Legislator Case Law & Legislation
885/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of grounds for retrial.

Case Number 885/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding a loan contract and financial transfers, but the court found these arguments insufficient to overturn the decision. The court ruled that the lower court's assessment of evidence was not arbitrary and that the appeal lacked legal grounds for a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court's evaluation of evidence is not arbitrary and the appeal does not demonstrate a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
retrial appeal evaluation of evidence substantive law violation final judgment code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 806 of the Civil Code
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 885 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 885/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καρακώστα.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Μαρτίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5020/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3777/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 800/4-10-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 3777/8-7-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 6473Γ/11-4-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Κωνσταντίνου Καρακώστα, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 800/4-10-2011 αίτηση για αναίρεση της 3777/8-7-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 5-11-2012, με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (5-11-2012), κατά την οποία αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (15-4-2013), με παράλληλη εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου, ισχύουσας στην περίπτωση αυτή της εγγραφής ως κλήτευση αυτών κατά την εν λόγω μετ' αναβολή δικάσιμο (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ4). Κατά την εν λόγω όμως δικάσιμο (15-4-2013), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη 800/4-10-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3777/8-7-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 54179/3233/21-4-2004 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, απορρέουσα από την φερομένη ως συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 5020/2008 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 4003/23-4-2009 έφεση του ενάγοντος, η 3777/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "ο εναγόμενος τέλεσε γάμο με την θυγατέρα του ενάγοντος Χ.-Μ. Ν., μετά από μακροχρόνια σχέση, στις 30-12-1995 και ήδη από τον Ιούλιο του έτους 2002 τελούν σε διάσταση. Κατά τη διάρκεια της μνηστείας τους και ολίγους μήνες πριν την τέλεση του γάμου τους και εν όψει της τελέσεως αυτού αποφάσισαν, με τη υπόσχεση και του ενάγοντος ότι θα ενισχύσει και αυτός οικονομικά την κόρη του, η οποία ήταν υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας και αυτός συνταξιούχος της ίδιας τράπεζας, την ανέγερση οικίας, που θα χρησιμοποιείτο ως οικογενειακή τους στέγη, επί τμήματος οικοπέδου του εναγομένου, επί της οδού ...

αριθ. 9, στα ..., το οποίο του είχε παραχωρήσει ατύπως ο πατέρας του Σ. Κ. και για την οποία είχε εκδοθεί, με την από 11-7-1995 αίτηση του τελευταίου, η με αριθ. .../10-10-1995 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Σπάτων Αττικής. Για τον σκοπό αυτό, ο ενάγων προέβη, στην ανωτέρω τράπεζα, στο άνοιγμα του με αριθ. ... κοινού λογαριασμού της ανωτέρω θυγατέρας του και του εναγομένου μνηστήρα της και μέλλοντος γαμβρού του, στον οποίο κατέθεσε την 27-4-1995 το ποσό των 500.000 δραχμών και την 4-9-1995 το ποσό των 10.000.000 δραχμών Επίσης, και στον με αριθ. ...

τηρούμενο στην ίδια τράπεζα κοινό επίσης λογαριασμό τους, οι οποίοι ήσαν πλέον σύζυγοι, ο ενάγων κατέθεσε την 11-6-1998 το ποσό των 3.000.000 δραχμών, την 2-9-1998 το ποσό των 3.000.000 δραχμών και την ίδια ημερομηνία 2-9-1998 το ποσό των 1.200.000 δραχμών, την 11-9-1998 το ποσό των 1.100.000 δραχμών, την 25-11-1998 το ποσό των 1.200.000 δραχμών, την 8-12-1998 το ποσό των 1.000.000 δραχμών και την 11-3-1999 το ποσό των 1.000.000 δραχμών.

