Legislator Case Law & Legislation
885/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction of tenant from protected heritage site, remanding case for further trial.

Case Number 885/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeals filed by tenants against the Athens Court of Appeal's decision to reject their eviction suit. The tenants argued that the lease of the heritage site was exempt from specific termination rules, while the bank contended the lease was valid and terminable. The Court ruled that the lower court erred in applying the termination statute to the entire property, including the protected sections, and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 and 43 of Decree 34/1995; A lease of a protected heritage site is exempt from the termination provisions of Article 43, but the lower court's error in applying the statute to the whole property warrants remanding the case for further examination.

Keywords

AI generated
protected heritage site lease termination eviction suit appeal against judgment remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of Law 1577/1985
Article 4 of Decree 34/1995
Article 43 of Decree 34/1995
Article 574 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 885 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 885/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. Μ. του Α. και 2. Π. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραγιάννη.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Μ. του Α. και 2. Π. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραγιάννη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη υπό στοιχείο Α. αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2948/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3706/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α. αναιρεσείουσα με την από 25 Μαϊου 2005 αίτησή της και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 12 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανάγνωσε τις από 24 Νοεμβρίου 2005 εκθέσεις του, με τις οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της υπό στοιχείο Α. αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 25-5-2005 αίτησης και την απόρριψη της αντίθετης, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Β. αναιρεσειόντων την παραδοχή της από 12-9-2005 αίτησης και την απόρριψη της αντίθετης και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 25-5-2005 και 12-9-2005 αιτήσεις των διαδίκων για αναίρεση της 3706/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας (246 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).

1.Επί της από 25-5-2005 αίτησης αναίρεσης:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, η οποία έχει εφαρμογή και επί των εμπορικών μισθωμάτων (άρθρο 44 του π.δ 34/1995), με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Η εκ της εν λόγω συμβάσεως ενοχή του εκμισθωτή είναι αδιαίρετη γιατί το αντικείμενο της, δηλαδή η χρήση του μισθίου είναι αδιαίρετη αφού δεν επιδέχεται κατάτμηση. Αυτό έχει ως συνέπεια μεταξύ άλλων, ότι δεν επιτρέπεται η καταγγελία από τους συμβαλλομένους της μίσθωσης για μέρος του μισθίου. Τ' ανωτέρω όμως προϋποθέτουν ότι το μίσθιο είναι ένα αυτοτελές ακίνητο ή αποτελείται από περισσότερα αυτοτελή ακίνητα τα οποία συνενώθηκαν ή συμφωνήθηκε να συνενωθούν προκειμένου να εκμισθωθούν ως ενιαίο ακίνητο με την ίδια σύμβαση και έναντι ενιαίου, κατά κανόνα, μισθώματος.

Αντίθετα αυτά δεν ισχύουν όταν με περισσότερες συμβάσεις που καταρτίζονται συγχρόνως ή διαδοχικώς εκμισθώνονται περισσότερα αυτοτελή ακίνητα με ιδιαίτερο για καθένα μίσθωμα και συνομολογείται ρητά ή σιωπηρά δικαίωμα του μισθωτή για συνένωση αυτών, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι αυξημένες στεγαστικές ανάγκες της δραστηριότητας του δια της ενιαίας χρήσης του δημιουργούμενου ευρύτερου χώρου.

Στη περίπτωση αυτή είναι δυνατή η καταγγελία από τον μισθωτή της μίσθωσης για ένα από τα συνενωθέντα ακίνητα, εφόσον συντρέχει νόμιμος λόγος, όπως αν πρόκειται για εμπορική, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 43 του π.δ 34/1995, της χωρίς δηλαδή επίκληση αιτίας καταγγελίας της μίσθωσης απ' αυτόν, μετά την πάροδο διετίας από την έναρξή της.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών οι οποίοι εισάγονται με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνοντας στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία προσέφυγε σ' αυτούς, το ερμηνευτικό όμως πόρισμα στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο προς την έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ως κριτηρίων συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά τη κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου.

Περαιτέρω, παραβίαση των άνω κανόνων μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου δηλαδή αν, μετά διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας στην έννοια της βουλήσεως των συμβαλλομένων που δηλώθηκε, αυτοί εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή εφαρμογή τους, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας της δικαιοπραξίας, οπότε ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής που αφορούν την ως βάσιμη κριθείσα επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων: Όπως προκύπτει από τα δύο ιδιωτικά συμφωνητικά που προαναφέρθηκαν, σ' αυτά αναφέρεται το ακίνητο των εναγόντων, τόσο στην αρχική, όσο και στην, μετά την προσθήκη των ορόφων, τελική του μορφή.

