Legislator Case Law & Legislation
884/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested argument was not properly raised in lower courts.

Case Number 884/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding her promotion. The appellant argued that three colleagues who were previously promoted should have been included in the list of candidates for her own promotion, but the lower court rejected this claim. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to formally propose this specific argument during the initial trial or the appeal phase, violating procedural requirements for raising new claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 269(2) and 527 of the Code of Civil Procedure; An argument not properly raised in the first instance or appeal is inadmissible in the Supreme Court, and the lower court does not commit an appealable error by failing to consider it.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural default failure to propose argument supreme court review civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 269(2) of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 8(b) of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1101/2003 of the Supreme Court
Case 6237/2005 of the Athens Court of Appeal
Case 3473/2004 of the Athens Court of Appeal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 884 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 884/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Μ.-Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 564/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2037/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/11/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 13/9/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 - 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ - ΔΕΗ), που περιέχεται στην από 4-10-1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 2842/442 της 24/25-10-1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως (ΦΕΚ τεύχος Β, αριθμ. 1274/25.10.1973) και έχει ισχύ νόμου, γιατί κυρώθηκε αναδρομικά με το άρθρο 2 του ΝΔ 210/1974, το τακτικό προσωπικό της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) κατατάσσεται σε κλάδους, οι οποίοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων.

Κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο για την πλήρωση οργανικής θέσεως (ΟλΑΠ 4/2010). Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεώς του. Η κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικό περισσοτέρων ειδικοτήτων, που χαρακτηρίζεται από γενικά προσόντα της αυτής στάθμης ή παρεμφερούς είδους και έχουν την αυτή μισθολογική εξέλιξη.

Μεταξύ των κλάδων περιλαμβάνεται και ο κλάδος Στελεχών Γενικών Θέσεων (Γ' κατηγορία), που υποδιαιρείται στις βαθμίδες α' και β', στις οποίες αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια Α' και Β' και για τον οποίο κλάδο απαιτείται ως προσόν πτυχίο ανωτάτης σχολής. Με την διάταξη της παρ. 7, 1 της από 15-12-1989 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας προσωπικού Δ.Ε.Η., η οποία έχει δημοσιευθεί με την υπ' αριθμ. 12316/1989 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 176/8-3-1989) και ισχύει από 1-1-1988, προστέθηκε στην κατηγορία Γ' νέα βαθμίδα α1, που αντιστοιχεί στο νέο μισθολογικό κλιμάκιο Τ.

Εξάλλου, οι μισθολογικές προαγωγές του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ΔΕΗ, ενεργούνται, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 6 του άρθρου 22 του παραπάνω Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού (ΚΚΠ) αυτής, κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας, στην οποία ανήκει ο μισθωτός, με την προϋπόθεση να έχει συμπληρώσει τριετία στο μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει και, προκειμένου για προαγωγή σε ανώτερη βαθμίδα, απαιτείται επιπροσθέτως να υφίσταται κενή οργανική θέση στη βαθμίδα αυτή και ο μισθωτός να έχει υπηρεσιακή επίδοση, η οποία να υπερβαίνει σαφώς και καταδήλως τις βασικές απαιτήσεις της επιχειρήσεως.

Κατά την κρίση για προαγωγή συνεκτιμώνται: α ) η υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση, τα προσόντα, οι γνώσεις και το ήθος του προς προαγωγή μισθωτού, β) οι εκθέσεις ικανότητας κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του μισθωτού και ιδίως εκείνες, που αφορούν την τριετία πριν από την προαγωγή, γ) τα εν γένει στοιχεία του ατομικού υπηρεσιακού του φακέλου και οι τυχόν υπάρχουσες εκθέσεις της ιεραρχίας, δ) τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου και ε) κάθε στοιχείο, το οποίο αναφέρεται από τα μέλη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως ρητώς και καταχωρείται λεπτομερώς στα πρακτικά.

Για την κάλυψη θέσεων των μισθολογικών κλιμακίων Α', Β' και Τ' γνωμοδοτεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 7 του ως άνω ΚΚΠ - ΔΕΗ, κατ' απόλυτη εκλογή, Ειδικό Συμβούλιο Κρίσεως, το οποίο προεπιλέγει πενταπλάσιο αριθμό υποψηφίων για κάθε θέση και ο Γενικός Διευθυντής επιλέγει, μεταξύ αυτών, τον κατά την κρίση του καταλληλότερο.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι το σύστημα αυτό της υπηρεσιακής βαθμολογικής προωθήσεως του προσωπικού στην κλίμακα βαθμών της ΔΕΗ, που πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και συνοδεύεται με αύξηση αποδοχών, χωρίς αντίστοιχη όμως κατάληψη ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της, δεν παύει να είναι σύστημα προαγωγών των εργαζομένων.

Τόσο η προεπιλογή από το Ειδικό Συμβούλιο Κρίσεως, όσο και η απόφαση του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσείουσας ΔΕΗ για την κάλυψη θέσεων των εν λόγω μισθολογικών κλιμακίων, γίνονται με βάση την καταλληλότητα του υποψηφίου, προς διάγνωση της οποίας εκτιμώνται τα προαναφερόμενα προσόντα, και ανεξαρτήτως των όρων και περιορισμών του άνω άρθρου 22, δηλαδή της ύπαρξης κενής οργανικής θέσης και της κατοχής επί τριετία του προηγούμενου μισθολογικού κλιμακίου (άρθρο 24 παρ. 7 του ΚΚΠ - ΔΕΗ).

Ενόψει αυτών η κατοχή ορισμένου μισθολογικού κλιμακίου δεν τίθεται ως αναγκαία προϋπόθεση για τη βαθμολογική αυτή προαγωγή, αλλά το κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο απλώς συνεκτιμάται κατά την κρίση, μετά των λοιπών προσόντων του υποψηφίου.