Ήτοι ο ενάγων κατέθεσε συνολικά και στους δύο ως άνω λογαριασμούς, το ποσό των 22.000.000 (=500.000+ 10.000.000+ 3.000.000+ 3.000.000+ 1.200.000+ 1.100.000+ +1.200.000+ 1.000.000+ 1.000.000) δραχμών. Η κατασκευή της ανωτέρω οικοδομής ολοκληρώθηκε το έτος 1999, οπότε εγκαταστάθηκαν σε αυτή και αποτέλεσε οικογενειακή στέγη του εναγομένου και της άνω συζύγου και των τέκνων τους μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2002, που διακόπηκε η συμβίωση αυτών και ο εναγόμενος αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη η οποία παραχωρήθηκε δικαστικώς στην σύζυγο του εναγομένου και τα δύο ανήλικα τέκνα τους.

Η εξετασθείσα ως μάρτυρας κατά πρόταση του ενάγοντος Χ.-Μ. Ν. θυγατέρα του τελευταίου και σύζυγος του εναγομένου, στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι εκ των ανωτέρω ποσών που κατέθεσε ο ενάγων στους ανωτέρω κοινούς με τον εναγόμενο λογαριασμούς, συνολικού ποσού 22.000.000 δραχμών, ποσό 10.400.000 δραχμών αποτελεί μέρος του δανείου των 50.000.000 δραχμών του ενάγοντος προς τον εναγόμενο και 39.500.000, κατεβλήθησαν σε μετρητά συνεπώς η οικονομική ενίσχυση του πατέρα της προς αυτή σύμφωνα με την άνω κατάθεση της, σε συνδυασμό με τα ποσά που έχουν κατατεθεί στους ανωτέρω λογαριασμούς ανερχόταν στο ποσό των 11.600.000 (22.000.000-10.400.000) δραχμών.

Η κατάθεση της όμως αυτή έρχεται σε αντίθεση με την από 10-1-2006 (αριθ. καταθ. δικ. 669/2006) αγωγή της που άσκησε εναντίον του εναγομένου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 526.300 ευρώ, για τη συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του, κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Στην αγωγή αυτή ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της Λ.

Ν. χάρισε τμηματικά σ' αυτήν κατά το έτος 1995 το ποσό των 10.500.000 δραχμών, κατά το έτος 1998 το ποσό των 10.000.000 δραχμών και κατά το έτος 1999 το ποσό των 4.500.000 δραχμών ήτοι συνολικά της δώρισε 25.000.000 δραχμές, τα οποία αυτή διέθεσε για την ανέγερση της ανωτέρω συζυγικής τους οικίας και περαιτέρω ότι όλα τα έξοδα της ανέγερσης της άνω οικοδομής, που ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 184.125 ευρώ, ανέλαβε η ίδια με τα χρήματα που της χάρισε ο πατέρας της, τον μισθό της από την εργασία της στην Εθνική τράπεζα, με δάνεια που έλαβε από την ίδια τράπεζα και με το ποσό της προικοδότησης της από την παραπάνω τράπεζα, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε ο πατέρας της.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο παραπάνω αγωγικός ισχυρισμός της Χ.-Μ. Ν. ότι αυτή διέθεσε το ποσό της προικοδότησης της στην ανέγερση της πιό πάνω οικίας έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι ανάλογο μέρος των χρημάτων που ισχυρίζεται ότι δάνεισε τον εναγόμενο αποτελούσε και το ποσό της άνω προικοδότησης της όπως και των υπολοίπων τριών παιδιών του.

Επίσης, η ανωτέρω ένορκη κατάθεση της έρχεται σε αντίθεση και με την εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο, από 25-9-1999 υπεύθυνη δήλωση της, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής της, την 2-10-1999 από τον αρχιφύλακα του Α.Τ Αιγάλεω Γ. Α., στην οποία δηλώνει μεταξύ άλλων ότι έλαβε ως προίκα από τον πατέρα της (ενάγοντα) ένα οικόπεδο στη Λούτσα εμβαδού 461 τ.μ καθώς και το ποσό των 25.000.000 δραχμών, για την ανέγερση της οικοδομής στα Σπάτα σε οικόπεδο του συζύγου της (εναγομένου), χωρίς να προσδιορίζει επί μέρους καταβολές και πότε κατεβλήθησαν, καθώς και ότι ο ενάγων δάνεισε τον εναγόμενο 50.000.000 δραχμές και τα χρήματα αυτά τα έδωσε σταδιακά από 27-4-1995 έως 3 1-7-1999 εκτός από το ποσό των 22.000.000 δραχμών, το οποίο κατόπιν δικής της εντολής και με σύμφωνη γνώμη του συζύγου της κατέθεσε ο πατέρας της (ενάγων) σε κοινό λογαριασμό που κατέχει η ίδια και ο σύζυγος της (εναγόμενος) στην Εθνική Τράπεζα, χωρίς πάλι να προσδιορίζει τις ειδικότερες καταβολές και χρόνους.