Γίνεται μνεία σ' αυτά ότι το αρχικό κτίριο κηρύχτηκε διατηρητέο μνημείο και ότι εκδόθηκαν σχετικές οικοδομικές άδειες για την προσθήκη δύο ορόφων. Στη μισθώτρια παρασχέθηκε το δικαίωμα να κατασκευάσει ανελκυστήρα επικοινωνίας, καθώς και συναφές εσωτερικό κλιμακοστάσιο, αρχικά για επικοινωνία του υπογείου με το ισόγειο, το πατάρι και τον πρώτο όροφο και στη συνέχεια με το από 1-9-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, το δικαίωμα να επεκτείνει τον ανελκυστήρα και το κλιμακοστάσιο στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο όροφο, προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα επικοινωνίας και σύνδεσης όλων των ορόφων του κτιρίου μεταξύ τους, καθώς και το δικαίωμα να ενοποιήσει τους χώρους εκάστου ορόφου και να τοποθετήσει επιγραφές στις όψεις του όλου κτιρίου.

Επίσης, με τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, η μισθώτρια απέκτησε την αποκλειστική χρήση του δώματος του κτιρίου, στο οποίο θα τοποθετούσε, όπως και πράγματι έπραξε, τις εξωτερικές μονάδες κλιματισμού όλου του κτιρίου. Τέλος με το από 8-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, ορίστηκε ότι η ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος θα άρχιζε από την 1η Μαϊου 1999, μολονότι ο χρόνος έναρξης της εκεί αναφερόμενης μισθώσεως, καθορίστηκε η 1-3-1999, ενώ με το από 1-9-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκε, ότι η ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος θα άρχιζε από την 1η Μαϊου 2000, μολονότι ο χρόνος έναρξης της εκεί αναφερόμενης (επίδικης) μισθώσεως, καθορίστηκε την 1-9-1999 και αυτό ενδεχομένως έγινε προκειμένου να εναρμονιστούν χρονικά με την αναπροσαρμογή, η δεύτερη μίσθωση με την πρώτη.

Σημειώνεται ότι, τα ως άνω αναφερόμενα, δεν αμφισβητούνται από τα διάδικα μέρη, επιβεβαιώνονται δε και από τις μνησθείσες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, άσχετα από τις περαιτέρω αιτιάσεις των μαρτύρων αυτών, αναφορικά με την ουσιαστική ή μη βασιμότητα της ερευνώμενης επικουρικής βάσης της αγωγής. Ενόψει των περιστατικών αυτών που αναφέρεται στα δύο ιδιωτικά συμφωνητικά και του γεγονότος ότι οι παρασχεθείσες δυνατότητες επέμβασης της μισθώτριας στο μίσθιο, σε συνδυασμό με τα επίσης αναφερόμενα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μισθώσεων, προσιδιάζουν σε μίσθωση ενιαία και αδιαίρετη, κάτι το οποίο όμως δεν αναφέρεται στα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά, προκύπτει αμφιβολία, αναφορικά με τη δηλωθείσα σ' αυτά βούληση των διαδίκων μερών, σχετικά με το αν σκοπήθηκε η κατάρτιση δύο ανεξαρτήτων, αυτοτελών μισθώσεων ή εάν, παρά την ύπαρξη των δύο συμφωνητικών, η θέληση των ενδιαφερομένων μερών αποσκοπούσε στην ύπαρξη μιας ενιαίας κατά προορισμό και χρήση μίσθωσης.

