Supreme Court dismisses appeals on labor remuneration where prior appellate decision remains binding on facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two opposing appeals against a second-instance judgment regarding labor remuneration. The appellant argued that the lower court erred in refusing to award fees for Saturday work and overtime based on specific employment assumptions. The court rejected this, ruling that these factual assumptions were already established in a prior, partially binding appellate decision and thus could not be re-evaluated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 573 of the Code of Civil Procedure; The court cannot re-examine facts already determined in a prior binding appellate decision, rendering an appeal based on such re-evaluation inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 885 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 885/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α) Των αναιρεσειουσών: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπούζα, που κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις. Β) Του αναιρεσείοντος: Μ. Τ. του Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3)Π. Γ. του Χ. και 4)Γ. Γ. του Χ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων - καθολικών διαδόχων της Α. χήρας Χ. Γ., οι όποιοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπούζα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2008 αγωγή του Μ. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2965/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3546/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1245/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 5095/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι Α αναιρεσείουσες με την από 22/6/2016 αίτησή τους και ο Β αναιρεσείων με την από 13/7/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 22.6.2016 και με αριθ. κατ. 519/2016 αίτησης αναίρεσης των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με διακριτικό τίτλο "..." η πρώτη και "..." με διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" η δεύτερη, κατά του Μ. Τ. και β) της από 13.7.2016 και με αριθ. κατ. 644/2016 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του Μ.
Τ. κατά των ανωτέρω ανωνύμων εταιρειών και των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας στις 14.2.2016 αρχικής διαδίκου Α. Γ. κατά της αυτής υπ’ αριθμό 5095/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε της διαφοράς ως δικαστήριο της παραπομπής κατ’ άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμό 1245/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την υπ’ αριθμό 3546/2013 προηγουμένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Α. Επί της από 22.6.2016 και με αριθ. κατάθ. 519/2016 αίτησης αναίρεσης Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι’ αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), το τελευταίο έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν, τις προσκομισθείσες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες προσδιόρισε κατ’ αριθμό και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια (βλ σελ. 20 - 21 της προσβαλλομένης απόφασης), προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική κρίση του ότι μεταξύ των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων ανωνύμων εταιρειών και των ετερρορύθμων εταιρειών με τις επωνυμίες αντιστοίχως "...
ΕΕ", μη διαδίκων στην ανοιγείσα με την αγωγή δίκη, των οποίων (ετερορρύθμων εταιρειών) ομόρρυθμος εταίρος ήταν η αρχική διάδικος Α. Γ., είχε συσταθεί κοινοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις δημοσιότητας του Εμπορικού Νόμου, με σκοπό την εκτέλεση από κοινού τεχνικών έργων που είχαν αναλάβει στην Αττική για λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ (όπως κατασκευή και τοποθέτηση αγωγών ύδρευσης, τοποθέτηση μετρητών κατανάλωσης, αποκατάσταση βλαβών δικτύου κλπ), η οποία ενεργούσε εν τοις πράγμασι ως ομόρρυθμη εταιρεία, και η οποία δια του κοινού εργοταξιάρχη - προσωπάρχη για λογαριασμό των μελών αυτής προσέλαβε στις 1.2.1999 τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο - αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως τεχνίτη - οικοδόμο με την ειδικότητα του υδραυλικού.
Επομένως ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δέχθηκε τη σύσταση και λειτουργία της κατά ανωτέρω κοινοπραξίας και ειδικά το στοιχείο της συνδρομής κοινού σκοπού χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι αιτιολογεί ανεπαρκώς το πόρισμα αυτής περί συνδρομής κοινού σκοπού των εταιρειών - μελών της πιο πάνω κοινοπραξίας, συνισταμένου κατά την προσβαλλομένη απόφαση στην από κοινού εκτέλεση έργων για λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ και ειδικότερα δεν αναφέρει από πού αποδεικνύεται η ύπαρξη σχετικής συμφωνίας των εταιρειών - μελών της κοινοπραξίας για την από κοινού εκτέλεση έργων της ΕΥΔΑΠ στην Αττική, ενόψει μάλιστα της δραστηριοποίησης των πιο πάνω εταιρειών σε όλη την ελληνική επικράτεια.
Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, σκοπός της σύστασης της κοινοπραξίας από τις πιο πάνω εταιρείες, συμφερόντων της οικογένειας Γ., που διατηρούσαν κοινή έδρα στο ... Αττικής, κοινά γραφεία και κοινό λογιστήριο, κοινό εργοτάξιο στη περιοχή Ρέντη, κοινό εργατοτεχνικό προσωπικό και κοινά τεχνικά μέσα (οχήματα και μηχανήματα) και τα ίδια πρόσωπα ως εργοταξιάρχη και προσωπάρχη και ως εργοδηγό αντίστοιχα, τα οποία προς τα έξω ενεργούσαν για λογαριασμό όλων των μελών της κοινοπραξίας, ήταν η από κοινού εκτέλεση τεχνικών έργων που είχαν αναλάβει για λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ στην Αττική.
Επομένως με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθεται στη προσβαλλομένη απόφαση το στοιχείο της συνδρομής κοινού (εταιρικού) σκοπού των εταιρειών - μελών της κοινοπραξίας, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά περαιτέρω στοιχείων για τη πληρότητα της αιτιολογίας. Περαιτέρω ο έκτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των αριθμών 1 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την 1.2.1999 από την πιο πάνω κοινοπραξία, ενώ στη πραγματικότητα δεν υπήρξε κοινοπραξία και κατά συνέπεια η ανωτέρω πρόσληψη δεν μπορούσε να γίνει από αυτήν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των από 20.5.1996 (πρ. κατάθ. ....6.1996), 23.4.1999 (πρ. κατάθ....4.1999), 23.4.2003 (πρ. κατάθ. ....4.2003) και 6.6.2006 (πρ. κατάθ. ....6.2006) συλλογικών συμβάσεων εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών ειδικοτήτων όλης της χώρας, κατά τον υπολογισμό του επιδόματος τριετιών του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, κρίνοντας εσφαλμένα ότι αυτός δικαιούτο από 1.1.2003 επιδόματος 30% για έξι τριετίες και από 1.1.2006 επιδόματος 35% για επτά τριετίες, εφόσον με βάση τις διατάξεις αυτές για τη λήψη κάθε τριετίας ο τεχνίτης - οικοδόμος, εκτός από τη πραγματοποίηση του καθοριζομένου με τις εν λόγω διατάξεις ελαχίστου αριθμού ημερομισθίων ανά τριετία, πρέπει επίσης να συμπληρώσει το αντίστοιχο χρονικό διάστημα της τριετίας και κατά συνέπεια ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ασκούσε το επάγγελμα του τεχνίτη οικοδόμου υδραυλικού από το έτος 1991, συμπλήρωσε την πρώτη τριετία την 31.12.1993 και δικαιούτο έκτοτε προσαύξησης μίας τριετίας από 5%, την δεύτερη τριετία την 31.12.1996 και δικαιούτο έκτοτε προσαύξησης δύο τριετιών από 10%, την τρίτη τριετία την 31.12.1999 και δικαιούτο έκτοτε προσαύξησης τριών τριετιών από 15%, την τέταρτη τριετία την 31.12.2002 και δικαιούτο έκτοτε προσαύξησης τεσσάρων τριετιών από 20% και την πέμπτη τριετία την 31.12.2005 και δικαιούτο έκτοτε προσαύξησης πέντε τριετιών από 25% μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εξαρτημένης εργασίας αυτού στις 12.9.2008.
Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι με αυτόν οι αναιρεσείουσες περιορίζονται στο να αναφέρουν τον κατ’ αυτές ορθό υπολογισμό του επιδόματος τριετιών του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης και το σφάλμα υπολογισμού της προσβαλλομένης απόφασης, χωρίς όμως να διαλάβουν στο αναιρετήριο τις ουσιαστικές παραδοχές αυτής, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση σχετικά με τις επιδικασθείσες σε αυτόν διαφορές αποδοχών μεταξύ των νομίμων αποδοχών αυτού κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας των οικοδόμων όλης της χώρας και των καταβληθεισών σε αυτόν μικροτέρων αποδοχών των επί μέρους χρονικών διαστημάτων καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης (φύλλο 16 επόμ.
αυτής), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 941/2009).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010). Ειδικότερα από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ.2, 115 παρ.1 και 2, 223, 294, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας με την απόφασή του δεν μπορεί να χωρήσει στην επιδίκαση, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα, τοιαύτη δε έλλειψη αιτήματος υπάρχει και όταν έγινε μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1 εδ.
