Legislator Case Law & Legislation
884/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of fixed-term employment contract without severance pay.

Case Number 884/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting his claim for severance pay. The appellant, a bank employee, argued he was entitled to compensation under Article 8 of Law 3198/1955 upon reaching age 62, but the lower courts found his contract was a fixed-term agreement governed by the bank's personnel organization. The court ruled that fixed-term contracts do not automatically trigger the statutory severance provisions applicable to indefinite-term contracts, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 21 of Law 3239/1955; Article 8 of Law 3198/1955: Fixed-term employment contracts do not grant employees the right to statutory severance pay upon voluntary resignation or age-based termination that applies exclusively to indefinite-term contracts.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contract severance pay entitlement termination of employment statutory compensation labor law dispute age-based termination dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Law 3239/1955
Law 3198/1955
Law 2112/1920
Law 3789/1957
Law 435/1976
Law 2190/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 884 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 884/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου-Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εξομοιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του κ.ν. 2190/1920, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου Αλέξανδρου Κλεισιούνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4081/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 5-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 21 του Ν. 3239/1955 "Περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ", που ίσχυε πριν από το Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων.

Τα θέματα των όρων και των συνθηκών εργασίας ανήκουν κατά κανόνα στο νόμιμο περιεχόμενο των Κανονισμών εργασίας, χωρίς να αποκλείεται Κανονισμοί εργασίας να αποτελούν αυτοτελώς περιεχόμενο συλλογικών συμβάσεων. Στην τελευταία περίπτωση, η ρύθμιση αυτή, δηλαδή ο περιεχόμενος σε συλλογική σύμβαση Κανονισμός, ανήκει στο κανονιστικό μέρος της συλλογικής συμβάσεως και επομένως έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, Κανονισμός εργασίας, που έχει αποτελέσει περιεχόμενο ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του παραπάνω Ν. 3239/1955, κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και δημοσιεύθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, έχει ισχύ νόμου ουσιαστικού και όχι συμβάσεως.

Οι Κανονισμοί εργασίας, που καταρτίσθηκαν κατά τα προεκτεθέντα, σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ενιαία τάξη, ομοιομορφία και ίση μεταχείριση στην εκμετάλλευση, πράγμα που επιτυγχάνεται με τη θέσπιση γενικών και αφηρημένων διατάξεων, οι οποίες έχουν άμεση και αναγκαστική ενέργεια σε όλο το προσωπικό, χωρίς να απαιτείται σχετική συμφωνία των μερών.

Οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις, αν και καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955, υπάγονται, ως προς τα αποτελέσματά τους και γενικώς την ισχύ τους, στις διατάξεις του ισχύοντος ήδη Ν. 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής και με τον οποίο, σημειωτέον, εισήχθη το πρώτον η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που είναι η συλλογική σύμβαση, η οποία καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη και η ισχύς της οποίας καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς της επιχειρήσεως.

Αυτές οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις αντιστοιχούν στις ειδικές συλλογικές συμβάσεις του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955. Εξάλλου, οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ειδική συλλογική σύμβαση, στην οποία περιέχεται Κανονισμός, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, κατά τα προαναφερόμενα, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση του αυτού είδους και πεδίου ισχύος και συγκεκριμένα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση.

Η νεότερη αυτή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων. Και τούτο διότι, στη συσχέτιση των συλλογικών συμβάσεων, ήτοι πηγών του αυτού επιπέδου και πεδίου ισχύος, δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, η οποία αφορά τη ρύθμιση του αυτού αντικειμένου από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, οπότε η ιεραρχικά υποδεέστερη πηγή μπορεί να εξειδικεύει και να τροποποιεί τους όρους εργασίας της ιεραρχικά ανώτερης, μόνον, όμως, προς το συμφέρον των εργαζομένων, ούτε η αρχή της εύνοιας, η οποία ρυθμίζει τη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι ευνοϊκότεροι όροι της ατομικής συμβάσεως υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων, αλλά ισχύει η αρχή της τάξεως (άρθρα 7, 10 του Ν. 1876/1990).

Η αρχή της τάξεως σημαίνει ότι, όταν επιχειρείται μία συλλογική ρύθμιση των όρων εργασίας, η οποία, σημειωτέον, αποσκοπεί στην καθιέρωση τάξεως στο χώρο εργασίας, πρέπει η ρύθμιση αυτή να είναι γενική και αφηρημένη, δίκαιη και ενιαία και γι' αυτό εφαρμόζεται η διαδοχή των ρυθμίσεων, σύμφωνα με την οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.