Ανακύπτει, λοιπόν, ανάγκη προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Με βάση τις διατάξεις αυτές, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφού ληφθούν υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η αληθινή βούληση των διαδίκων μερών, απέβλεψε στην ύπαρξη μιας ενιαίας κατά προορισμό και χρήση μισθώσεως και όχι στην ύπαρξη δύο ξεχωριστών και ανεξαρτήτων μισθώσεων, 'Όμως, υφισταμένης εν προκειμένω μιας ενιαίας κατά προορισμό και χρήση μισθώσεως, δεν επιτρέπεται καταγγελία για μέρος μόνο του μισθίου, με άμεση συνέπεια η αναφερθείσα από 31-3-2003 καταγγελία μέρους του μισθίου από την πλευρά της μισθώτριας, να είναι άκυρη και να μην παράγονται εξ αυτής έννομα αποτελέσματα και ως προς το σημείο αυτό η ένδικη αγωγή με την οποία διώκεται η αναγνώριση της κυριότητας της αναφερόμενης καταγγελίας, είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον η μίσθωση, συνεπεία της αναφερόμενης ακυρότητας, εξακολουθεί να υφίσταται, η εναγόμενη μισθώτρια οφείλει στους ενάγοντες, κατά το ήμισυ στον καθένα, τα ακόλουθα ποσά, κάτι το οποίο (αναφορικά με το ύψος των επί μέρους ποσών), ουδόλως αμφισβητεί, α)3.133,58 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο υπόλοιπο του μηνιαίου μισθώματος του μηνός Οκτωβρίου 2003, αφού έναντι των 9.714,10 ευρώ που αντιστοιχεί σε ολόκληρο το μίσθωμα, συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας χαρτοσήμου, κατέβαλε 6.580,52 ευρώ, β)9.714,10 ευρώ που αντιστοιχεί στο μίσθωμα του μηνός Νοεμβρίου 2003, μαζί με την περιεχόμενη σ' αυτό αναλογία χαρτοσήμου και γ) 48.570,5 ευρώ για μισθώματα και χαρτόσημο των μηνών Δεκεμβρίου 2003, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2004, ήτοι από την επίδοση της αγωγής και μέχρι τη συζήτηση αυτής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Τα ποσά αυτά είναι καταβλητέα με το νόμιμο τόκο, από την έκτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μήνα και μέχρι την εξόφληση.

Συνεπώς, η ένδικη αγωγή, ως προς την αναφερθείσα βάση της, πρέπει να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ήτοι δεχόμενο κατά προσφυγή και στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών ότι οι διάδικοι δια των από 18-11-1998 και 1-9-1999 ιδιωτικών συμφωνητικών απέβλεψαν στην ύπαρξη μιας ενιαίας κατά προορισμό και χρήση μισθώσεως από το γεγονός ότι:1)και στα δύο μισθωτήρια αναφέρεται το συνολικό ακίνητο των αναιρεσιβλήτων τόσο στην αρχική όσο και στην μετά την προσθήκη ορόφων τελική του μορφή,2)παρασχέθηκε με το πρώτο στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα να κατασκευάσει ανελκυστήρα επικοινωνίας και εσωτερικό κλιμακοστάσιο για την επικοινωνία των αναφερομένων σ' αυτό μίσθιων χώρων και στη συνέχεια με το δεύτερο, το δικαίωμα να επεκτείνει τον ανελκυστήρα και το κλιμακοστάσιο στους δι' αυτού μίσθιους χώρους, συνδέοντας όλους τους ορόφους του κτιρίου,3) απέκτησε η μισθώτρια τη χρήση του δώματος του κτιρίου, ενώ της επιτράπηκε να τοποθετήσει επιγραφές στις όψεις του κτιρίου και 4)ορίστηκε στα μισθωτήρια ως χρήση αναπροσαρμογής του μισθώματος η 1-5-1999 και η 1-5-2000 αντίστοιχα, ενδεχομένως για να εφαρμοσθούν χρονικά με την αναπροσαρμογή η δεύτερη μίσθωση με την πρώτη, διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες ένεκα των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Ειδικότερα δεν εξειδικεύονται στην απόφαση περαιτέρω πραγματικά περιστατικά, όπως αδήριτη επιχειρηματική ανάγκη της αναιρεσείουσας για μίσθωση του όλου ακινήτου ενιαίως, έλλειψη συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων για τμηματική εκμίσθωση αυτού, από τα οποία σε συνδυασμό και με τ' ανωτέρω να οδηγούν κατ' ερμηνεία της βούλησης των διαδίκων στο συμπέρασμα ότι αυτοί παρά το γεγονός ότι οι επιμέρους χώροι του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων εκμισθώθηκαν με ξεχωριστά μισθωτήρια, τα οποία απέχουν μεταξύ τους χρονικά και αντί ιδιαιτέρου μισθώματος, οι μισθώσεις δε αυτές έχουν διαφορετική διάρκεια και χρόνο λήξης, στην πραγματικότητα είχαν σκοπό την σύναψη μιας ενιαίας και αδιαιρέτου κατά χρήση και προορισμό μίσθωσης.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχτηκε ως βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την πρώτη επικουρική βάση της η άνω εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

2)Επί της από 12-9-2005 αίτησης αναίρεσης Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 περ.θ του π.δ 34/1995, δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτού οι μισθώσεις ακινήτων που έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα οι οποίες συνάπτονται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990. Επομένως οι μισθώσεις αυτές, ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα τους ή αν αφορούν άσκηση στο μίσθιο προστατευομένου κατά το άρθρο 2 του ίδιου π.δ επαγγέλματος, είναι μισθώσεις του κοινού αστικού δικαίου και διέπονται καθ' ολοκληρίαν από τις διατάξεις των άρθρων 574 επ.