α του Κ.Πολ.Δ., έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, ενώ αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της άσκησής της. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 295 παρ. 1 εδ. β του Κ.Πολ.Δ. και στην περίπτωση του περιορισμού του αγωγικού αιτήματος με τις προτάσεις, αφού ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής.
Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή περιορισμός αυτού με τις προτάσεις, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 368/3016, ΑΠ 941/2009, ΑΠ 1348/2006). Στη προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (...
παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 7.11.2008 και με αριθ. κατάθεσης .../2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων, επικαλούμενος την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες - αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, μέλη συσταθείσας κοινοπραξίας που λειτουργούσε ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρεία με άλλα μέλη της τις αναγραφόμενες στην αγωγή ετερόρρυθμες εταιρείες (μη διαδίκους), των οποίων (ετερορρύθμων εταιρειών) ομόρρυθμο μέλος ήταν η τρίτη εναγομένη Α.
Γ., και παροχή εργασίας αυτού ως τεχνίτη οικοδόμου υδραυλικού, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες και η αρχική διάδικος Α. Γ. να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο το συνολικό ποσό των 380.680 ευρώ και ειδικότερα α) 19.812 ευρώ για διαφορές μεταξύ των νομίμων αποδοχών αυτού, βάσει των διατάξεων των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας των οικοδόμων εργατοτεχνιτών όλης της χώρας, και των καταβαλλομένων σε αυτόν αποδοχών για τη χρονική περίοδο από 1.1.2003 έως 12.9.2008, β) 4.042 ευρώ για διαφορές πρόσθετης εργασίας μεταξύ του συμβατικού ωραρίου των ως άνω συλλογικών συμβάσεων εργασίας από 38,75 ώρες εβδομαδιαίως και μέχρι τις 40 ώρες εβδομαδιαίως, με βάση το απλό ωρομίσθιο για την ίδια χρονική περίοδο, γ) 6.551 ευρώ για αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωρίας για την χρονική περίοδο από 1.1.2003 έως 30.9.2005, δ) 12.164 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας για τη χρονική περίοδο από 1.10.2005 έως 3.10.2008, ε) 261.466 ευρώ για αμοιβή παράνομης υπερωριακής εργασίας τεσσάρων ωρών ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή και παράνομης υπερωριακής εργασίας τεσσάρων ωρών ημερησίως κατά τις ημέρες των Σαββάτων, για τη χρονική περίοδο από 1.1.2003 έως 3.10.2008, στ) 28.947 ευρώ για αμοιβή της εργασίας των οκτώ ωρών απασχόλησής του κατά τη διάρκεια των Σαββάτων για τη χρονική περίοδο από την πρόσληψή του στις 1.2.1999 έως 3.10.2008, ζ) 35.700 ευρώ ως αποζημίωση (αστική ποινή) αυτού επί των αποδοχών αδείας των ετών 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 για την μη χορήγηση αυτής κατά τα αντίστοιχα έτη, παρά το γεγονός ότι τη ζητούσε από τους εργοδότες του και η) 4.219 ευρώ για απασχόλησή του κατά τη διάρκεια εξαιρετέων αργιών για την οποία δεν του παρασχέθηκε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης για τις ημέρες αυτές για τη χρονική περίοδο από 1.1.2003 έως 3.10.2008.
Την καταβολή των ανωτέρω ποσών ζητούσε με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που οι επί μέρους διαφορές, όπως αυτές διαλαμβάνονταν ειδικότερα στην αγωγή, κατέστησαν απαιτητές και μέχρι την εξόφληση, με εξαίρεση την αποζημίωση για τη μη ληφθείσα άδεια των πιο πάνω ετών και για την απασχόλησή του κατά τη διάρκεια εξαιρετέων αργιών για τις οποίες ζητείτο η καταβολή τόκων από το τέλος κάθε έτους εντός του οποίου έπρεπε να χορηγηθεί η άδεια και εντός του οποίου ενέπιπταν οι ημέρες αυτές.
Επίσης με την ίδια αγωγή ζητούσε επικουρικά, για τη περίπτωση που απόρριψης του κυρίου αιτήματος της αγωγής περί αναγνώρισης ως άκυρης της από 12.9.2008 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού, λόγω καταβολής μικρότερης της νομίμου αποζημίωσης και της συνακόλουθης επιδίκασης σε αυτόν του ποσού των 104.625 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας της περιόδου από 13.9.2008 έως 13.10.2009 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), να υποχρεωθούν οι εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες και η αρχική διάδικος Α.
