυριότητας τότε (ήτοι κατά το χρόνο κατάρτισης της δανειακής σύμβασης και εγγραφής της προσημείωσης), του πρωτοφειλέτη Χ.
Τ., ο οποίος στη συνέχεια, το έτος 2007, μεταβίβασε τούτο κατά κυριότητα στον καθ' ου η εκτέλεση Ν. Τ. και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας η προσημείωση αυτή δεν θίγεται από τη μεταβίβαση της κυριότητας του προσημειούμενου ακινήτου σε τρίτο, υποκείμενο έκτοτε στην εμπράγματη αγωγή, δηλαδή στην αξίωση της προσημειούχου δανείστριας για αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του προσημειωθέντος ακινήτου του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις από το άρ6ρο 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος, Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, κατά το οικείο σκέλος του και τον τέταρτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη αντίστοιχα στο ότι α) δέχτηκε ως αποδεδειγμένο πραγματικό ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη ότι "η προσημείωση υποθήκης εγγράφηκε στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο, κύριος του οποίου ήταν ο πρωτοφειλέτης Χ. Τ., κατά το χρόνο που καταρτίστηκε η δανειακή σύμβαση, ο οποίος μεταβίβασε αυτό το έτος 2007 στον καθ' ου η εκτέλεση Ν. Τ. ..." αν και αυτός δεν είχε προταθεί από την αναιρεσίβλητη στην ανακοπή της ή στην ενσωματωμένη σε αυτή αναγγελία της, β) έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα, ενώ η αναιρεσίβλητη ζητούσε στην ανακοπή της, στην οποία ενσωμάτωσε ως αυτοτελές κείμενο την αναγγελία της, να καταταγεί η απαίτησή της ποσού 92.871,91 ελβετικών φράγκων με την ισοτιμία που θα είχαν κατά το χρόνο πληρωμή τους, άρα την ημέρα που θα καθίστατο απρόσβλητος ο πίνακας κατάταξης ή διανομής, εντούτοις μετέτρεψε την ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης σε ευρώ με την ισοτιμία που είχαν κατά το χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, καθόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη της παρούσας, τα ανωτέρω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς, πραγματικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς της αναγγελθείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.4055/201 2, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ 311/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης. που κατέθεσε προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/10/2015 αίτηση των 1) Π. Π. και 2)της εδρεύουσας στη .... υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... .Ο.Ε." για αναίρεση της υπ'αριθμ. 463/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