Συνεπώς, το εν λόγω Συμβούλιο Κρίσεως και ο Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης δεν μπορούν, θέτοντας όρους, που δεν προβλέπονται από τον έχοντα ισχύ νόμου ως άνω Κανονισμό, ως δεσμευτικές προϋποθέσεις, να αναιρέσουν το δικαίωμα του μισθωτού να προαχθεί στα παραπάνω κλιμάκια και ειδικότερα να θέσουν ως προϋπόθεση την κατοχή ορισμένου μισθολογικού κλιμακίου, παρά μάλιστα την περί του αντιθέτου πρόβλεψη του Κανονισμού Η περί προεπιλογής κρίση του ρηθέντος συμβουλίου και η περί προαγωγής στα ως άνω μισθολογικά κλιμάκια Α', Β' και Τ απόφαση του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ αποτελούν επί μέρους έκφραση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, βάσει του οποίου η τελευταία εξειδικεύει εκάστοτε την παροχή της εργασίας του μισθωτού και ασκεί την εξουσία της για την καλή οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της ΔΕΗ ελέγχεται δικαστικώς, όπως η άσκηση όλων των δικαιωμάτων, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια και όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Είναι δε καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, όταν παραλείπεται η προεπιλογή και η προαγωγή υπαλλήλου, που υπερτερεί καταφανώς κατά τα ως άνω προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, άλλου προαχθέντος συναδέλφου του, οπότε συντρέχει παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία συνιστά και αδικοπραξία, παρέχουσα στον μισθωτό αξίωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 914 και 332 του ΑΚ.

Τέλος, επί αγωγής αναγνωρίσεως του δικαιώματος προς προαγωγή στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό, στον οποίο ο ενάγων μισθωτός, κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού νόμου, έχει παραλειφθεί να προαχθεί κατά τις διενεργηθείσες από τα όργανα του εναγομένου εργοδότη προαγωγές του προσωπικού του, ο τελευταίος (εργοδότης) δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει νομίμως τον ισχυρισμό ότι άλλος ή άλλοι υπάλληλοι, επίσης μη προαχθέντες, υπερείχαν έναντι του ενάγοντος, αντί του οποίου θα είχαν προαχθεί, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση διακωλυτική της γενέσεως του δικαιώματος προαγωγής που ασκείται με την αγωγή (ΑΚ 281, 297, 298, 914), η οποία θεμελιώνεται στην επίκληση της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του.

Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση κανονισμού με συμβατική ισχύ, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του έστω και απλώς υπερέχοντος και, επίσης, παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρουμένων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανωτέρου βαθμού (ΟλΑΠ 14/1998, ΑΠ 444/2010).

Η ένσταση αυτή σε περίπτωση ευδοκίμησής της, καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, αφού διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκρίσεως του προαχθέντος και της παραλείψεως του ενάγοντος (Ολ ΑΠ 14/1998, ΑΠ 421/2010). Η ένσταση όμως αυτή καθίσταται αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη όταν οι εκ μέρους του ενιστάμενου εργοδότη προτεινόμενοι προς σύγκριση υπάλληλοι είναι λιγότεροι από εκείνους, οι οποίοι αναφέρονται στην αγωγή και έναντι των οποίων διαπιστώνεται ότι ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, σε σχέση με την αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη (ΔΕΗ ΑΕ) οφείλει να την μετατάξει στην κατηγορία Γ'- Στελέχη Γενικών Θέσεων, να την προαγάγει στο μισθολογικό κλιμάκιο (μ.κ.) Β' της κατηγορίας αυτής από 01.08.2002 και εν συνεχεία στο αμέσως ανώτερο αυτού μ.κ.

Α από 01.10.2006 και να υποχρεωθεί αυτή (εναγομένη), να της καταβάλει διαφορές επιδόματος ευθύνης Οργανικού Βοηθού Διευθυντού Β.Ο.Κ., διαφορές αποδοχών, λόγω παράλειψης προαγωγής της στα ανωτέρω μ.κ. και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής μου βλάβης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσελήφθη από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) στις 25-2-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλός της στην κατηγορία Δ02/Γ και στο 12° μισθολογικό κλιμάκιο (μ.κ.).

Ακολούθως με βάση τον Κανονισμό της εναγομένης η ενάγουσα εντάχτηκε στην αντίστοιχη κατηγορία Δ02/Β του κλάδου Διοικητικοοικονομικού Προσωπικού και μετά την απόκτηση στις 17-5-1977 του πτυχίου του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών μετατάχτηκε από 1-10-1981 στην κατηγορία ΔΟ1 (πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών) του Διοικητικοοικονομικού Κλάδου και εντάχτηκε στο 9ο μ.κ.

Με την υπ' αριθμ. 123/28-4-1983 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης αναγνωρίστηκε αναδρομικά από 1-2-1980 η μετάταξή της στην εν λόγω κατηγορία και εντάχτηκε στο 8° μ.κ. Εν συνεχεία εξελίχθηκε μισθολογικά και από 1-2-1998 κατέχει το 1° μ.κ., από 1-2-2001 το 1α μ.κ. και από 1-2-2004 το 1β μ.κ. Από την πρόσληψή της τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Εκμετάλλευσης Διανομής (ΔΕΔ).

Από 27-5-1981 έως 8-11-1981 υπηρέτησε στον Τομέα Ηλεκτροδοτήσεων Καταναλωτών της περιοχής Τρικάλων της Διεύθυνσης Περιφέρειας Κεντρικής Ελλάδος και από 9-11-1981 έως 15-5-1982 στον Τομέα Ηλεκτροδοτήσεων Καταναλωτών της περιοχής Χαλκίδας της ίδιας Διεύθυνσης. Ακολούθως από 16-5-1982 έως 30-4-1986 υπηρέτησε στο Κλιμάκιο Οικονομικού Ελέγχου της Διεύθυνσης Περιφέρειας Νήσων και από 1-5-1986 έως 31-3-1987 στον Τομέα Στατιστικών Μελετών Διανομής της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Διανομής.

Από 1-2-1988 ανατέθηκαν στην ενάγουσα καθήκοντα Προϊσταμένης Υποτομέα Προϋπολογισμού και Οικονομικής Διαχείρισης του Τομέα Ηλεκτροδοτήσεων και Καταναλωτών της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Διανομής και από 16-7-1991 της ανατέθηκαν καθήκοντα Τομεάρχη του Τομέα Διοικητικού και Οικονομικού της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Παραγωγής, τα οποία άσκησε έως 1-9-2001.