Γ. να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο το συνολικό ποσό των 7.779 ευρώ ως διαφορά μεταξύ της οφειλομένης και της καταβληθείσας αποζημίωσης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας και μέχρι την εξόφληση. Κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση και με τις κατατεθείσες στο ακροατήριο από 14 Οκτωβρίου 2009 προτάσεις αυτού ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων περιόρισε το πιο πάνω καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής στο ποσό των 12.000 ευρώ συνολικά και όρισε ειδικότερα ότι από το ποσό των 12.000 ευρώ, μεταξύ άλλων, ζητεί αναφορικά με το υπό στοιχείο (α) κονδύλιο την καταψήφιση 3.300 ευρώ από το κεφάλαιο των διαφορών μεταξύ νομίμων αποδοχών βάσει των διατάξεων των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας των οικοδόμων εργατοτεχνιτών όλης της χώρας και καταβαλλομένων σε αυτόν αποδοχών επιμεριζόμενο αναλογικά στο οφειλόμενο ποσό για κάθε διάστημα εργασίας του, ενώ για το πέραν αυτού ζήτησε την αναγνώρισή του, με τον νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, που το οφειλόμενο ποσό ήταν απαιτητό.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που επιλήφθηκε της έφεσης του ενάγοντος ως δικαστήριο της παραπομπής κατ’ άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμό 1245/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την υπ’ αριθμό 3546/2013 προηγουμένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εξέδωσε την προσβαλλομένη με αριθμό 5095/2015 οριστική του απόφαση.
Με αυτήν το εν λόγω δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων στο πλαίσιο της εργασίας του προς την πιο πάνω κοινοπραξία ως υδραυλικός δεν απασχολήθηκε πέραν των 7 ωρών και 45 λεπτών ημερησίως και των 38,75 ωρών εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως Παρασκευή και ότι αυτός δεν απασχολήθηκε κατά τα Σάββατα καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, ούτε κατά τη διάρκεια εξαιρετέων εορτών, ούτε ζήτησε την παροχή της ετήσιας αδείας του και κατά συνέπεια οι αξιώσεις αυτού για αμοιβή πρόσθετης εργασίας (πέραν των 38,75 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τις 40 ώρες εβδομαδιαίως), ιδιόρρυθμης υπερωρίας, υπερεργασίας, παράνομης υπερωριακής εργασίας τις καθημερινές και τα Σάββατα τα, εργασίας κατά τη διάρκεια των Σαββάτων, εργασίας κατά τη διάρκεια εξαιρετέων ημερών για τις οποίες δεν έλαβε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και αποζημίωσης για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια ανάπαυσης είναι αβάσιμες κατ’ ουσία, στη συνέχεια δέχθηκε ότι αυτός κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 12.9.2008 έλαβε χαμηλότερες αποδοχές από εκείνες που δικαιούτο βάσει των διατάξεων των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας των οικοδόμων και συναφών ειδικοτήτων όλης της χώρας για τις ημέρες που κατά την περιεχομένη στην αγωγή ομολογία του απασχολήθηκε πράγματι στην ανωτέρω κοινοπραξία και αναγνώρισε για την αιτία αυτή συνολική οφειλή ύψους 19.810,98 ευρώ.
Επίσης το εν λόγω δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου ήταν έγκυρη και κατά συνέπεια απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αναγνώρισης της ακυρότητας αυτής και αναγνώρισης οφειλής καταβολής αποδοχών υπερημερίας (μετά το γενόμενο περιορισμό του σχετικού αιτήματος σε αναγνωριστικό), στη συνέχεια δε, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής, αναγνώρισε προς αυτόν οφειλή ύψους 1.021,55 ευρώ ως διαφορά στην αποζημίωση καταγγελίας αυτού.
Ακολούθως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, όρισε ότι από την συνολική οφειλή των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων ανωνύμων εταιρειών και της Α.