Επίσης, όσον αφορά επικαλούμενο δανεισμό του ενάγοντος με μετρητά η ανωτέρω μάρτυρας δεν προσδιόρισε τις επιμέρους καταβολές και ημερομηνίες, παρά μόνον τα ποσά που επικαλείται ετησίως ο ενάγων και συγκεκριμένα το έτος 1995 δρχ. 14.200.000, το 1996 δρχ. 7.300.000, το 1997 δρχ. 15.500.000, το 1998 δρχ. 10.500.000 και το έτος 1999 δρχ. 2.500.00.

Ενόψει αυτών, η ανωτέρω ένορκη κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρα δεν είναι αντικειμενική και ως εκ τούτου δεν κρίνεται πειστική. Περαιτέρω δεν κρίνονται πειστικές ούτε οι μαρτυρίες των Ά. Σ., Α. Κ. και Ε. Ν. που περιέχονται στις με αριθ. 7732, 7733 και 7734 της 26-4-2006 ένορκες βεβαιώσεις αυτών ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών.

Ειδικότερα, ενώ ο Ε. Ν. (γυιός του ενάγοντος), κατέθεσε ότι το μεν ποσό των 10.000.000 περίπου κατατέθηκε από τον πατέρα του στον κοινό λογαριασμό του εναγομένου και της συζύγου του (αδελφής του, η οποία σημειωτέον κατέθεσε ότι το ποσό αυτό ήταν 10.400.000 δρχ) ενώ το ποσό των 40.000.000 κατέβαλε ο ενάγων στον εναγόμενο σε μετρητά, παρουσία του ίδιου και της μάρτυρα αδελφής του Χ.-Μ.

Ν., η τελευταία κατέθεσε ότι σε όλες τις καταβολές ήταν παρόντες η ίδια ή ο αδελφός της ή κάποια μέλη της οικογένειας, καθώς και κάποιοι άλλοι μάρτυρες που παρευρέθησαν τυχαία. Επίσης ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ως προς την Ά. Σ. και Α. Κ. ότι παρευρίσκονταν κάποιες φορές, κατά τις καταβολές σε μετρητά πλην όμως καταθέτει "ενδεικτικά" ότι η μεν Ά.

Σ. ήταν παρούσα όταν ο πατέρας του (ενάγων) έδωσε στον εναγόμενο στο σπίτι τους στο ... 6.300.000 δραχμές και τις τελευταίες 1.500.000 δραχμές, η δε Α. Κ. ότι ήταν παρούσα όταν ο πατέρας του έδωσε στον εναγόμενο 6.000.000 δραχμές, όπως κατέθεσε και η τελευταία, χωρίς όμως αυτός να προσδιορίζει τον συγκεκριμένο χρόνο καταβολής των ποσών τούτων αλλά ούτε και άλλες καταβολές προσδιορίζει χρονικά και ποσοτικά.

Ομοίως, ενώ και η Χ.-Μ. Ν. δεν προσδιορίζει συγκεκριμένες καταβολές χρονικά και ποσοτικά παρά μόνο κατέθεσε πόσα κατέβαλε ο πατέρας της στον σύζυγο της συνολικά, κατ' έτος, η Ά. Σ., η οποία δηλώνει διεύθυνση κατοικίας στην οδό ... αριθ. 10 στους ... καταθέτει με λεπτομέρεια συγκεκριμένες ημερομηνίες και ποσά όπως και ότι αυτή, η οποία όπως κατέθεσε εργαζόταν ως διευθυντικό στέλεχος στη βιομηχανία Π., βρισκόταν καθημερινά είτε στο ...

