Legislator Case Law & Legislation
885/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest and procedural defects regarding absent parties.

Case Number 885/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by M. M. and A. M. against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence and committed procedural errors, while the respondents contended the appeal lacked merit. The court ruled the appeal inadmissible because the errors cited only affected other parties, and the appeal against the fourth respondent was invalid due to the respondent's absence and lack of proper representation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96(1), 104, 576(1), 559(11), 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged errors do not concern the appellant or if the appellant lacks legal interest in the outcome of the appeal.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of legal interest procedural defect absence of party code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(1), 96(1), 104, 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 885 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 885/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. M. M. του Z. (Μ. Μ. του Ζ.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε, μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Χριστιανόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις 2. A. M. του M. (Α. Μ. του Μ.), κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ομόρρυθμης Τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "DAGM-Δ.Α.-Γ.Μ. ΟΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Δ. Α. του Ν., 3. Γ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι, άπαντες παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Νικολάου Σιάμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4. Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Πεπόνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-11-2006 και 26-7-2007 αγωγές των αναιρεσειόντων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις732/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3185/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-2-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 9-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, στην περίπτωση που η επίσπευση της συζητήσεως είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο προς τούτο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς τον δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, με περαιτέρω συνέπεια να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 19-2-2014 αίτηση των 1) M. M. του Z. και 2) A. M. του M. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3185/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστάσιου Χριστιανόπουλου, ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 4849 Α', 4850 Α', 4851 Α' και 4852 Α'/30-9-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως φέρονται ότι επέσπευσαν και οι δύο αναιρεσείοντες, διά του πληρεξουσίου αυτών δικηγόρου Νικόλαου Σταμολέκα, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του οποίου επιδόθηκε από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσιβλήτους 1) "DAGM - Δ.

Α. - Γ. Μ. Ο.Ε.", 2) Δ. Α., 3) Γ. Μ. και 4) Μ. Κ. ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς αυτούς για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, κατά την ορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως. Δεν αποδεικνύεται, όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ότι ο εν λόγω δικηγόρος Νικόλαος Σταμολέκας ήταν νόμιμα, κατά τους οριζόμενους στο άρθρο 96 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.2 του Ν. 3994/2011, τρόπους, διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος και της απολειπόμενης αναιρεσείουσας A.

M., που και για λογαριασμό της επέσπευσε τη συζήτηση της αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η παραπάνω απολειπόμενη αναιρεσείουσα επέσπευσε νόμιμα τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτή κλητεύθηκε από τον νομίμως παριστάμενο ομόδικό της ή από κάποιον από τους επίσης νομίμως παριστάμενους αναιρεσιβλήτους, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς την απολειπόμενη αναιρεσείουσα A.

M. και να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτησή της ως προς τον παριστάμενο αναιρεσείοντα M. M., σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε στη παράγραφο 3 το άνω άρθρου 576 του ΚΠολΔ με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ενόψει του ότι μεταξύ των αναιρεσειόντων υφίσταται απλή ομοδικία. Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2, 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ.1, 3 του Ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24 - 7/25-8-1920 β.δ., συνάγεται ότι, αν ο θανατωθείς από ατύχημα, που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, υπαγόταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση των καθολικών διαδόχων του.

Οι τελευταίοι έχουν κατά του εργοδότη αξίωση για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων υπ' αυτού προσώπων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 922 του ΑΚ. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές και οδηγίες και να τον ελέγχει ή να τον επιβλέπει κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανέθεσε.

Εξάλλου, από τα άρθρα 681, 688 έως 691 και 698 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, κατ' αρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, τότε ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη, οπότε αυτός ευθύνεται για τη ζημία που έγινε σε τρίτον από τον εργολάβο ή από τα πρόσωπα που χρησιμοποιεί τούτος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1396/1983 "περί μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει, πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου, και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, που του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο κύριος του έργου δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου ή υπεργολάβου, αν με εντολή του ολόκληρο το έργο ή τμήματα αυτού ανατέθηκαν, με σύμβαση μισθώσεως έργου, σε εργολάβο και δεν επεφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου.

Επομένως, προκειμένου περί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, στρεφομένης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, καθώς και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει, για τη θεμελίωσή της, να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο.

Στην περίπτωση, που τα ως άνω στηρίζοντα την αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν εκτίθενται και η αγωγή αν και αόριστη κρίθηκε ορισμένη, τότε θεμελιώνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του οικείου αυτών A.

M., υιού του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) στην από 15-11-2006 ένδικη αγωγή και εγγονού της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) στην από 26-7-2007 ένδικη αγωγή, ο οποίος (θάνατος) προκλήθηκε, την 1-4-2004, από εργατικό ατύχημα. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο θάνατος του A. M., που επήλθε από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του, οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του τέταρτου εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), εργοδότη του θανόντος, ο οποίος τον είχε προσλάβει για να εργασθεί στην εκτέλεση των υδραυλικών εγκαταστάσεων, που είχε αναλάβει αυτός (τέταρτος εναγόμενος), δυνάμει συμβάσεως έργου, την οποία συνήψε με την πρώτη εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) κατασκευαστική εταιρεία, της οποίας οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) είναι ομόρρυθμοι εταίροι, ως εργολήπτρια νεοανεγειρόμενης οικοδομής στη … .