Α.Κ και τις σχετικές συμφωνίες των μερών. Με τον όρο "έχουν χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα η άνω διάταξη αναφέρεται προδήλως σε ακίνητα (οικοδομήματα) τα οποία είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, έχουν χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα εν όλω ή για τμήματα τους, για λόγους διατήρησης και ανάδειξης του ιδιαίτερου πολεοδομικού, αισθητικού, ιστορικού, λαογραφικού ή αρχιτεκτονικού χαρακτήρα τους, είτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1469/1950, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 52 του Κ.Ν 5251/1932 " περί αρχαιοτήτων", πρόκειται για οικοδομήματα μεταγενέστερα του 1830 τα οποία, με απόφαση του Υπουργού Προεδρίας, ήδη δε του Υπουργού Πολιτισμού που επίσης δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, έχουν χαρακτηρισθεί ως έργα τέχνης και χρήζουν ειδικής κρατικής προστασίας.

Διατηρητέο κατά την έννοια των άνω διατάξεων είναι το ακίνητο ή τμήμα αυτού όπως περιγράφεται στην υπουργική απόφαση με την οποία γίνεται ο χαρακτηρισμός του. Αντίθετα δεν έχουν χαρακτήρα διατηρητέου επί χαρακτηρισμού μέρους του ακινήτου, τα υπόλοιπα τμήματα αυτού ή επί νομίμως εγκριθείσας προσθήκης νέων τμημάτων (ορόφων) επί διατηρητέου οικοδομήματος τα κατασκευασθέντα νέα τμήματα αυτού.

Περαιτέρω η παραπάνω διάταξη του π.δ 34/1995 δεν θέτει ως προϋπόθεση της θεσπιζόμενης εξαίρεσης τον χαρακτηρισμό καθ' ολοκληρίαν του μισθίου ως διατηρητέου. Επομένως η εξαίρεση αυτή ισχύει και όταν το μίσθιο αποτελείται από περισσότερα τμήματα του ίδιου ακινήτου εκ των οποίων μερικά έχουν χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής: "Αναφορικά με την κυρία βάση της αγωγής, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Όπως προαναφέρθηκε, το ακίνητο των εναγόντων με την αρχική του μορφή, δηλαδή των κατ' ιδίαν μερών του υπογείου, ισογείου, πρώτου ορόφου, δευτέρου ορόφου και δώματος, είχε κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο με την Υ.Α ΥΠΠΕ/ΔΙΛΑΠ/Π/725/33407/19-7-1983, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 527 Β' /8-9-1983.

Μετέπειτα, με την υπ' αριθ.649/20-5-1998 απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού (4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων), εγκρίθηκε η αποκατάσταση αυτού, καθώς και η προσθήκη δύο επιπλέον ορόφων και τμήματος του δώματος και για το σκοπό αυτό εκδόθηκαν οι υπ'αριθ.793/11-5-1992 και 852/4-6-1998 οικοδομικές άδειες, της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας.

Το τελευταίο γεγονός, αυτό δηλαδή της προσθήκης ορόφων στο κτίριο, που είχε προηγουμένως κηρυχθεί ως διατηρητέο μνημείο, δεν προσδίδει και στις προσθήκες αυτές την ιδιότητα του διατηρητέου μνημείου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την ένδικη αγωγή και τις συναφείς προτάσεις των εναγόντων, γιατί αυτές δεν υπήρχαν κατά το χρόνο κήρυξης του ακινήτου, ως διατηρητέου, αλλά κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων όπως τούτο επιβεβαιώνεται και από το υπ' αριθ.Πρωτ.

…09/8-12-2004 έγγραφο της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων της Κεντρικής Μακεδονίας. Οι επικαλούμενες από την πλευρά των εναγόντων, υπ' αριθ.1005/2002 και 411/2003 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών, οι οποίες είναι δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, οι αποφάσεις αυτές ασχολήθηκαν με την περίπτωση εκείνη που κάποιο ακίνητο είχε κηρυχτεί ως διατηρητέο μνημείο σε ένα τμήμα του, οπότε έγινε δεκτόν με αυτές (αποφάσεις), ότι η κήρυξη ενός υφιστάμενου κτιρίου ως διατηρητέου μνημείου κατά ένα μέρος, το οποίο (μέρος) παρουσίαζε κάποιο πολιτιστικό, τουλάχιστον, ενδιαφέρον, περιλαμβάνει και όλο το υπόλοιπο τμήμα του και δεν υπήρξε, όπως εν προκειμένω, θέμα προς έρευνα, ο χαρακτηρισμός της εκ των υστέρων προσθήκης ορόφων σε κάποιο κτίριο, το οποίο προηγουμένως είχε κηρυχθεί ως διατηρητέο μνημείο.