που είναι η κατοικία του ενάγοντος είτε στα ... όπου από τις 30-12-1995 κατοικούσε η μάρτυρας Χ.-Μ. Ν., προκειμένου να δικαιολογήσει την παρουσία της στις καταβολές που κατέθεσε ότι ήταν παρούσα, χωρίς όμως να επιβεβαιώνονται όλες οι ημερομηνίες και τα ποσά που κατέθεσε ότι ήταν παρούσα πλην των ανωτέρω δύο που κατέθεσε ο Ε.

Ν., ούτε από τον τελευταίο ούτε από την αδελφή του Χ.-Μ. Ν., οι οποίοι ενώ κατέθεσαν ότι ήταν παρόντες σε όλες τις καταβολές εντούτοις δεν κατέθεσαν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες και τα συγκεκριμένα ποσά που κατεβλήθησαν. Περαιτέρω, οι ανωτέρω ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος που περιέχονται στα πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της Χ.-Μ.

Ν. και στις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων των Ά. Σ., Α. Κ. και Ε. Ν. δεν επιβεβαιώνονται ούτε από τα εντάλματα πληρωμής που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων προς απόδειξη των ισχυρισμών του από τα οποία δεν προκύπτει ταύτιση των ποσών και ημερομηνιών, με τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα ποσά και όσα επί μέρους ποσά κατέθεσαν οι Ά.

Σ., Α. Κ. και Ε. Ν. γεγονός που αποδυναμώνει τις πιο πάνω μαρτυρικές καταθέσεις και τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ενώ δεν δίδει κανένας τους πειστική εξήγηση γιατί δεν κατέθεσε ο ενάγων τα επικαλούμενα ποσά στους ανωτέρω κοινούς λογαριασμούς που διατηρούσε ο εναγόμενος και η κόρη του, όπως έπραξε και με τα ανωτέρω ποσά που κατέθεσε για οικονομική ενίσχυση της κόρης του.

Ειδικότερα, η Ά. Σ. κατέθεσε ότι παρουσία της κατεβλήθησαν στον εναγόμενο από τον ενάγοντα, κατά δήλωση του τελευταίου και χωρίς να καταμετρηθούν, τα παρακάτω ποσά τις ακόλουθες ημερομηνίες και συγκεκριμένα : α) την 17-9-1995, στο σπίτι του ενάγοντος στο ..., ο τελευταίος έδωσε στον εναγόμενο "ένα πάκο πεντοχίλιαρα λέγοντας του ότι ήταν 6.300.000δρχ.

και ότι το ερχόμενο Σάββατο θα του έδινε 6.000.000 δρχ.", β) την 14-9-1996, ημέρα Σάββατο μεσημέρι, στο σπίτι του εναγομένου στα Σπάτα του έδωσε 3.200.000 δρχ., γ) την 20-4-1997, στο σπίτι του εναγομένου στα Σπάτα, ο ενάγων έδωσε στον εναγόμενο 2.200.000 δρχ., δ) αρχές Νοεμβρίου 1997, ημέρα Σάββατο 9 π.μ, στο σπίτι του εναγομένου στα Σπάτα "ο Λ.

Ν. έβγαλε ένα πάκο πεντοχίλιαρα, είπε στον Α. "αυτά είναι 4.700.000 δρχ., όπως συνεννοηθήκαμε", ε) αρχές Αυγούστου 1998, ημέρα Σάββατο 10 π.μ, στο σπίτι του εναγομένου στα Σπάτα, "του έδωσε ένα φάκελο που έγραφε 1.100.000 δρχ." και στ) στα τέλη Απριλίου 1999, στο σπίτι του εναγομένου στα Σπάτα, ο ενάγων "έδωσε στον Α. 1.500.000 δρχ., λέγοντας σ' αυτόν "Α.