Στο περιεχόμενο των Κανονισμών εργασίας ανήκει και η θέσπιση ορίου ηλικίας για την αποχώρηση των μισθωτών από την εργασία. Το όριο αυτό, όταν έχει θεσπισθεί με συλλογική σύμβαση εργασίας, στην οποία περιέχεται Κανονισμός εργασίας, μπορεί να τροποποιηθεί, κατά τα προεκτεθέντα, με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και μάλιστα αποσπασματικά, χωρίς να είναι αναγκαία η ρύθμιση και άλλων θεμάτων, καθόσον η ρύθμιση θεμάτων, που αποτελούν αντικείμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, όπως και το προαναφερόμενο, υπαγόμενο στα ζητήματα τα σχετικά με τη λήξη της συμβάσεως εργασίας (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 1876/1990), μπορεί να γίνει και μεμονωμένα, αρκεί όμως να πρόκειται περί ρυθμίσεως, που θα καταλαμβάνει κατά τρόπο ενιαίο, γενικό και αφηρημένο όλους τους μισθωτούς της επιχειρήσεως, έτσι ώστε να μη δημιουργούνται προβλήματα άνισης μεταχειρίσεως και καταχρήσεως (ΑΠ 252/2012, 1494/2010).

Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζιτική εταιρεία, με την επωνυμία "ALPHA BANK", περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27-7- 1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (Ολ.

ΑΠ 22/1999). Με το άρθρο 31 ("Λύσις υπαλληλικής σχέσεως") του παραπάνω Οργανισμού οριζόταν, εκτός άλλων, και ότι "Η μεταξύ Τραπέζης και του προσωπικού αυτής σύμβασις εργασίας λύεται άμα τη συμπληρώσει του 62ου έτους της ηλικίας διά τους άνδρας και του 57ου έτους της ηλικίας διά τας γυναίκας υπαλλήλους". Το όριο αυτό ηλικίας επαναπροσδιόρισε ο κοινός νομοθέτης για όλες τις Τράπεζες με τα άρθρα 1 παρ. 4 και 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982 "Επαναφορά τριακονταπενταετίας και λοιπά θέματα", σε συνδυασμό και με το άρθρο 1 παρ. 6 στοιχ.

ε' του Ν. 1256/1982 "Για την πολυθεσία, την καθιέρωση ανωτάτου ορίου απολαβών στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις", στο 56ο έτος και για τα δύο φύλα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αποχωρών υπάλληλος θα συμπλήρωνε τριακονταπενταετή συντάξιμη υπηρεσία. Με την 2334/30-5-1989 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 416, Β' της 31-5-1989), η οποία εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 1682/1987, τροποποιήθηκε η προηγούμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση 1154/13-4-1988, που εισήγαγε "εξαίρεση δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών από εφαρμογή κανόνων δημόσιου τομέα" και εξαιρέθηκε και η Εμπορική Τράπεζα από την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ.4 του Ν. 1232/1982 (αυτοδίκαιη αποχώρηση των υπαλλήλων της με την συμπλήρωση του 56ου έτους της ηλικίας και τριακονταπενταετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία) και έτσι αναβίωσε η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγόμενης Τράπεζας, με αποτέλεσμα την επάνοδο του ορίου ηλικίας για την αποχώρηση του προσωπικού αυτής στο 62ο έτος για τους άνδρες και στο 57ο έτος για τις γυναίκες υπαλλήλους, χωρίς άλλη προϋπόθεση.

Η επαναφορά του ορίου αυτού ηλικίας προκάλεσε λειτουργική ανωμαλία στην ιεραρχική εξέλιξη και την ανανέωση του προσωπικού της εναγομένης, με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία αυτής να ανταπεξέλθει στις σύγχρονες απαιτήσεις λειτουργίας της, όπως είναι, η έντονη ιδιωτικοποίηση, ο ανταγωνισμός των ξένων τραπεζών, η διεθνοποίηση των τραπεζικών εργασιών και η καθιέρωση νέων αντικειμένων τραπεζικής εργασίας, που απαιτούν και σύγχρονη εκπαίδευση.