Γ. προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο - αναιρεσείοντα, ενεχομένων εις ολόκληρο, αφενός μεν πρέπει αυτές να υποχρεωθούν να καταβάλουν, εις ολόκληρο, το συνολικό ποσό των 3.300 ευρώ από το κονδύλιο των διαφορών αποδοχών με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους ποσό προκύπτουσας μερικότερης μηνιαίας μισθολογικής αξίωσης από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής της, που είναι η επομένη του τέλους κάθε μήνα κατά τον οποίο αυτή κατέστη απαιτητή, αφετέρου δε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτών να καταβάλουν εις ολόκληρο το (υπόλοιπο) ποσό των 16.510,98 ευρώ από το κονδύλιο των διαφορών αποδοχών και το ποσό της διαφοράς στην αποζημίωση καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης (από προφανή παραδρομή η διαφορά αυτή ορίζεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης σε 1.648,05 ευρώ αντί της προκύπτουσας στο σκεπτικό διαφοράς από 1021,55 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για κάθε ποσό προκύπτουσας μερικότερης μηνιαίας μισθολογικής αξίωσης από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής της, που είναι η επομένη του τέλους κάθε μήνα κατά τον οποίο αυτή κατέστη απαιτητή, πλην του τελευταίου κονδυλίου, οφειλομένου εντόκως από την επομένη της καταγγελίας, ήτοι από 13.9.2008.
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, μετά τον πιο πάνω περιορισμό των επί μέρους κονδυλίων της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, προέβη δε στον επιμερισμό του επιδικασθέντος καταψηφιστικά ποσού των 3.300 ευρώ για διαφορές αποδοχών αναλογικά για κάθε διάστημα εργασίας, αφού επιδίκασε τόκους για κάθε επί μέρους ποσό προκύπτουσας μερικότερης μηνιαίας μισθολογικής αξίωσης από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής της, που είναι η επομένη του τέλους κάθε μήνα κατά τον οποίο αυτή κατέστη απαιτητή, ενόψει του ότι οι προκύψασες διαφορές υπολογίσθηκαν από τη προσβαλλομένη απόφαση με βάση τη διαφορά του ημερομισθίου στα επίδικα χρονικά διαστήματα επί τον αντίστοιχο κατά τα διαστήματα αυτά αριθμό των ημερών απασχόλησης του ενάγοντος, τον αριθμό των οποίων η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει ανά μήνα στις σελίδες 32 επόμ (φύλλο 16 επόμ) αυτής.
Δεν ήταν δε αναγκαίο να προβεί αυτή σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του ύψους των ανά μήνα προκυπτουσών διαφορών, ο οποίος είναι αντικείμενο της επιταγής προς πληρωμή που ειδικότερα για το καταψηφιστικό αίτημα αντιστοιχεί σε ποσοστό 16,657% (3.300 Χ 100 : 19.810,98 = 16,657 %) επί των επί μέρους μηνιαίων προκυψασών διαφορών του κονδυλίου των διαφορών στις αποδοχές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Με τον πέμπτο από τους αριθμούς 8 και 14 το άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι απέρριψε σιγή τον περί (ποσοτικής) αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό αυτών, που είχαν προτείνει με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από 14.10.2009 προτάσεις των, συνισταμένου στο ότι ο ενάγων με την αγωγή του διαλαμβάνει ότι κατά το χρόνο πρόσληψής του είχε ήδη συμπληρώσει 2.260 ημερομίσθια με συνέπεια να δικαιούται προσαύξησης των αποδοχών του για τέσσερις τριετίες, χωρίς να αναφέρει το χρονικό σημείο της συμπλήρωσης των απαιτουμένων 600 ημερομισθίων για κάθε μία από τις τριετίες αυτές για να κριθεί από πότε δικαιούται της σχετικής προσαύξησης με τη συμπλήρωση των απαιτουμένων ημερομισθίων κάθε τριετίας, ενώ επίσης η επικαλούμενη στην αγωγή συμπλήρωση στις 1.1.2001 της πέμπτης τριετίας με πάνω από 2.700 ημέρες εργασίας, στις 1.1.2003 της έκτης τριετίας με πάνω από 3.200 ημέρες εργασίας και στις 1.1.2006 της έβδομης τριετίας με πάνω από 3.700 ημέρες εργασίας δεν αποδεικνύεται ούτε και από τις αναγραφόμενες στις σελίδες 6 - 9 της αγωγής του ημέρες απασχόλησης αυτού.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι είναι αδιάφορο το χρονικό σημείο που ο ενάγων συμπλήρωσε τον αριθμό των 600 ημερομισθίων για κάθε μία από τις πρώτες τρεις τριετίες, αφού δεν γεννάται ζήτημα διαφορών αποδοχών για το πριν τη πρόσληψή του χρονικό διάστημα στις 1.2.1999, οπότε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή είχε ήδη συμπληρώσει τον απαιτούμενο ελάχιστο αριθμό ημερών εργασίας (600 + 600 + 600 + 450 = 2.250) για τέσσερις τριετίες, αφού είχε ήδη πραγματοποιήσει 2.260 ημέρες εργασίας.