παιδί μου με αυτά συμπληρώθηκαν 50.000.000 δρχ." Αντίθετα, από τα προσκομιζόμενα εντάλματα πληρωμής, (καθώς και από την κίνηση του κοινού με τη σύζυγο του με αριθ. ... λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας) προκύπτουν οι παρακάτω αναλήψεις ποσών κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : α) για το έτος 1995 : την 5-10-1995 δρχ. 1300.000, την 27-12-1995 δρχ. 600.000, β) για το έτος 1996 :

την 1-4-1996 δρχ. 427.000, την 23-7-1996 δρχ. 1.000.000, την 6-8-1996 δρχ. 487.000, την 6-9-1996 δρχ. 300.000, την 6-9-1996 1.500.000, την 11-9-1996 δρχ. 500.000, την 11-9-1996 δρχ. 900.000, την 1-11-1996 δρχ. 521.000, την 5-11-1996 δρχ. 500.000, την 12-12-1996 δρχ 500.000, την 31-12-1996 δρχ. 672.000, γ) για το έτος 1997 : την 2-4-1997 δρχ. 701.000, την 15-4-1997 δρχ. 1.500.000, την 6-5-1997 δρχ. 482.000, την 16-5-1997 δρχ. 550.000, την 2-6-1997 315.000, την 24-6-1997 δρχ. 350.000, την 1-7-1997 δρχ. 355.000, την 31-7-1997 δρχ. 500.000, την 1-8-1997 δρχ. 493.000, την 3-9-1997 δρχ. 330.000, την 13-10-1997 δρχ. 100.000, την 4-11-1997 348.000, την 4-11-1997 δρχ. 500.000, την 4-11-1997 1.884.000, την 13-1-1997 δρχ. 1.000.000, την 11-12-1997 δρχ. 1.052.000, την 22-12-1997 δρχ. 351.436, δ) για το έτος 1998 :

την 1-7-1998 δρχ. 338.000, την 8-7-1998 δρχ. 424.000, την 3-8-1998 δρχ. 339.000. Επίσης, κανένας εκ των μαρτύρων του ενάγοντος ούτε ο ίδιος προσδιόρισε τις οικονομικές δυσκολίες που επικαλείται ότι είχε ο εναγόμενος και χρειαζόταν χρήματα, από τη συμμετοχή του ως αφανής εταίρος σε επιχείρηση αυτοκινήτων του αδελφού του Γ. Σ. Κ.

αλλά ούτε ο ενάγων επικαλέστηκε και προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο εκ του οποίου να προκύπτει οποιαδήποτε οφειλή του εναγομένου, του πατέρα και αδελφού του. Αντίθετα, οι μαρτυρίες των ανωτέρω μαρτύρων του ενάγοντος διαψεύδονται, από τις ένορκες καταθέσεις 1) της μάρτυρα του εναγομένου Χ. Κ. (μητέρας του) που περιέχεται στα πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και 2) των μαρτύρων Γ.

Σ. Κ. και Α. Α. Π., που περιέχονται στις προσκομιζόμενες με επίκληση με αριθ. ... και ... της 17-4-2007 ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί νομότυπα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγλαΐας Δημ. Κατσούλα, οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο ενάγων δεν είχε ανάγκη χρημάτων να δανειστεί από τον ενάγοντα διότι έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία και εισοδήματα από μισθώματα που εισπράττει, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τα προσκομιζόμενα από αυτόν με επίκληση εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 1996-2000, καθώς και ότι η επιχείρηση του αδελφού του είναι ατομική και ο εναγόμενος ουδέποτε συμμετείχε σ' αυτή ως αφανής εταίρος, ενώ την πολύ καλή οικονομική κατάσταση του εναγομένου συνομολογεί και η σύζυγος του Χ.-Μ.

Ν. και ο ενάγων. Συγκεκριμένα τα δηλωθέντα εισοδήματα του εναγομένου ανέρχονταν το έτος 1995 σε δρχ. 5.514.980, το έτος 1996 σε δρχ. 7.827.890, το έτος 1997 σε δρχ. 8.264.900, το έτος 1998, σε δρχ. 9.214.820, και το 1999 σε 9.763.052 δρχ από μισθώματα και 11.174.225 δρχ. από μερίσματα μετοχών. Περαιτέρω, από τα προσαγόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα και τα αντίγραφα των υποβληθεισών δηλώσεων φορολογίας για τα έτη οικονομικά έτη 1996-2000 (χρήσεις (1995-1999) του ενάγοντος προκύπτει ότι τα εισοδήματα του ενάγοντος ανέρχονταν για το έτος 1995 σε 4.552.525 δρχ, για το έτος 1996 σε 4.995.774 δρχ., για το έτος 1997 σε 5.376.769 δρχ., για το 1998 σε 5.741.108 δρχ.