Προς αντιμετώπιση του παραπάνω προβλήματος, η εναγομένη και το σωματείο των εργαζομένων σ' αυτή, με την επωνυμία "Σύλλογος εργαζομένων της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος", προήλθαν, κατόπιν διαβουλεύσεων, σε συμφωνία για μείωση του ορίου ηλικίας αυτοδίκαιης αποχωρήσεως των υπαλλήλων της εναγομένης και δη για τους άνδρες από το 62ο έτος στο 58ο έτος της ηλικίας τους, δηλαδή συμφώνησαν να τροποποιηθεί το άρθρο 31 του Οργανισμό Προσωπικού της Τράπεζας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 5 του Οργανισμού αυτού, σύμφωνα με το οποίο "Τροποποίησις του παρόντος Οργανισμού δύναται να γίνει μόνο με κοινή συμφωνία Τραπέζης και Συλλόγου των Υπαλλήλων, μετ' έγκρισιν της Γενικής Συνελεύσεως τούτων".

Ακολούθως δε, τόσο η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, που έλαβε χώρα στις 4-6-1999, όσο και η Γενική Συνέλευση των μελών του Συλλόγου των υπαλλήλων της Εμπορικής Τράπεζας, που έλαβε χώρα στις 24-4-1999, ενέκριναν την παραπάνω τροποποίηση του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης και, τελικά, με την από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης και του ως άνω Σωματείου και κατατέθηκε νομίμως, τροποποιήθηκε το άρθρο 31 ("Λύση υπαλληλικής σχέσεως") του εν λόγω Οργανισμού Προσωπικού, ως προς το όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης, ως εξής: "1.

Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτή λύνεται με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες. 2. Οι εργαζόμενοι, που συμπληρώνουν το παραπάνω όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας αποδεικνύεται, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 του παρόντος Οργανισμού. 3. Η όπως πιο πάνω σύμβαση εργασίας παρατείνεται οπωσδήποτε και πέραν του ορίου ηλικίας, που ορίζεται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, αλλά όχι πέραν του 62ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 58ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, προκειμένου με την παράταση αυτή ο εργαζόμενος να συμπληρώσει από οποιαδήποτε αιτία 35 συντάξιμα έτη σε κύριο και 35 συντάξιμα έτη σε επικουρικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης (από εργασία εντός και εκτός Τράπεζας) και εφόσον με την ασφάλιση αυτή θεμελιώνει απαιτητό δικαίωμα πλήρους κύριας και επικουρικής σύνταξης.

Ως χρόνος πλήρωσης όλων των παραπάνω προϋποθέσεων λύσης της σύμβασης ορίζεται η ημέρα που πληρώνονται αθροιστικά όλες οι ως άνω προϋποθέσεις. Οι εργαζόμενοι που θα πληρούν όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις λύσης της σύμβασης κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Οι εργαζόμενοι για τους οποίους έχουν πληρωθεί στο παρελθόν και μέχρι σήμερα οι εν λόγω προϋποθέσεις, αποχωρούν αυτοδίκαια την 1-1-2000". Έτσι, με τη νέα αυτή από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας τροποποιήθηκε το τμήμα της από 11-11-1977 ειδικής συλλογικής συμβάσεως, που περιέχει τον Οργανισμό Προσωπικού της εναγόμενης Τράπεζας, το οποίο (τμήμα) αναφέρεται στο όριο ηλικίας αυτοδίκαιης αποχωρήσεως των υπαλλήλων της και, όπως προκύπτει από την τροποποίηση αυτή (του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης), μειώθηκε το όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη αποχώρηση και λύση των συμβάσεων εργασίας των ανδρών υπαλλήλων της εναγομένης από το 62ο έτος στο 58ο έτος της ηλικίας τους και καθορίσθηκε, για μεν τους άνδρες το 62ο έτος της ηλικίας τους για δε τις γυναίκες το 58ο έτος της ηλικίας τους, ως απώτατο όριο ηλικίας υποχρεωτικής αποχωρήσεως από την Τράπεζα, ανεξαρτήτως της συμπληρώσεως τριακονταπενταετούς συντάξιμης υπηρεσίας (σε κύριο και επικουρικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως) και της συμπληρώσεως ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.

Η εν λόγω δε τροποποίηση του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού τη εναγομένης έγινε με την τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 32 παρ.5 του Οργανισμού αυτού διαδικασίας, δηλαδή με κοινή συμφωνία των ενδιαφερομένων, βάσει της οποίας καταρτίσθηκε μάλιστα η ως άνω από 22-6-1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία παρέχει οπωσδήποτε μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη προστασία και ασφάλεια στους εργαζόμενους (σε σύγκριση με την απλή ενοχική συμφωνία), και έγκριση της τροποποιητικής αυτής συμφωνίας από τις Γενικές Συνελεύσεις της Εμπορικής Τράπεζας και του Συλλόγου των υπαλλήλων της (σύμφωνα πάντοτε με το ως άνω άρθρο 32 παρ. 5 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης).