Ο περαιτέρω ισχυρισμός των εναγόντων, σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον οι προσθήκες των ορόφων έγιναν έπειτα από έγκριση του Υπουργείου Πολιτισμού (4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων), το οποίο στη συνέχεια, με τη συνεργασία του μηχανικού των εναγόντων, επέβλεψε την όλη πορεία των εργασιών, προσέδωσε και στις προσθήκες αυτές την ιδιότητα του διατηρητέου μνημείου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 4 του Γ.Ο.Κ (Ν.1577/1985), οι εργασίες προσθήκης τμημάτων σε ακίνητο, που έχει χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο μνημείο, ενδιαφέρουν το Υπουργείο Πολιτισμού από την άποψη της αποφυγής ζημιών στο ακίνητο αυτό που παρουσιάζει πολιτιστικό ενδιαφέρον και όχι ότι η ενέργεια αυτή (έγκριση εργασιών), προσδίδει στα προστιθέμενα εκ των υστέρων τμήματα και την ιδιότητα του διατηρητέου μνημείου.

Άλλωστε, οι προσθήκες αυτές, θα μπορούν ενδεχομένως στο μέλλον να κατεδαφιστούν, χωρίς καμία απαγόρευση, εφόσον, για την λειτουργική ανανέωση του κτιρίου, το αποφασίσουν οι ιδιοκτήτες, ενώ το κτίριο, κατά το τμήμα που χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο μνημείο, απαγορεύεται να κατεδαφιστεί και κάτι τέτοιο ορίζεται από τη μνησθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 1577/1985.

Ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, η ένδικη αγωγή, ως προς την κυρία βάση της, με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της, από την πλευρά της μισθώτριας, καταγγελίας της μίσθωσης, για το λόγο ότι η μίσθωση αυτή, ως υπαγόμενη στη διάταξη του άρθρου 4 περ. θ' του Π.Δ 34/1995, δεν μπορεί να καταγγελθεί με τη διάταξη του άρθρου 43 του ίδιου Π.Δ είναι αβάσιμη και απορριπτέα".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των οποίων απέρριψε την ένδικη αγωγή των άνω αναιρεσειόντων κατά την κυρία βάση της, με την οποία αυτοί ζήτησαν ν' αναγνωριστεί η μη υπαγωγή της μετά της αναιρεσίβλητης από 1-9-1999 σύμβασης μισθώσεως, που αφορά χώρους διατηρητέου ακινήτου στις διατάξεις του π.δ 34/1995 και κατ' επέκταση η ακυρότητα της από 31-3-2003 καταγγελίας αυτής από την αναιρεσίβλητη με βάση τη διάταξη του άρθρου 43 του άνω π.δ/τος κ.λ.π, παραβίασε τις διατάξεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν, αφού η εν λόγω μίσθωση ως περιλαμβάνουσα και χώρους του ακινήτου των αναιρεσειόντων (βος όροφος, μέρος του ισογείου) για τους οποίους αυτό είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο, εξαιρείτο της εφαρμογής των διατάξεων του π.δ 34/1995. Επομένως είναι εν μέρει βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία, παραδεκτώς ασκείται από τους αναιρεσείοντες, που είναι νικήσαντες διάδικοι, δια της παραδοχής από το Εφετείο της ένδικης αγωγής τους κατά την επικουρική βάση της, καθόσον είναι προφανές το έννομο συμφέρον τους για την εξαφάνιση της πληττόμενης απόφασης κατά την απορριπτική της κυρίας βάσης της αγωγής τους διάταξή της, προς αποφυγή δημιουργίας εξ αυτής βλαπτικού σε εκείνους δεδικασμένου (556 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει κατά παραδοχή αμφοτέρων των αιτήσεων των διαδίκων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί στη συνέχεια η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την συνεκδίκαση των από 25-5-2005 και 12-9-2005 αιτήσεων των διαδίκων για αναίρεση της 3706/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών,

Αναιρεί την άνω απόφαση.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, Και

Καταδικάζει του αναιρεσίβλητους εκάστης αίτησης στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