και το έτος 1999 σε 6.045.495 δρχ. επίσης, από την εξαγορά μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου XIOS ΚΕΦΑΛΑΙΟ Διαχειρίσεως διαθεσίμων που είχε με την σύζυγο του προέκυψε ως υπεραξία κατά τις διαχειριστικές περιόδους 1996, το ποσό των 2.199.696 δρχ., 1997 το ποσό των 1.808.280 δρχ. και κατά την διαχειριστική περίοδο 1998 το ποσό των 1.756.393 δραχμών, ενώ περαιτέρω εισέπραξε και τόκους από τον κοινό με τη σύζυγο του, με αριθ. 164/397067-1, για το έτος 1997 και το ποσό των 167.705 δρχ., για το έτος 1998.

Επίσης ο ενάγων είχε εισπράξει 1) την 12-12-1990, μετά την συνταξιοδότηση του εφάπαξ αποζημίωση ποσού 6.991.503 δραχμών, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ. πρωτ. 107/19/11-2-1991 βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας και 2) προικοδοτήσεις για λογαριασμό των τέκνων του Ε. Ν., την 19-7-1990, το ποσό 1.749.520 δρχ, Ε. Ν.

την 15-12-1994 το ποσό των 3.605.855 δρχ. και Ν. Ν. την 3-11-1997 το ποσό των 4.709.914 δρχ., όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από 22-10-2003, αντίστοιχα, βεβαιώσεις της Εθνικής Τράπεζας. Τα ανωτέρω όμως εισοδήματα του ενάγοντος δεν δικαιολογούν τον εκ μέρους του ενάγοντος δανεισμό των ανωτέρω ποσών. Τέλος, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είχε εισοδήματα από πώληση μετοχών, τα οποία όμως εκτός του ότι δεν έχει δηλώσει τέτοια εισοδήματα κατά τα ανωτέρω κρίσιμα έτη ουδόλως προσδιορίζει, μόνα δε τα προσκομιζόμενα με επίκληση πινακίδια εκτελέσεως εντολής δεν αποδεικνύουν τον ανωτέρω ισχυρισμό του, αφού δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει την κίνηση του χρηματιστηριακού του λογαριασμού, εκ του οποίου να προκύπτουν κέρδη, τα οποία όμως δεν επαναεπενδύθηκαν στο χρηματιστήριο.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, αποδεικνύεται ότι το ποσό των 22.000.000 δραχμών που κατετέθηκαν ως ανωτέρω στους κοινούς λογαριασμούς του εναγομένου και της συζύγου του από τον ενάγοντα, αποτελούν οικονομική ενίσχυση προς την θυγατέρα του Χ.-Μ. Ν., προς ανέγερση της ανωτέρω οικίας, ενώ από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δάνεισε τον εναγόμενο συνολικά το ποσό των 50.000.000 δραχμών όπως αβασίμως υποστηρίζει με την αγωγή του ο ενάγων".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: I. Kατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Με τον όγδοο και τελευταίο κατά σειρά λόγο διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δεν λήφθησαν υπόψη ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, χωρίς προσδιορισμό τους, η οποία αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, σε κάθε δε περίπτωση οι αγωγικοί του ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και αρνητικά αξιολογήθηκαν από ουσιαστική άποψη, με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του.

Η αυτή αναιρετική αιτίαση, προβαλλόμενη με τον αυτό υπό αρίθμηση λόγο αναφορικά με την παράλειψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως να λάβει υπόψη τα προσκομισθέντα από εκείνο, με επίκληση έγγραφα, ομοίως ελέγχεται ως αβάσιμη. Στην πλημμέλεια αυτή προσήκει η παράλληλα διατυπούμενη με τον έβδομο κατά σειρά λόγο αναιρετική από το άρθρο 559 αρ 11γ ΚΠολΔ, χωρίς προσδιορισμό των εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων, με τα οποία συνδέεται, αξιολογούμενη εντεύθεν ομοίως ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της.