Ως Προϊσταμένη του εν λόγω Τομέα η ενάγουσα είχε υπό την ευθύνη της δύο Υποτομεάρχες, περισσότερο από 40 μισθωτούς και διαχειριζόταν τα θέματα προσωπικού της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Παραγωγής, στη δύναμη της οποίας ανήκουν 6.200 εργαζόμενοι. Ειδικότερα ήταν υπεύθυνη για το χειρισμό των θεμάτων του προσωπικού, εκπαίδευσης και ασφάλισής του, των θεμάτων ασφαλείας εγκαταστάσεων και πρόληψης ατυχημάτων, καθώς και των θεμάτων οικονομικού και διοικητικής μέριμνας της Διεύθυνσης, ήταν υπεύθυνη για τη σύνταξη και παρακολούθηση των Προϋπολογισμών Επενδύσεων και Εκμετάλλευσης, καθώς και του πενταετούς προγράμματος της Διεύθυνσης, για τον συντονισμό, την παρακολούθηση, την επεξεργασία και την προώθηση των οικονομικών θεμάτων της Διεύθυνσης που έχουν σχέση με την ΕΟΚ, για τον συντονισμό θεμάτων προγραμματισμού δράσης και στόχων και απολογισμών της Διεύθυνσης, για τη γραμματειακή υποστήριξη της Διεύθυνσης.

Επιπλέον, στα πλαίσια της επαγγελματικής της επιμόρφωσης και ενημέρωσης, έχει παρακολουθήσει τριάντα πέντε (35) επιμορφωτικά σεμινάρια και συγκεκριμένα τα εξής: 1. "Διαχείριση και Διοίκηση Προμηθειών", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1987, διάρκειας 24 ωρών, 2. "Μ/Υ - Γλώσσα Βasic και Προγράμματα Υποστήριξης", ΑΕΒΕ Xoneywell ΒυΙΙ ΑΕ 1987, διάρκειας 100 ωρών, 3. "Συστηματοποίηση 'Εργου Διαχειριστών Χρηματικού", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1988, διάρκειας 40 ωρών, 4. "Management I ", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1989, διάρκειας 100 ωρών, 5. "Management II", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1990, διάρκειας 80 ωρών, 6. "Αρχές και Πλαίσια Τεχνικοοικονομικής Ανάλυσης και Χρηματοοικονομικής Διαχείρισης στη ΔΕΗ", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1991, διάρκειας 100 ωρών, 7. "Management ΙΙΙ", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1992, διάρκειας 82 ωρών, 8. "Γρήγορο Διάβασμα", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1994, διάρκειας 24 ωρών, 9. "Το Stress στον Εργασιακό Χώρο και η Αντιμετώπισή του", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1994, διάρκειας 24 ωρών, 10. "Επικοινωνία", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1994, διάρκειας 24 ωρών, 11. "Τύποι Συμπεριφοράς", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1994, διάρκειας 24 ωρών, 12. "Συνεργασία με βάση την προσωπικότητα", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1994, διάρκειας 24 ωρών, 13. "Η Πληροφορική στο γραφείο του Προϊσταμένου", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1994, διάρκειας 24 ωρών, 14. "Αξιολόγηση απόδοσης προσωπικού", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1994, διάρκειας 24 ωρών, 15. "Ανάθεση αρμοδιοτήτων", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1994, διάρκειας 24 ωρών, 16. "Ολική Ποιότητα", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1994, διάρκειας 24 ωρών, 17. "Προγράμματα d Βase ΙΙΙ ΡΙυs IV, ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 120 ωρών, 18. "Περιβάλλον Windows 3.1", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 120 ωρών, 19. "Excel for Windows", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 120 ωρών, 20."Access 2.0", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 120 ωρών, 21. "Word for Windows", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 120 ωρών, 22. "Λειτουργικό Σύστημα ΜS- DOS", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 120 ωρών, 23. "Διαδικασία λήψεως αποφάσεων", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 24. "Άσκηση ηγεσίας", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 25. "Management bγ Objectives", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 26. "Διαπραγματεύσεις", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 27. "Time management", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 28. "Αποτελεσματικές συσκέψεις", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 29. "Στρατηγική των επιχειρήσεων", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 30. "Project Management", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 31. "Συμβάσεις", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 32. "Διασφάλιση ποιότητας κατά ISO 9000", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 1995, διάρκειας 24 ωρών, 33. "Πρόγραμμα Μετεκπαίδευσης Οικονομικών Στελεχών", Πανεπιστήμιο Πειραιά 1996, διάρκειας 500 ωρών, 34. "Κόστος-Τεχνικές Κοστολόγησης", ΔΕΚΠ/ΔΕΗ 2001, διάρκειας 24 ωρών, 35. "Βασικής Εκπαίδευσης σε θέματα Απελευθερωμένης Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας για το διάστημα από 22-11-1998 έως 5-12-1998".

Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά σε πολύ καλό επίπεδο και λίγα ιταλικά και κατά το διάστημα από Σεπτέμβριο 2000 έως το Μάιο 2002 παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (Master of Business Administration (MBA) του Kingston University. Επίσης η ενάγουσα συμμετείχε σε διάφορες ομάδες εργασίας και ειδικότερα ήταν κατά τα έτη 1987-1991 μέλος ομάδας εργασίας που ασχολείτο με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, κατά τα έτη 1990-1993 μέλος Τρίτου Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως Προσωπικού, κατά τα έτη 1992-1995 μέλος - εκπρόσωπος της Γενικής Διεύθυνσης Παραγωγής στην επιτελική ομάδα για θέματα ανθρώπινου δυναμικού στα πλαίσια της συμφωνίας "ΘΑΛΗΣ", κατά τα έτη 1993-1996 μέλος της Επιτροπής για την ίδρυση Γραφείων Μεθόδων Εργασίας στους Πιλοτικούς Σταθμούς, το έτος 1995 μέλος της ομάδας για την υλοποίηση της Ενέργειας ΗR2 (Ανάπτυξη συστήματος πρόβλεψης των αναγκών σε θέσεις εργασίας και προσόντα) "ΘΑΛΗΣ", κατά τα έτη 1992-1997 μέλος της ομάδας για την υλοποίηση της Ενέργειας GT14 "ΘΑΛΗΣ", που αφορούσε θέματα αναδιοργάνωσης του Τομέα Συντήρησης στους Σταθμούς Παραγωγής.