Ως προς αυτούς, δηλαδή την πρώτη εναγόμενη κυρία και κατασκευάστρια του έργου και τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, ομορρύθμους εταίρους αυτής, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε τις ένδικες αγωγές ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτές ότι οι παραπάνω εναγόμενοι είχαν επιφυλάξει στον εαυτό τους το δικαίωμα της διεύθυνσης και της επίβλεψης της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών και εντολών στον εργολάβο, τέταρτο εναγόμενο, που είχε αναλάβει την εκτέλεση των υδραυλικών εγκαταστάσεων της οικοδομής, ενώ - όπως γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο - διευκρίνιση ή συμπλήρωση των ένδικων αγωγών ως προς την επικαλούμενη πρόστηση δεν περιέχεται στις προτάσεις των εναγόντων (αναιρεσειόντων) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των ένδικων αγωγών, στην οποία παραδεκτά προβαίνει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) δεν επικαλούνται πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν σχέση προστήσεως μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης τεχνικής εταιρείας, κυρίας του έργου, της οποίας οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων είναι ομόρρυθμοι εταίροι, και του τέταρτου αναιρεσιβλήτου, εργολάβου, στον οποίο αυτοί ανέθεσαν, με σύμβαση έργου, την εκτέλεση των υδραυλικών εγκαταστάσεων, ώστε ο τελευταίος να θεωρείται ως προστηθείς υπ' αυτών και εκείνοι, ως προστήσαντες, υπόχρεοι από το νόμο και την εργολαβική σύμβαση.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τις ένδικες αγωγές ως αόριστες ως προς τους παραπάνω εναγομένους - αναιρεσιβλήτους (πρώτη, δεύτερο και τρίτο), κατά παραδοχή και της σχετικής περί αοριστίας ενστάσεως που παραδεκτά είχαν προτείνει αυτοί, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτες τις αγωγές αυτές λόγω αοριστίας ως προς τους ανωτέρω εναγομένους, ούτε δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στις αγωγές, και έτσι δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 8 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα οικεία μέρη τους (από τους αριθμ. 14 και 8 του άρθρο 559 ΚΠ του ΚΠολΔ), που αφορούν μόνο τους πρώτη, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, καθώς και ο τέταρτος, κατά το μέρος που επιχειρούν να θεμελιώσουν πλημμέλεια της εφετειακής αποφάσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον με το λόγο αυτόν αναιρέσεως (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ελέγχεται η νομική βασιμότητα της αγωγής με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας περί του περιεχομένου της, στην προκείμενη περίπτωση, όμως, οι ένδικες αγωγές απορρίφθηκαν (ορθά) με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους (πρώτη, δεύτερο και τρίτο).

Ενόψει δε του ότι οι ένδικες αγωγές απορρίφθηκαν ως αόριστες, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά τους ίδιους αναιρεσιβλήτους, με το οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής.

Ο από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση, συνεπεία ανύπαρκτης ή αντιφατικής ή ανεπαρκούς αιτιολογίας στερείται νόμιμης βάσεως και εντεύθεν καθίσταται ανέφικτος ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα δικαίου.

Εκ τούτου έπεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή αντιφάσεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, οι οποίες αφορούν τους πρώτη, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφόσον, ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς, οι ένδικες αγωγές απορρίφθηκαν ως αόριστες και έτσι το Εφετείο δεν έκρινε επί της ουσίας και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη, όπως στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, που απέρριψε τις ένδικες αγωγές ως προς του πρώτη, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους ως αόριστες.

Γι' αυτό και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .../2003 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού του συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέου Μπρουλιδάκη, που καταρτίσθηκε μεταξύ του οικοπεδούχου της εν λόγω οικοδομής Σ.

Φ. και των πρώτης, δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ως προς του αναιρεσιβλήτους αυτούς, τους οποίους και μόνο αφορούν. Συναφώς πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως και κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ μέρος τους, εφόσον η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, που αφορά τους ίδιους αναιρεσιβλήτους, δεν αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, αλλά αποδεικτικού μέσου.

Κατά τα προεκετθέντα, καμία από τις αποδιδόμενες με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στη προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, από τους προαναφερόμενους λόγους αναιρέσεως, δεν αφορά τον τέταρτο αναιρεσίβλητο Μ. Κ., ως προς τον οποίο οι ένδικες αγωγές των αναιρεσειόντων έγιναν δεκτές (εν μέρει) πρωτοδίκως (με την υπ' αριθμ. 732/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στον πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό των 100.000 ευρώ και στην δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των 15.000 ευρώ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, με απόρριψη της εφέσεως του τέταρτου αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής. Επομένως, μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά του τέταρτου αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί, ως προς αυτόν, ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττώμενος πρώτος αναιρεσείων M.

M. στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-2-2014 αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3185/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα A. M. του M..

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα M. M. του Z.. Και

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