Κατά το δεύτερο αυτού σκέλος ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης και κατά συνέπεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (... παρ.1 του ΚΠολΔ). Β. Επί της από 13.7.2016 και με αριθ. κατάθ. 643/2016 αίτησης αναίρεσης Με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ` αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης ως προς τα πληγέντα κεφάλαια και τα αρρήκτως συνδεόμενα με αυτά που συναναιρούνται και ειδικότερα, στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια και στην περίπτωση της εν όλω αναίρεσης - η οποία συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της- κατά το σύνολο αυτής, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ.
Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ` αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ.2 και 3, 579 παρ.1 ΚΠολΔικ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και τα αρρήκτως με αυτό συνδεόμενα κεφάλαια και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν μέρος επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Το τελευταίο δεσμεύεται κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις από ότι η αναιρεθείσα, χωρίς να δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 682/2014, ΑΠ 15/2014, ΑΠ 1614/2008, ΑΠ 1606/2007).
Εξ άλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.4 και 581 παρ.2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.
Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 956/2011, ΑΠ 201/2011, ΑΠ 194/2004). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη παράβαση νόμου, δηλαδή τη ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς τη ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Εξ άλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί (ΟλΑΠ 7/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την 1945/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ’ αριθμό 3546/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατά παραδοχή ως κατ’ ουσία βάσιμης της έφεσης του ενάγοντος, είχε εξαφανίσει την εκκαλουμένη απορριπτική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και είχε αναγνωρίσει από τις πιο πάνω αιτίες συνολική οφειλή των εναγομένων, ενεχομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρο έναντι του ενάγοντος, ύψους 122.345,93 ευρώ, από το οποίο είχε επιδικάσει 11.300 ευρώ καταψηφιστικά και το υπόλοιπο 111.045,93 ευρώ αναγνωριστικά, κατά παραδοχή των επί μέρους κεφαλαίων της αγωγής, άλλοτε στο σύνολό τους, άλλοτε κατά ένα μέρος, με εξαίρεση τα κεφάλαια καταβολής αποζημίωσης λόγω μη παροχής της ετήσιας αδείας στον ενάγοντα, παρότι αυτός την είχε ζητήσει, και καταβολής αμοιβής για την εργασία του τις εξαιρετέες ημέρες, χωρίς να του χορηγηθεί ημέρα ανάπαυσης, τα οποία απέρριψε ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν.
Με την ίδια απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή κατά το κεφάλαιο αναγνώρισης της ακυρότητας της από 12.9.2008 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα της οφειλής αποδοχών υπερημερίας και επιδικάσθηκε μέρος της αιτουμένης διαφοράς στην αποζημίωση καταγγελίας, κατά μερική παραδοχή της περί τούτου επικουρικής βάσης της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες και η τρίτη των εναγομένων Α. Γ. άσκησαν ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου την από 24.9.2013 και με αριθμό …2013 αίτηση αναίρεσης, με την οποία και για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους αναίρεσης ζήτησαν την αναίρεση της εν λόγω 3546/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη στο σύνολό της, της από 7.11.2008 και με αριθ.
κατάθ. .../2008 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου. Επί της αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η με αριθμό 1245/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω με αριθμό 3546/2013 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφορώντος τη μη λήψη υπόψη της περιεχομένης στην αγωγή δικαστικής ομολογίας του ενάγοντος ως προς τον (μικρότερο) αριθμό των ημερών που απασχολήθηκε κατά τα ένδικα διαστήματα και "κατά τον υπολογισμό των οφειλομένων προσθέτων αμοιβών για επί πλέον της νομίμου εβδομαδιαία εργασία, για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωρία και εργασία και υπερωρία κατά την ημέρα του Σαββάτου, (όπου) το Εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη του ότι ο ενάγων συνομολογούσε στην αγωγή και τις επ’ αυτής προτάσεις του ότι σε κάθε μήνα του ένδικου χρονικού διαστήματος είχε εργασθεί συγκεκριμένες και πάντως λιγότερες από 22 ημέρες υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.