Υπήρξε εκπρόσωπος Εκπαίδευσης της Γενικής Διεύθυνσης Παραγωγής για το διάστημα 1996-2001, Εισηγήτρια σε σεμινάρια της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης για Θέματα της Γενικής Διεύθυνσης Παραγωγής για το διάστημα 1997-2000 και μέλος-εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Παραγωγής στην ομάδα επικοινωνίας της Βασικής Επιχειρησιακής Μονάδας (ΒΕΜ) Παραγωγής για το διάστημα 1998-2001.

Η βαθμολογία της ενάγουσας ήταν κατά τα έτη 1993 έως και 1999 900 μονάδες και κατά το έτος 2000 856 μονάδες και κατά μέσο όρο την τελευταία τριετία 885 μονάδες. (......) Περαιτέρω, (συνεχίζει το Εφετείο) μεταξύ των προαχθέντων περιλαμβάνονται και οι εξής συνάδελφοι της ενάγουσας, τους οποίους προτείνει για σύγκριση και είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) 0 Ε.

Ε. προσελήφθη στις 16- 1-1987 στην κατηγορία Δ01/Α ως πτυχιούχος. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 3 από 1-2-1999 και το μισθολογικό κλιμάκιο 2 από 1-2-2002. Υπηρέτησε ως υπεύθυνος Δραστηριότητας "Γενικών Βιβλίων & Αναλυτικών Καθολικών Εκμετάλλευσης"/ΔΟΛ από 16-12-1991, ως Προϊστάμενος Υποτομέα Γενικής Λογιστικής / Τ.Γ../ ΔΟΛ από 15-2-1996 και ως Βοηθός Διευθυντή ΔΟΛ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 876 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ε. Ε. Προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά δέκα (10) έτη, ως προς τη βαθμολογία, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2- 1998, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το προηγούμενο μ.κ. 2 στις 1-2-2002, ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988 Υποτομέα Προϋπολογισμού και Οικονομικής Διαχείρισης του Τομέα Ηλεκτροδοτήσεων και Καταναλωτών της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Διανομής, από 16-7- 1991 της ανατέθηκαν καθήκοντα Τομεάρχη του Τομέα Διοικητικού και Οικονομικού της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Παραγωγής, τα οποία άσκησε έως 1-9-2001, συνεκτιμάται δε και το γεγονός ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 7206/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την προεκτεθείσα συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς της ανατέθηκαν με το υπ' αριθμ. 22790/5-10-2005 εγκριτικό σημείωμα καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, οπότε από την ημερομηνία αυτή λογίζεται ότι έχει πραγματοποιηθεί η ανάθεση των καθηκόντων αυτών, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα Γενικής Λογιστικής / Τ.Γ./ ΔΟΛ από 15-2-1996 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΟΛ από 19-11-2001.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 2) Ο Ν. Δ. προσελήφθη την 1-4-1987 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 από 1-4-1999. Υπηρέτησε ως Προστάμενος Υποτομέα Μελετών & Ανάπτυξης Δικτύων/ΔΜΚΛΔ από 2-12-1996, ως Τομεάρχης Προγραμματισμού/ΔΜΚΛΔ από 24-3-1998 και ως Βοηθός Διευθυντή ΔΑΔΔ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 876 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ν. Δ. προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά δέκα (10) έτη, ως προς τη βαθμολογία, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2- 1998, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

την 1-4-1999, ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μελετών & Ανάπτυξης Δικτύων/ΔΜΚΛΔ από 2-12-1996, ως Τομεάρχης Προγραμματισμού/ΔΜΚΛΔ από 24-3-1998 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΑΔΔ από 19-11-2001.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 3) Ο Ν. Δ. προσελήφθη την 1-7-1986 στην κατηγορία Τ2/Ζ ως πτυχιούχος Θετικών Επιστημών. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 2 από 1-7-2001. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα Πληροφοριακών Συστημάτων Προσωπικού - Ασφάλισης ΔΠΛΡ από 27-9-1 994 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΑΝΠ από 19- 11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 848 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ν. Δ. προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα (9) έτη, ως προς τη βαθμολογία, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-1998, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το προηγούμενο μ.κ. 2 στις 1-7-2001, ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Τομέα Πληροφοριακών Συστημάτων Προσωπικού - Ασφάλισης ΔΠΛΡ από 27-9-1994 και ως Βοηθός Διευθυντή ΔΑΝΠ από 19-11-2001.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει απλή υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 4) Δ. Κ. προσελήφθη στις 16-4-1 986 στην κατηγορία Δ01/Α ως πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών. Απέκτησε τομισθολογικό κλιμάκιο 2 από 16-4-2001. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Πληροφορικής/Τομέα Μελετών Μέσων & Πληροφορικής/ΔΕΚΠ από 22-12-1995 και ως Βοηθός Διευθυντή Διεύθυνσης Εκπαίδευσης (ΓΔ/ΑΝΠΟ) από 19-11-2001 η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 874 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Δ. Κ. προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα (9) έτη, ως προς τη βαθμολογία, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-1998, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το προηγούμενο μ.κ. 2 στις 16-4-2001, ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1- 2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5- 1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίο υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα Πληροφορικής/Τομέα Μελετών Μέσων & Πληροφορικής/ΔΕΚΠ από 22-12-1995 και ως Βοηθός Διευθυντή Διεύθυνσης Εκπαίδευσης (ΓΔ/ΑΝΠΟ) από 19-11-2001.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 5) 0 Β. Σ. προσελήφθη στις 1-9-1988 στην κατηγορία ΔΟ1/Β ως πτυχιούχος - εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 2 από 1-9-2000. Υπηρέτησε ως υπεύθυνος Δραστηριότητας Ταμιακού Προϋπολογισμού / ΔΟΛ από 1-3- 1995, ως Προϊστάμενος Τομέα Προϋπολογισμού ΔΟΛ από 1-2-1 998 και ως Βοηθός Διευθυντή Διεύθυνσης Σχεδιασμού Απόδοσης ΓΔ/0Υ από 19-11- 2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 863 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Β. Σ. προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά έντεκα (11) έτη, ως προ τη βαθμολογία, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-1998, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το προηγούμενο μ.κ. 2 στις 1-9-2000, ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως υπεύθυνος Δραστηριότητας Ταμιακού Προϋπολογισμού/ΔΟΛ από 1-3-1995, ως Προϊστάμενος Τομέα Προϋπολογισμού ΔΟΛ από 1-2-1 998 και ως Βοηθός Διευθυντή Διεύθυνσης Σχεδιασμού Απόδοσης ΓΔΙΟΥ από 19-11-2001.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 6) 0 Γ. Π. προσελήφθη στις 1-9-1987 στην κατηγορία Τ1/Α ως Διπλωματούχος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 από 1-9-1999. Υπηρέτησε ως Προσωρινός Διευθυντής Περιοχής Λιβαδειάς / ΔΠΚ από 27-4-1994, ως Διευθυντής Περιοχής Λιβαδειάς / ΔΠΚ από 7-3-1995, ως Επιτελικό Στέλεχος σε στάθμη Τομεάρχη ΒΟΚ στο Διευθυντή του Γραφείου Βοηθού Γενικού Διευθυντή Διανομής από 22-4-1996 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΑΔ/Π από 19-1 1-2001 η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998 2000 ήταν κατά μέσο όρο 849 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Γ. Π. Προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά δέκα (10) έτη, ως προς τη βαθμολογία, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-1998, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 1-9-1999. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφός της υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς την σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υιτέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας ως Προσωρινός Διευθυντής Περιοχής Λιβαδειάς / ΔΠΚ από 27-4-1994, ως Διευθυντής Περιοχής Λιβαδειάς / ΔΠΚ από 7-3-1995, ως Ειτιτελικό Στέλεχος σε στάθμη Τομεάρχη ΒΟΚ στο Διευθυντή του Γραφείου Βοηθού Γενικού Διευθυντή Διανομής από 22-4-1996 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΑΔ/Π από 19-11-2001.

Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 7) 0 Χ. Τ. προσελήφθη στις 16-1-1987 στην κατηγορία ΔΟ1/Β ως πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 από 16-1-1999. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα από 15-2-1996, ως Τομεάρχης Μηχανογραφικών Εφαρμογών/ΔΟΛ από 15-5-1998 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΣΑ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 868 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Χρήστου Τ. προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά δέκα (10) έτη, ως προς τη βαθμολογία, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-1998, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 16-1-1999, ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα από 15-2-1996, ως Τομεάρχης Μηχανογραφικών Εφαρμογών/ΔΟΛ από 15-5-1998 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΣΑ από 19-11-2001.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 8) 0 Ξ. Πρίνος προσελήφθη στις 16-10-1986 στην κατηγορία ΔΟ1/Β ως πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 από 16-10-2001. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα από 23-10-1991, ως Τομεάρχης Ειδικών Λογιστηρίων/ΔΟΛ από 15-12-1995 και ως Βοηθός Διευθυντή ΔΟΛ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 876 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ξ. Π. προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα (9) έτη, ως προς τη βαθμολογία, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-1998, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 16-10-2001, ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1 988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα από 23-10- 1991, ως Τομεάρχης Ειδικών Λογιστηρίων/ΔΟΛ από 15-12-1995 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΟΛ από 19-11-2001.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει απλή υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 9) 0 Σ. Β. προσελήφθη στις 16-5-1986 στην κατηγορία Τ3 ως Τεχνολόγος. Μετατάχθηκε στην κατηγορία ΤΙ από 1-12-1989. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 από 16-5-2001. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Τεκμηρίωσης & Μελετών Προοπτικής Ι ΔΣΠ από 1-1-1997 και ως Διευθυντής ΔΣΔΑΜ/Μ από 26-3-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 847 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσάντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Σπυρίδωνος Βάσσου προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα Κατά εννέα (9) έτη, ως προς τη βαθμολογία, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-1998, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 16-5-2001. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς την σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας ως Διευθυντής ΔΣΔΑΜ/Μ από 26-3-2001. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 10) 0 Δ.

Π. προσελήφθη στις 7-5-1986 στην κατηγορία Τ1/Α ως Δπτλωματούχος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο ΙΒ από 7-5-2001. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα Παρακολούθησης Ενεργειακών Θεμάτων της Ε.Ε. της Διεύθυνσης Στρατηγικής & Προγραμματισμού από 1- Ι-Ι 997 και ως Διευθυντής της Διεύθυνσης Στρατηγικής & Προγραμματισμού από 26-3-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 857 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Δ. Π. Προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα (9) έτη και ως προς τη βαθμολογία. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφός της υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς την σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας ως Διευθυντής της Διεύθυνσης Στρατηγικής & Προγραμματισμού από 26-3-2001 και ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1Β, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-2004, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 7-5-2001. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 11) Η Θ. Ι. προσελήφθη στις 16-10-1986 στην κατηγορία Δ01/8 ως πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 από 16-10-2001. Υπηρέτησε ως Προϊσταμένη Υποτομέα Προϋπολογισμού Επενδύσεων/ΔΟΛ από 2-1-1992, ως Τομεάρχης Οικονομικής Παρακολούθησης Συμβάσεων Έργων & Παραγγελιών/ΔΟΛ από 2-12-1 996 και ως Βοηθός Διευθυντή ΔΟΛ από 19- 11-2001, η δε βαθμολογία της κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 900 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και της ως άνω συναδέλφου της Θ. Ι. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτής ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα (9) έτη, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2- 1998, ενώ η ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 16-10-2001, ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1 995, έναντι της ως άνω συναδέλφου της, η οποία υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊσταμένη Υποτομέα Προϋπολογισμού Επενδύσεων/ΔΟΛ από 2-1-1992, ως Τομεάρχης Οικονομικής Παρακολούθησης Συμβάσεων Έργων & Παραγγελιών/ΔΟΛ από 2-12-1996 και ως Βοηθός Διευθυντή ΔΟΛ από 19-11-2001.

Αντίθετα η ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς τη βαθμολογία. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι της ως άνω συναδέλφου της. 12) 0 Ζ. Σ. προσελήφθη στις 16-6-1986 στην κατηγορία ΤΙ/Α ως Διπλωματούχος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο ΙΑ από 16-6-2001.

