Legislator Case Law & Legislation
885/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider documents, ruling the lower court properly evaluated all evidence.

Case Number 885/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued the lower court failed to consider two specific indictments and a counter-notice submitted during the trial. The court found the lower court explicitly acknowledged and weighed all evidence, including the disputed documents, in its final reasoning, rendering the appeal groundless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The appeal under Article 559(8) is inadmissible if the court considered the alleged facts, and the appeal under Article 559(11)(c) fails if the lower court explicitly states it took all legally submitted evidence into account.

Keywords

AI generated
Article 559 appeal grounds failure to consider evidence Code of Civil Procedure appellate review standard evaluation of evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 12/1997
Supreme Court 11/1996
Supreme Court 1072/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 885 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 885/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιάρκο,

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, κατοίκου ... και 2. της εδρευούσης στο ... και υπό πτώχευση τελούσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ψ1 ΕΠΕ", νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Χαμαλέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε οι αποφάσεις: 7478/1996 προδικαστική, 4770/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4566/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11 Σεπτεμβρίου 2007 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που .αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε και στο Εφετείο με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του (αναιρεσείοντος) ότι: "Έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των 2.100.000 δρχ.

της υπ' αριθ.... επιταγής λήξεως 23.3.1992, το οποίο αφορούσε δοσοληψία μεταξύ του Ψ1 και του αδελφού μου Ζ, αφού η επιταγή ήταν σε διαταγή του αδελφού μου Ζ και εισπράχθηκε από τον ίδιο και όχι από εμένα, καθώς και το ποσό των 80.000 δρχ. που δόθηκε σε μετρητά, το οποίο ενώ συμπεριλαμβάνεται στο επί μέρους ποσό των 5.800.000 δρχ.

ξαναπροστίθεται στο συνολικό ποσό των καταβολών της ΕΠΕ". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο ανωτέρω "ισχυρισμός", ενόψει της στήριξης της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από την καταβολή παράνομων τοκογλυφικών τόκων, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων, που στήριξε και την αγωγή τους, ότι δηλαδή τα πιο πάνω δύο ποσά περιλαμβάνονται στο σύνολο των καταβολών των αναιρεσιβλήτων προς τον αναιρεσείοντα, για την εξόφληση κεφαλαίου και τόκων.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά (με επικουρική αιτιολογία) το Εφετείο, και αν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό, τον απέρριψε, όπως και τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης, εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι τα πιο πάνω δύο ποσά "εισέπραξε προσωπικά ο αναιρεσείων", και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου, και αν αφορά δικαστική ομολογία, που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπάγγελτα, ή εξώδικη ομολογία, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, και ότι έγινε:

α) επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου (της δικαστικής ή της εξώδικης ομολογίας) στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και β) επίκληση και προσαγωγή του εγγράφου στο οποίο η ομολογία αυτή περιεχόταν, εκτός αν στην απόφαση βεβαιώνεται ότι έγινε η ομολογία και παρά ταύτα δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 241/1977).

Με το δεύτερο λόγο, και τον τρίτο κατά το ένα μέρος του, της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ομολογίες των αναιρεσιβλήτων, δικαστικές και εξώδικες, που περιέχονται: α) στην από 8.10.1995 (Β) μήνυση και στην ένδικη αγωγή, β) στην από 28.1.1994 (α) μήνυση και στην ένδικη αγωγή και γ) στην από 10.4.1993 ανακοπή κατά της υπ' αριθ. 15128/1992 διαταγής πληρωμής, έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο.

Εφόσον όμως δεν γίνεται στο αναιρετήριο ειδική μνεία της επίκλησης από τον αναιρεσείοντα τέτοιων ομολογιών στο Εφετείο, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αόριστοι (άρθρο 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που. επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις πιο πάνω δύο μηνύσεις σε βάρος του αναιρεσείοντος και την ανακοπή των αναιρεσιβλήτων που αναφέρονται στην υπό στοιχ.

ΙΙ παράγραφο της παρούσας, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, στα οποία μνημονεύονται ρητά, εκτός άλλων, και οι πιο πάνω δύο μηνύσεις των αναιρεσιβλήτων, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω τρία έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που νίκησαν (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπει την από 11.9.2007 αίτηση του Ζ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4566/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