Αντιθέτως προέβη στους σχετικούς υπολογισμούς σαν ο αναιρεσίβλητος να εργαζόταν όλες τις εργάσιμες ημέρες και τα Σάββατα. Εξ αυτού προκύπτει ότι κατά την έρευνα των εν λόγω κεφαλαίων δεν έλαβε υπόψη την περί πραγματικών ημερών απασχόλησης ομολογία του αναιρεσίβλητου, την οποία επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείουσες και η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει, αν όχι στην απόρριψη, τουλάχιστον στη παραδοχή της αγωγής σε μικρότερη έκταση" (βλ.
σελ 7-8 της 1245/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου). Από δε το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης του Αρείου Πάγου, με το οποίο ορίζεται ότι "
Αναιρεί την 3546/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή" σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση της πιο πάνω απόφασης υπήρξε ολική.
Επισημαίνεται δε ότι η μη λήψη υπόψη της περιεχομένης στην αγωγή δικαστικής ομολογίας του ενάγοντος ως προς τον (μικρότερο) αριθμό των ημερών που απασχολήθηκε πλήττει αναγκαίως όλα τα κεφάλαια επί των οποίων έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση επιδικάζοντας τις σχετικές διαφορές, ανεξαρτήτως της περιόδου στην οποία αυτά αναφέρονται.
Ειδικά δε η δικαστική ομολογία του ενάγοντος ότι αυτός εργαζόταν λιγότερες ημέρες την εβδομάδα από Δευτέρα ως Παρασκευή κατά τις επίδικες χρονικές περιόδους πλήττει εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό αυτού ότι αυτός εργαζόταν όλα τα Σάββατα καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, αφού ο τελευταίος βρίσκεται σε αντίφαση με την πιο πάνω δικαστική ομολογία, εκτός εάν από το αποδεικτικό υλικό ήθελε προκύψει κατά τη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις κατέστη αναγκαία η απασχόληση αυτού καθ’ όλα τα Σάββατα ή για ορισμένο αριθμό αυτών.
Εξ άλλου ο αριθμός των ωρών απασχόλησης του ενάγοντος σε δέκα ώρες ημερησίως ή ο αριθμός των ημερών των Σαββάτων (τέσσερα Σάββατα ανά μήνα), που κατά τις παραδοχές της υπ’ αριθμό 3546/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών απασχολήθηκε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν αποτελεί δεδικασμένο από την αναιρεθείσα εν λόγω απόφαση για το δικαστήριο της παραπομπής, αφού οι παραδοχές αυτές αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα και κατά συνέπεια το επιλαμβανόμενο μετά την αναίρεση των σχετικών κεφαλαίων δικαστήριο της παραπομπής μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις από ότι η αναιρεθείσα απόφαση, χωρίς να δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη.
Επομένως ο από τους αριθμούς 16 και 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αμοιβής για την απασχόλησή του για τέσσερα Σάββατα κάθε μήνα και καταβολής υπερωριών, λόγω της δεκάωρης εργασίας του κατά τις ημέρες που ομολόγησε με την αγωγή του ότι απασχολήθηκε, αφού κατά τα κεφάλαια αυτά δεν αναιρέθηκε η υπ’ αριθμό 3546/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την υπ’ αριθμό 1245/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία υπήρξε μερική και κατά συνέπεια δεν μεταβιβάσθηκαν τα σχετικά κεφάλαια προς νέα κρίση στο δικαστήριο της παραπομπής, με αποτέλεσμα ως προς τις παραδοχές αυτές η αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο όφειλε επομένως να επιδικάσει αμοιβή για την υπερωριακή απασχόληση αυτού τις ημέρες που απασχολήθηκε και για παροχή εργασίας όλα τα Σάββατα με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ενόψει των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί στο σύνολό της η από 22.6.2016 και με αριθ. κατάθ. 519/2016 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί οι αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας των (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ) και β) να απορριφθεί στο σύνολό της η από 13.7.2016 και με αριθ.
κατάθ. …2016 αντίθετη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 22.6.2016 και με αριθ. κατάθ. …2016 και από 13.7.2016 και με αριθ. κατάθ. …2016 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 26.6.2013 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 5095/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Απορρίπτει την από 13.7.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 5095/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών..
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