Επιπλέον, η τροποποίηση αυτή του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, η οποία έλαβε χώρα με την παραπάνω από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δηλαδή με συλλογική σύμβαση του αυτού είδους και πεδίου ισχύος με την από 11-11-1977 ειδική συλλογική σύμβαση (τροποποιηθείσα), που είχε θεσπίσει το όριο του 62ου έτους της ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των ανδρών υπαλλήλων της εναγομένης, ως νεότερη ρύθμιση κατάργησε, βάσει της ισχύουσας εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, αρχής της τάξεως, την παλαιότερη ρύθμιση και έχει αυτή πλέον (νεότερη ρύθμιση) άμεση και αναγκαστική εφαρμογή σε όλο το προσωπικό της εναγομένης, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερους όρους εργασίας γι' αυτό.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας δεν ρυθμίζει συνταξιοδοτικά θέματα, αλλά μόνο θέματα έχοντα σχέση με τη λήξη της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού της εναγομένης. Ενόψει δε του ότι η νέα ρύθμιση, που έγινε με την ως άνω από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, έχει γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό χαρακτήρα, αφορά δηλαδή το σύνολο του προσωπικού της εναγομένης και αποσκοπεί στην ανανέωσή του και στην απρόσκοπτη ιεραρχική εξέλιξη αυτού, δεν διαταράσσει, το σύστημα των εργασιακών σχέσεων των υπαλλήλων, όπως αυτές ρυθμίζονται από τις λοιπές διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης και ειδικότερα από εκείνες που αναφέρονται στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη αυτών, ούτε αντιτίθεται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 2, 5 παρ.1, 22 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Άλλωστε, η μείωση του ορίου ηλικίας για την αυτοδίκαιη αποχώρηση των ανδρών υπαλλήλων της εναγομένης στο 58ο έτος της ηλικίας τους, αντισταθμίζεται με την τριακονταπενταετή συντάξιμη υπηρεσία, καθόσον, σύμφωνα πάντοτε με την παραπάνω τροποποίηση του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, εάν αυτή δεν συντρέχει, δεν υποχρεώνονται οι υπάλληλοι σε αποχώρηση εκ του λόγου και μόνον ότι έχουν συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας τους, αλλά παρατείνεται η παραμονή τους μέχρι την συμπλήρωσή της (τριακονταπενταετίας), με απώτατο όριο το 62ο έτος της ηλικίας τους.

Ενώ, από την διάταξη του άρθρου 58 ("Αναστολή εφαρμογής ορίων ηλικίας") παρ.1 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, που ορίζει ότι "Τα κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 31 του παρόντος Οργανισμού Προσωπικού θεσπισθέντα όρια ηλικίας παρατείνονται, διά πράξεως της Γενικής Διευθύνσεως, επί τρία το πολύ έτη και αποκλειστικώς δι' εκείνους τους υπαλλήλους, οι οποίοι μόνον διά της τοιαύτης παρατάσεως θεμελιώνουν το κατ' ελάχιστον όριο συνταξιοδοτικό δικαίωμά των", σαφώς προκύπτει ότι η ρύθμιση αυτή αφορά αποκλειστικά και μόνον εκείνους τους υπαλλήλους, οι οποίοι δεν έχουν θεμελιώσει ούτε κατ' ελάχιστο όριο απαιτητό συνταξιοδοτικό δικαίωμα (σε κανένα φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως) και με την προβλεπόμενη ως άνω παράταση, για την οποία απαιτείται σχετική πράξη της Γενικής Διευθύνσεως της Τράπεζας, πρόκειται να θεμελιώσουν ελάχιστο συνταξιοδοτικό δικαίωμα είτε σε κύριο, είτε σε επικουρικό φορέα ασφαλίσεως, όπως είναι και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ" ("Ε.Τ.Α.Τ."), το οποίο είναι ταμείο επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, έχει έδρα την Αθήνα και ιδρύθηκε με το άρθρο 60 του Ν. 3371/2005, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η' του οποίου (Ν. 3371/2005) ρυθμίζονται θέματα ασφαλίσεως του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση αποφάσεως επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του πορίσματος της εκτιμήσεως αυτής, εφόσον το αποδεικτικό αυτό πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγόμενη Τράπεζα, με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ", στις 7-7-1983, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας τριών ετών, ως Διευθυντής του Τομέα Πληροφορικής της Μονάδας Εκσυγχρονισμού της Τράπεζας. Τον Ιούλιο του 1986 εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης, ως στέλεχος ειδικών προσόντων, με το βαθμό του Υποδιευθυντή Β'.