Υπηρέτησε ως Επιτελικό Στέλεχος σε στάθμη Τομεάρχη ΒΟΚ στο Διευθυντή του Γραφείου Γενικής Διεύθυνσης από 1-2-1994, ως Προϊστάμενος Τομέα του Γραφείου Γενικής Διεύθυνσης από 1-6-1994 και ως Βοηθάς Διευθυντής του Γραφείου Διευθύνοντος Συμβούλου από 19-11- 2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 861 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ζ. Σ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα (9) έτη και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Επιτελικό Στέλεχος σε στάθμη Τομεάρχη ΒΟΚ στο Διευθυντή του Γραφείου Γενικής Διεύθυνσης από 1-2- 1994, ως Προϊστάμενος Τομέα του Γραφείου Γενικής Διεύθυνσης από 1-6-1994 και ως Βοηθός Διευθυντής του Γραφείου Διευθύνοντος Συμβούλου από 19-11-2001, ως προς τη βαθμολογία και ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1 Α, το οποίο απέκτησε στις 1-2-2001, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

από 16-6-2001. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει απλή υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 13) 0 Α. Α. προσελήφθη στις 16-5-1986 στην κατηγορία Τ1/Ζ ως Διπλωματούχος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Α από 16-5-2001. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Τηλεπληροφορικής από 27-9-1994 και ως Βοηθός Διευθυντής Διεύθυνσης Πληροφορικής (ΓΔ/0Υ) από 19-11- 2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 900 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Α. Α. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα (9) έτη, ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1Α και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Τομεάρχης Τηλεπληροφορικής από 27-9- 1994 και ως Βοηθός Διευθυντής Διεύθυνσης Πληροφορικής (ΓΔΙ0Υ) από 19-11-2001.

Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφός της υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς τη βαθμολογία. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 14) 0 Κ. Ορδόλης προσελήφθη στις 17-2-1986 στην κατηγορία ΔΟ1/Β ως πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Α από 17-2-2001.

Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Επικοινωνίας / ΔΕ από 15-7- 1994 και ως Βοηθός Διευθυντής Επικοινωνίας από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 836 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Κ.

Ορδόλη προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα Κατά εννέα (9) έτη, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Τομεάρχης Επικοινωνίας / ΔΕ από 15-7-1994 και ως Βοηθάς Διευθυντής Επικοινωνίας από 19-11-2001.

Είναι σχεδόν ισοδύναμοι ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1Α, το οποίο ο ως άνω Κ. Ορδόλης απέκτησε στις 17-2-2001, ενώ η ενάγουσα απέκτησε το ίδιο μ.κ. από 1-2-2001. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει απλή υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 15) 0 Π. Μ. προσελήφθη στις 16-12-1985 στην κατηγορία ΤΙ/Α ως Μηχανικός.

Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο ΙΑ από 16-12-2000. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Β' Μηχανολογικής Συντήρησης ΑΗΣ Αμυνταίου - Φιλώτα / ΔΕΠ από 1-6-1989, ως Τομεάρχης Συντήρησης ΑΗΣ Αμυνταίου - Φιλώτα (ΔΕΠ από 16-7-1998 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΥΚΠΠ από 19-11- 2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 849 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Π. Μ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά οκτώ (8) έτη, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1 988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα Β' Μηχανολογικής Συντήρησης ΑΗΣ Αμυνταίου - Φιλώτα / ΔΕΠ από 1-6-1989, ως Τομεάρχης Συντήρησης ΑΗΣ Αμυνταίου - Φιλώτα /ΔΕΠ από 16-7-1998 και ως Βοηθάς Διευθυντή ΔΥΚΠΠ από 19-11-2001.

Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο απέκτησε στις 16-12-2000 έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2001. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 16) 0 Ε.

Δ. προσελήφθη στις 16-12-1985 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Α από 16-12-2000. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Συνεργείων Υποστήριξης / ΛΚΜ από 16-6-1994, ως Προϊστάμενος Τομέα Μηχανολογικού Εξοπλισμού / ΛΚΜ από 1-5-1997 και ως Βοηθάς Διευθυντής ΔΛΚΔΜ από 12-4-2002, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 830 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ε. Δ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά οκτώ (8) έτη, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστική επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή Β0Κ από 1-5-1 995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα Συνεργείων Υποστήριξης / ΛΚΜ από 16-6-1994, ως Προϊστάμενος Τομέα Μηχανολογικού Εξοπλισμού / ΛΚΜ από 1-5-1997 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΛΚΔΜ από 12-4-2002.

Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο απέκτησε στις 16-12-2000, έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2001. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 17) 0 Ν.

Ρούσσος προσελήφθη στις 2-12-1985 στην κατηγορία ΤΙ/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 2-12-2000. Υπηρέτησε ως Διευθυντής Κλιμακίου Εποπτείας Έργων (ΚΕΕ) Χανίων από 5-4-1995 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΜΚΘ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 870 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ν.

Ρούσσου προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά οκτώ (8) έτη και ως προς τη βαθμολογία. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφός της υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς την σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας ως Διευθυντής Κλιμακίου Εποπτείας Έργων (ΚΕΕ) Χανίων από 5-4-1995 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΜΚΘ από 19-11-2001 και ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1Α, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-2001, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 2-12-2000. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 18) 0 Η. Μ. προσελήφθη στις 2-12-1985 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Α από 2-12-2000. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Κατασκευών Περ. Πειραιά / ΔΠΑ από 16-6-1986, ως Τομεάρχης Κατασκευών Περ.

Πειραιά / ΔΠΑ από 1-3-1988, ως Προϊστάμενος Πρακτορείου Καλλιθέας / ΔΠΑ από 1-11-1992 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΕΕΠ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 900 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Η.

Μ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά οκτώ (8) έτη. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφός της υπερέχει έναντι αυτής ως προς τη βαθμολογία, ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε καθήκοντα ως Προϊστάμενος Υποτομέα Κατασκευών Περ.