ΙΙ. Κατά τη έννοια του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.

Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτικά δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή πικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταποδείξεως μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το συντάκτη αυτού ή ότι έγιναν ενώπιον του.

Παράλληλα, κατά το άρθρο 440 Κ. Πολ. Δ., αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταποδείξεως χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, για τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης αυτών. Με την έννοια αυτή, τα εκκαθαριστικά σημειώματα, που συντάσσονται με βάση την ανέλεγκτη δήλωση φόρου εισοδήματος, δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τα αναφερόμενα στο εν λόγω δημόσια έγγραφα πραγματικά περιστατικά ως προς το ύψος των δηλωθέντων εισοδημάτων, σε περίπτωση δε που ελεγχθεί η αλήθεια τους, αποτελούν, κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ Δ., πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρεπτώς χωρεί ανταπόδειξη, χωρίς ανάγκη προσβολής τους ως πλαστών.

Από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά τον σχηματισμό της δικανικής της πεποιθήσεως περί των εισοδημάτων και της εν γένει οικονομικής καταστάσεως του αναιρεσίβλητου έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα, με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και τα εκδοθέντα με βάση τις φορολογικές του δηλώσεις εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 1996-2000, χωρίς να προσδώσει στα τελευταία την μη διαθέτοντα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, με άμεση δικονομική συνέπεια, υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ 12 ΚΠολΔ, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη. Η αυτή αναιρετική αιτίαση επαναδιατυπώνεται με τον έκτο κατά σειρά λόγο κατά τρόπο εντελώς γενικό και αόριστο, αξιολογούμενη εντεύθεν ως απαράδεκτη.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 επ Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικό έγγραφο. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η μαρτυρική κατάθεση, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο εκείνου του εγγράφου στο οποίο διατυπώνεται. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου, αιτίαση η οποία συνδέεται, κατ' εκτίμηση, με την αξιολόγηση του περιεχομένου της αποτελούσης ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ένορκης βεβαιώσεως της Α. Σ. και ελέγχεται εντεύθεν ως απαράδεκτη.

ΙV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσα, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 806 ΑΚ με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι το διωκόμενο προς καταψήφιση χρηματικό ποσό κεφαλαίου 146735,14 ευρώ αποτέλεσε αντικείμενο συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δανείου, ποσού 50.000.000 δρχ, το οποίο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς σταδιακά καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο κατά την χρονική περίοδο 1995-1999, διαλαμβάνοντας παράλληλα ότι το ποσό των 22.000.000 δρχ, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς του αναιρεσίβλητου και της ήδη σε διάσταση συζύγου του και θυγατέρας του αναιρεσείοντος αποτέλεσε οικονομική ενίσχυση αυτού προς την τελευταία για την ανέγερση οικίας επί οικοπέδου του αναιρεσίβλητου.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, που αναιρούν αρνητικά την θεμελιωτική της αγωγής του αναιρεσείοντος ιστορική βάση, δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 806 ΑΚ κατ' ουσία απόρριψη αυτής. Οι λοιπές αιτιολογίες της αποφάσεως αναφέρονται στην αξιολόγηση του υπάρχοντος στην διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικού υλικού ή αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα επιβεβαιωτικά του καταληκτικού αυτού αποδεικτικού πορίσματός της και με την έννοα αυτή δεν εμπίπτουν στο πραγματικό του αναιρετικού λόγου από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ.

Επομένως οι διατυπούμενες με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ1 (4ος, 5ος) και 19 (2ος) ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβιάσεως του άρθρου 806 ΑΚ, με τους οποίους, όπως και τους λοιπούς, ανεπιτρέπτως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχονται ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 800/4-10-2011 αίτηση για αναίρεση της 3777/8-7-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