Στις 19-9-1990, ο ενάγων υπέβαλε την παραίτησή του και αποχώρησε από την εναγομένη και την 1-3-1994 επαναπροσλήφθηκε με ειδική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, με το βαθμό του Διευθυντή. Έκτοτε δε προσέφερε στην εναγομένη συνεχώς τις υπηρεσίες του δυνάμει συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου. Στις 11-7-2006, η Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης, με το υπ' αριθμ.

πρωτ. 6979/4332/2006 έγγραφό της, γνωστοποίησε στον ενάγοντα, ότι η μεταξύ τους εργασιακή σχέση επρόκειτο να διακοπεί αυτοδίκαια από 1-1-2007, λόγω συμπληρώσεως του 62ου έτους της ηλικίας του, σύμφωνα με το άρθρο 31 του - εγκύρως καταρτισθέντος - Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, όπως το άρθρο τούτο τροποποιήθηκε, με την από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης και του Συλλόγου των υπαλλήλων της, εγκρίθηκε δε η τροποποίηση αυτή από τις Γενικές Συνελεύσεις τούτων.

Έτσι, για την παραπάνω τροποποίηση, τηρήθηκε η διαδικασία, που προβλέπει το άρθρο 32 παρ. 5 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, η δε από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, με την οποία επήλθε η τροποποίηση και μειώθηκε το όριο ηλικίας αυτοδίκαιης αποχωρήσεως για του άνδρες υπαλλήλους από το 62ο έτος στο 58ο έτος της ηλικίας τους, με απώτατο όριο αποχωρήσεως το 62ο έτος της ηλικίας, έχει, σύμφωνα με τα άρθρα 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, άμεση και αναγκαστική ενέργεια και δεσμεύει όλους τους υπαλλήλους της εναγομένης.

Όπως δέχεται επίσης το Εφετείο, η εν λόγω τροποποίηση του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης αφορά σε ζήτημα σχετικό με τη λήξη της συμβάσεως εργασίας και όχι με τον προσδιορισμό ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, που αποτελεί θέμα κοινωνικής ασφαλίσεως, εκφεύγει του ρυθμιστικού πεδίου των θεσμών της συλλογικής αυτονομίας και αρμοδιότητα ρυθμίσεώς του (προσδιορισμού ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως) έχει ο κοινός νομοθέτης (άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος και άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 1876/1990) και, επομένως, μπορούσε η τροποποίηση αυτή να γίνει με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 και 6 του Ν. 1876/1990, τα σχετικά με τη λήξη της συμβάσεως εργασίας, αλλά και τα προβλεπόμενα από το άρθρο 12 του Ν. 1767/1988 ζητήματα, που αναφέρονται στο περιεχόμενο του Κανονισμού Εργασίας, αποτελούν αντικείμενο ρυθμίσεως με συλλογική σύμβαση εργασίας.

Συνεπώς είπε το Εφετείο ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η (νέα) ρύθμιση του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης αφορά σε προσδιορισμό ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και δεν ήταν δυνατόν να ρυθμιστεί με συλλογική σύμβαση εργασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων είχε στον κύριο φορέα ασφαλίσεώς του, δηλαδή το ΙΚΑ, συνολικά 8.369 ημέρες ασφαλίσεως και στους επικουρικούς φορείς (TEAM + TEAYEK + ETAT) 6.926 ημέρες ασφαλίσεως και ότι, επομένως, είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα για να λάβει κύρια και επικουρική σύνταξη από το ΕΤΑΤ (Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων), στο οποίο υπέβαλε, στις 8-1-2007, αίτηση για συνταξιοδότηση και, με βάση τους χρόνους κύριας και επικουρικής ασφαλίσεως, θα ελάμβανε σύνταξη, ανερχομένη στο ποσό των 2.310,98 ευρώ μηνιαίως, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.

Φ. ΕΤΑΤ/6339/8-10-2007 έγγραφο που προσκομίζει η εναγομένη. Ενόψει δε του ότι - συνεχίζει το Εφετείο - για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από το ΙΚΑ απαιτούνται, είτε 4.500 ημέρες ασφαλίσεως και ηλικία 65 ετών, είτε 10.000 ημέρες ασφαλίσεως και ηλικία 62 ετών, συμπληρώνοντας ο ενάγων το 65ο έτος της ηλικίας του, θα συνταξιοδοτηθεί από το ΙΚΑ, οπότε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ), το οποίο υποκαθιστά το ΙΚΑ, θα μειώσει ανάλογα το καταβαλλόμενο στον ενάγοντα ποσό συντάξεως.

