Legislator Case Law & Legislation
885/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and inadmissibility of arguments regarding labor contract status.

Case Number 885/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The court ruled that the appellant's claim regarding the absence of a labor contract was merely a denial of the lower court's findings rather than an independent ground for review, and thus inadmissible under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure. Additionally, the court rejected the appeal on procedural grounds because the respondent failed to appear despite being legally summoned, allowing the trial to proceed in their absence.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) K.Pol.D.; Art. 211, 212, 216 A.K.: An argument denying the existence of a labor contract constitutes a reasoned denial of the opponent's claims rather than an independent ground for cassation and is therefore inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal denial of claims labor contract status procedural dismissal cassation grounds

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8) K.Pol.D.
Art. 211 A.K.
Art. 212 A.K.
Art. 216 A.K.
Art. 576(2) K.Pol.D.
Art. 242(2) K.Pol.D.
Art. 1(1) Law 1346/1983
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 885 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 885/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ........., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γιάννα Παναγοπούλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ..........., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15554/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 684/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 1-2-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Δαβίλλα, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την με επίκληση προσκομιζόμενη ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ........ προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο τα ης από 22.2.2006 κλήσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσης αναφερόμενη δικάσιμο, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Επομένως, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της νόμιμα κλητευθείσας αναιρεσίβλητης. Επειδή κατά το άρθρο 211 Α.Κ. δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 212 Α.Κ. αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα. Σύμφωνα με το άρθρο 216 Α.Κ. η εξουσία αντιπροσώπευσης παρέχεται με τη σχετική δικαιοπραξία (πληρεξουσιότητα). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, α) για να ενεργήσει η δήλωση βουλήσεως αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου και να καταστήσει γνωστό σε αυτόν με τον οποίο συναλλάσσεται, ότι η ενέργεια από την δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά τον αντιπροσωπευόμενο, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση έλλειψης ρητής δήλωσης του αντιπροσώπου ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις, και β) αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα διατηρεί στο όνομα της επιχείρηση καφεαναψυκτηρίου στην οδό ...... Στην επιχείρηση αυτή τοποθέτησε ατύπως το γιο της ......... ως επικεφαλής και επιβλέποντα, με αρμοδιότητες την οικονομική της διαχείριση, την επιλογή, πρόσληψη, επίβλεψη και πληρωμή του υπαλληλικού προσωπικού.

Στις 6.12.1996 η αναιρεσείουσα δια μέσου του γιου της, ο οποίος την αντιπροσώπευε, κατήρτισε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργάζεται ως σερβιτόρα, αντί ημερομισθίου 6000 δρχ. Έκτοτε η αναιρεσίβλητη εργάζονταν στην επιχείρηση αυτή από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή κάθε εβδομάδα και από ώρα 8.30-16.00 μέχρι στις 26.2.1999, οπότε η αναιρεσείουσα της κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι η από 4.12.1998 έγγραφη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μερικής απασχόλησης της αναιρεσίβλητης για 5 ώρες ημερησίως με ημερομίσθιο 6219 δρχ, υπογράφηκε απ' αυτήν υπό το κράτος απειλής για να μη απολέσει την εργασία της και είναι άκυρη, κατά τα άρθρα 150, 151, 179 και 180 ΑΚ. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και επιδίκασε σ' αυτή 7895, 34 ευρώ για διαφορές των αποδοχών της, αποδοχές αδείας και επιδόματα αυτής, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από 6.12.1996-26.2.1999.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 211 και 212 ΑΚ, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης:

α) ότι η αναιρεσείουσα νομιμοποιούνταν παθητικά στην προκειμένη δίκη, αφού η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε στο όνομα της από τον αντιπρόσωπο υιό της, ο οποίος ενήργησε εντός των ορίων της εξουσίας αντιπροσώπευσης. Β) Ότι η από 4.12.1998 έγγραφη σύμβαση μερικής απασχόλησης είναι άκυρη, διότι υπογράφηκε από την αναιρεσίβλητη υπό την απειλή της απόλυσης της.

Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Τα άρθρα 2 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 5 του α.ν. 535/1945, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 1346/1983, ορίζουν τα εξής: Κάθε μισθωτός μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) σε υπόχρεη επιχείρηση δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.

Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες ή μέχρι και τις είκοσι δυο (22) εργάσιμες ημέρες, αν στην επιχείρηση, εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται, μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης σχέσης εργασίας στην επιχείρηση, κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο της άδειας που προβλέπεται από αυτόν το νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψη του αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, η από τη λήξη της άδειας του προηγούμενου έτους, μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας.

Για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου ως μήνας λογίζεται 25 ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει, κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου, κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει τη μισή ημέρα το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα. Αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιοδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εργάζονταν με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και ότι κατά τα έτη 1997 και 1998 δεν έλαβε τακτική άδεια με αποδοχές. Από 6-12-1996 μέχρι 5.12.1997 εργάστηκε δέκα (10) μήνες και δικαιούται άδεια για το έτος αυτό 16 ημερών (200 ημ: 240 ημ: 0,8Χ20 ημ), ενώ αν εργάζονταν όλους τους μήνες του έτους αυτού θα λάμβανε άδεια 20 ημερών.

Από 6.12.1997 μέχρι 5.12.1998 εργάστηκε εννέα (9) μήνες και δικαιούται για το έτος αυτό άδεια 16 ημερών (180 πμ: 240 ημ: 0,75 Χ 20 ημ=15,75 ημ που στρογγυλοποιούνται σε 16 ημέρες, ενώ αν εργάζονταν όλους τους μήνες του έτους αυτού θα ελάμβανε άδεια 21 ημερών. Από 6.12.1998 μέχρι 26.2.1999 που η αναιρεσίβλητη απολύθηκε και δεν έλαβε την άδεια του ημερολογιακού έτους 1.1.1999 μέχρι 31.12.1999 θα εργάζονταν 9,5 μήνες και δικαιούται άδεια για το έτος αυτό 17 ημερών (190 ημ: 240 πμ=0,79Χ 22=17,38 ημ, που στρογγυλοποιούνται σε 17 ημ), ενώ αν εργαζόταν όλους τους μήνες του έτους αυτού θα ελάμβανε άδεια 22 ημερών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983, ως προς τον υπολογισμό των ημερών της αδείας που δικαιούνταν η αναιρεσίβλητη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ειδικότερα έλαβε υπόψη του τις ημέρες κατά τις οποίες αυτή δεν εργάστηκε (διαλείπουσα εργασία).

Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών των διαδίκων ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεών τους, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προέβαλε με το δεύτερο λόγο της εφέσεως της, ότι η εργασία της αναιρεσίβλητης στην επιχείρησή της ήταν οικειοθελής, ανεξάρτητη από οποιαδήποτε σχέση εργασίας και γίνονταν αποκλειστικά στα πλαίσια της φιλικής σχέσεως με τον γιο της.

Ο λόγος αυτός δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε σύμβαση εργασίας. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη μαζί με τη νόμιμη αποζημίωση της έλαβε και την αναλογία των αποδοχών της αδείας επί του επιδόματος αυτής και του δώρου του Πάσχα για το έτος 1999, που αντιστοιχεί με τα ποσά των 37.308 και 31.867 δρχ, τα οποία έπρεπε να αφαιρεθούν από τις επιδικασθείσες σ' αυτή αξιώσεις της.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος και εντεύθεν δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι δεν θεμελιώνει ένσταση μερικής εξοφλήσεως, καθόσον τα ως άνω ποσά αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών για τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης που δικαιούνταν να λάβει η αναιρεσίβλητη για την καταγγελία της συμβάσεως της.

Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.3.2004 αίτηση της ......... για αναίρεση της 684/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