Ενώ, εξάλλου - γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο - στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 58 παρ.1 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, διότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που ο εργαζόμενος, κατά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, δεν έχει συμπληρώσει ελάχιστο συνταξιοδοτικό δικαίωμα, οπότε παρατείνεται η σύμβαση εργασίας του, επί μία τριετία, προκειμένου να θεμελιώσει το κατ' ελάχιστο όριο συνταξιοδοτικό δικαίωμά του, είτε σε κύριο είτε σε επικουρικό φορέα ασφαλίσεως.

Με αυτά τα δεδομένα καταλήγει το Εφετείο η εναγομένη δεν ενήργησε παράνομα, όταν γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του διακόπτεται αυτοδίκαια από 1-1-2007, λόγω συμπληρώσεως του 62ου έτους της ηλικίας του, επικυρώνοντας έτσι το Εφετείο με απόρριψη των σχετικών λόγων της εφέσεως αυτού (ενάγοντος) την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 444/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, με την οποία ο ενάγων - αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι, κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την εναγομένη, στις 31-12-2006, δηλαδή όταν συμπλήρωσε το 62ο έτος της ηλικίας του, δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδοτήσεώς του και ότι γι' αυτό έπρεπε να παραταθεί η εργασιακή του σύμβαση, σύμφωνα με τον Οργανισμό Προσωπικού της εναγομένης, μέχρι την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η από 31-12-2006 καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως είναι άκυρη, ως παράνομη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας.

Με τη κρίση του αυτή, το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) τις κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 31 (όπως τροποποιήθηκε με την από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας) και 58 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγόμενης εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη εταιρεία "ALPHA BANK", ούτε καμία άλλη διάταξη από τις προαναφερόμενες, ή άλλη από τις μνημονευόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις.

Γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 672 του ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον Κανονισμό ή τον Οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού λόγω συμπληρώσεως ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς να αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελεύθερης καταγγελίας της συμβάσεως οποτεδήποτε (AΠ 1407/2005).

Η κατά τα ανωτέρω σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ, οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ορισμένου χρόνου συμβάσεως πριν τη λήξη του χρόνου, για τον οποίο συνομολογήθηκε, δεν την καθιστά, ούτε την μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 2 και 5 του Ν. 3198/1955, σύμφωνα με τις οποίες για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται η προηγούμενη καταβολή της δι' αυτών προβλεπόμενης αποζημιώσεως.

Ενώ, εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ. α' και εδάφ. β' του άνω Ν. 3198/1955, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, τη μειωμένη αποζημίωση που προβλέπεται από το παραπάνω άρθρο 8 (εδάφ. α' και β') του Ν. 3198/1955, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 ή του β.δ/τος της 16/18-7-1920, δικαιούνται, συντρεχουσών και των λοιπών οριζομένων στον άνω Ν. 3198/1955 προϋποθέσεων, μόνο οι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου συνδεόμενοι με τον εργοδότη τους μισθωτοί.

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτή λύνεται και πριν την, κατά τα άνω, συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) λόγω θανάτου του εργαζομένου, β) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γ) λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ και δ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 5 (υποβολή μηνύσεως κ.λπ.) του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε.

Βάσει των ανωτέρω, οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) με αυτή είναι ορισμένου χρόνου και, επομένως, ο ενάγων (αναιρεσείων), συνδεόμενος με την εργοδότριά του εναγομένη (αναιρεσίβλητη) διαρκώς με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν εδικαιούτο, κατά την αυτοδίκαιη αποχώρησή του από την Τράπεζα λόγω συμπληρώσεως του 62ου έτους της ηλικίας του, αποζημιώσεως εκ του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, σε συνδυασμό προς το Ν. 2112/1920.

Μετά ταύτα, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος (και) ως προς της επικουρική της βάση, διώκουσα την ως άνω αποζημίωση, επικυρώνοντας έτσι (με απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεώς του) και κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, σε ορθό διατακτικό κατέληξε, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ έκτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, όπως έχει τροποποιηθεί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Πρέπει, λοιπόν, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2014 αίτηση του Π. Κ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4081/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