Πειραιά / ΔΠΑ από 16-6-1986, ως τομεάρχης Κατασκευών Περ.Πειραιά / ΔΠΑ από 1-3-1988, ως Προϊστάμενος Πρακτορείου Καλλιθέας / ΔΠΑ από 1-11-1992 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΕΕΠ από 19-11-2001, ενώ η ενάγουσα άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-Ι 988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995 και ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1Α, το οποίο απέκτησε στις 2-12-2000, ενώ η ενάγουσα απέκτησε το ίδιο μ.κ.

από 1-2-2001. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 19) 0 Λ. Λ. προσελήφθη στις 18-11-1985 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Α από 18-11-2000. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μηχανολογικών Μελετών / ΔΜΚΘ από 10-12-1993 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΜΚΘ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν Κατά μέσο όρο 900 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Λ. Λαμπρόπουλου προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά οκτώ (8) έτη και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1- 2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστική επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μηχανολογικών Μελετών / ΔΜΚΘ από 10-12-1993 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΜΚΘ από 19-11-2001.

Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1 Α, το οποίο απέκτησε στις 18-11-2000, έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2001 και ως προς τη βαθμολογία. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει απλή υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 20) 0 Μ.

Χ. - Κ. προσελήφθη στις 10-9-1984 στην κατηγορία Τ1/Δ ως Διπλωματούχος Μεταλλειολόγος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Α από 10-9-1999. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα Προγραμματισμού & Κοιτασματολογικών Μελετών / ΔΛΕ από 15-9- 1997, ως Προϊστάμενος Τομέα της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος Ορυχείων από 15-10-2001 και ως Βοηθός Διευθυντής Περιβάλλοντος Ορυχείων ΔΣΑ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 861 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Μ. Χ. - Κ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστική επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Τομέα Προγραμματισμού & Κοιτασματολογικών Μελετών / ΔΛΕ από 15-9-1997, ως Προϊστάμενος Τομέα της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος Ορυχείων από 15-10-2001 και ως Βοηθός Διευθυντής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος Ορυχείων ΔΣΑ από 19-11- 2001.

Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1 Α, το οποίο απέκτησε στις 10-9-1999, έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2001. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 21) 0 Λ.

Γ. προσελήφθη στις 26-6-1984 στην κατηγορία ΤΙ/Α ως Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Α από 26-6- 1999. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μετρητών & Οργάνων του Τεχνικού Τομέα του ΚΔ/ΔΠΝ από 1-1-1988, ως Προϊστάμενος Κλιμακίου Ήπιων Μορφών Ενέργειας του ΚΠ/ΔΠΝ από 16-1 0-1 990, ως Προϊστάμενος Τεχνικού Τομέα του Κλάδου Διανομής ΔΠΝ από 2-5-1 995 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΠΝ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 840 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Λ. Γ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστική επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μετρητών & Οργάνων του Τεχνικού Τομέα του ΚΔΙΔΠΝ από 1-1-1988, ως Προϊστάμενος Κλιμακίου Ήπιων Μορφών Ενέργειας του ΚΠ/ΔΠΝ από 16- 10-1990, ως Προϊστάμενος Τεχνικού Τομέα του Κλάδου Διανομής ΔΠΝ από 2-5-1995 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΠΝ από 19-11-2001.

Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο απέκτησε στις 26-6-1 999, έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2001. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει απλή υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 22) 0 Α.

Π. προσελήφθη στις 21-6-1984 στην κατηγορία Τ1/Α ως Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Α από 26-1999. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Εκμετάλλευσης του Τεχνικού Τομέα / Περιοχή Ελευσίνας ΔΠΑ από 1-4-1985, ως Διευθυντής Περιοχής Ελευσίνας / ΔΠΑ από 1-5-1986, ως Προϊστάμενος Πρακτορείου Αθήνας / Περιοχή Αθήνας / ΔΠΑ από 1-6-Ι 992, ως Διευθυντής Περιοχής Περιστερίου / ΔΠΑ από 1-4- 1993, ως Επιτελικό Στέλεχος σε στάθμη Τομεάρχη ΒΟΚ στο Διευθυντή της ΔΠΑ από 11-5-1994 και ως Βοηθός Διευθυντής Διεύθυνσης Σχεδιασμού & Διαχείρισης Απόδοσης Μονάδων Διανομής από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 847 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Α. Π. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη και ως προς τη βαθμολογία. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς την σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας ως Προϊστάμενος Υποτομέα Εκμετάλλευσης του Τεχνικού Τομέα / Περιοχή Ελευσίνας ΔΠΑ από 1-4-1985, ως Διευθυντής Περιοχής Ελευσίνας / ΔΠΑ από 1-5-1986, ως Προϊστάμενος Πρακτορείου Αθήνας / Περιοχή Αθήνας / ΔΠΑ από 1-6-1992, ως Διευθυντής Περιοχής Περιστερίου /ΔΠΑ από 1-4-1993, ως Επιτελικό Στέλεχος σε στάθμη Τομεάρχη ΒΟΚ στο Διευθυντή της ΔΠΑ από 11-5-1994 και ως Βοηθός Διευθυντής Διεύθυνσης Σχεδιασμού & Διαχείρισης Απόδοσης Μονάδων Διανομής από 19-11-2001 και ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-2001, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 2 1-6-1999. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 23) 0 Ι. Α. προσελήφθη στις 21-6-1984 στην κατηγορία Τ1/Α ως Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 21-6-1999. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Υψηλής Τάσης / ΚΔΕΠ από 16-5-1997 ως Βοηθός Διευθυντής ΚΔΕΠ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του Κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 869 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ι. Α. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Τομεάρχης Υψηλής Τάσης / ΚΔΕΠ από 16-5-1997 και ως Βοηθός Διευθυντής ΚΔΕΠ από 19-11-2001.

Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο απέκτησε στις 21-6-1999, έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2001. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 24) 0 Δ.

Π. προσελήφθη στις 20-6- 1984 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Β από 20-8-2001. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Τεχνικού / ΔΠΚ από 1-7-1997 και ως Βοηθός Διευθυντής ΔΠΚΕ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 838 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Δ.

Π. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστική επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Τομεάρχης Τεχνικού / ΔΠΚ από 1-7-1997 και ως Βοηθάς Διευθυντής ΔΠΚΕ από 19-11-2001.

Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Β, το οποίο απέκτησε στις 20-8-2001, έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2004. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 25) Η Δ.

Μ. προσελήφθη στις 8-6-1984 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 8-6-1999. Υπηρέτησε ως Προϊσταμένη Τομέα Ηλεκτρομηχανολογικού Εξοπλισμού / ΔΛΕ από 1-10-1992 και ως Βοηθός Διευθύντρια ΔΑΔ/0Ρ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία τις κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 861 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και της ως άνω συναδέλφου της Δ.

Μ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτής ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστική επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι της ως άνω συναδέλφου της, η οποία υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊσταμένη Τομέα Ηλεκτρομηχανολογικού Εξοπλισμού / ΔΛΕ από 1-ΙΟ- 1992 και ως Βοηθός Διευθύντρια ΔΑΔ/ΟΡ από 19-11-2001.

Αντίθετα η ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο απέκτησε στις 8-6-1 999, έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2001. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει απλή υπεροχή της ενάγουσας έναντι της ως άνω συναδέλφου της. 26) 0 Ι.

Μ. προσελήφθη στις 12-6-1984 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 12-6-1999. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Συντήρησης & Λειτουργίας ΥΗΣ Λάδωνα από 1-1-1 985 και ως Διευθυντής Συγκροτήματος Αχελώου / ΔΕΥ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 853 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ι. Μ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη και ως προς τη βαθμολογία. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφός της υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς την σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης , αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας ως προϊστάμενος Υποτομέα Συντήρησης και Λειτουργίας ΥΗΣ Λάδωνα από 1-1-85 και ως Διευθυντής Συγκροτήματος Αχελώου/ΔΕΥ από 19-11-2001 και ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-2001, ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 12-6-1999. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 27) 0 Μ. Τ. προσελήφθη στις 17-4-1989 στην κατηγορία Τ1/Α ως Διπλωματούχος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 17-4-2001. Υπηρέτησε ως Βοηθός Διευθυντής της Διεύθυνσης Υλικού & Προμηθειών Μεταφοράς από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 900 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Μ. Τ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά δώδεκα (12) έτη και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστική επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Βοηθός Διευθυντής της Διεύθυνσης Υλικού & Προμηθειών Μεταφοράς από 19-11- 2001 και ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο απέκτησε στις 1-2-2001, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 17-4-2001. Αντίθετα ο τελευταίος υπερέχει έναντι της ενάγουσας στη βαθμολογία. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 28) Η Β. Τ. προσελήφθη στις 12-6-1 984 στην κατηγορία Τ1/Ε ως Χημικός Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 12-6-1999. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Περιβάλλοντος / ΔΜΚΘ από 15-11-1996 και ως Διευθύντρια Διεύθυνσης Περιβάλλοντος Παραγωγής από 26-3-2001, η δε βαθμολογία τη κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 869 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και της ως άνω συναδέλφου της Β. Τ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτής ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη και ως προς τη βαθμολογία. Αντίθετα η ως άνω συνάδελφος της υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς την σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας ως Διευθύντρια Διεύθυνσης Περιβάλλοντος Παραγωγής από 26-3-2001 και ως προς το χρόνο κτήσης του μ.κ. 1 Α, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-2001, ενώ η ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 12-6-1999. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι της ως άνω συναδέλφου της. 29) 0 Α. Μ. προσελήφθη στις 1-6-1984 στην κατηγορία Τ1/Α ως Διπλωματούχος Μηχανολόγος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 1-6-1999. Υπηρέτησε ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τεχνικού Τομέα της περιοχής Σύρου του Κλάδου Διανομής / ΔΠΝ από 15-9-1984, ως Αναπληρωτής Διευθυντής Περιοχής Σύρου του κλάδου Διανομής /ΔΠΝ από 1-9-1985, ως Επιτελικό Στέλεχος στο Διευθυντή ΔΠΝ σε στάθμη Τομεάρχη ΒΟΚ από 5-6- 1991 και ως Διευθυντής της Διεύθυνσης Σχεδιασμού & Διαχείρισης Απόδοσης Μονάδων / Διανομής από 26-3-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 876 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Α. Μ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη και ως προς τη βαθμολογία. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφός της υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς την σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τεχνικού Τομέα της Περιοχής Σύρου του Κλάδου Διανομής / ΔΠΝ από 15-9-1984, ως Αναπληρωτής Διευθυντής Περιοχής Σύρου του Κλάδου Διανομής / ΔΠΝ από 1-9-1985, ως Επιτελικό Στέλεχος στο Διευθυντή ΔΓ]Ν σε στάθμη Τομεάρχη ΒΟΚ από 5-6-1991 και ως Διευθυντής Σχεδιασμού & Διαχείρισης Απόδοσης Μονάδων / Διανομής από 26-3-2001 και ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-2001 ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 1-6-1999. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 30) Ο Κ. Θ. προσελήφθη στις 4-4-1984 στην κατηγορία Τ1/Β ως Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 Α από 4-4-1999. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μισθώσεων - Εκμισθώσεων Ακινήτων / Τομέα Διαχείρισης Ακινήτων του Κλάδου Διαχείρισης & Συντήρησης Ακινήτων / ΔΥΣ από 16-3-1992 και ως Βοηθός Διευθυντής της ΔΥΣ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 876 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Κ. Θ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη Β0Κ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδέλφου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μισθώσεων - Εκμισθώσεων Ακινήτων / Τομέα Διαχείρισης Ακινήτων του Κλάδου Διαχείρισης & Συντήρησης ακινήτων / ΔΥΣ από 16-3-1992 και ως Βοηθός Διευθυντής της ΔΥΣ από 19-11-2001.

Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής και ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1Α, το οποίο απέκτησε στις 4-4-1999, έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2001. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 31) 0 Α.

Λ. προσελήφθη στις 1-2-1984 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 1-2-1999. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Λειτουργίας ΑΗΣ Αμυνταίου - Φιλώτα από 1-11-1986, ως Τομεάρχης Λειτουργίας ΑΗΣ Αμυνταίου - Φιλώτα από 1-5-1994 και ως Διευθυντής ΑΗΣ Φλώρινας / ΔΕΘ (Δ/ντής Κλάδου) από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 777 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Α. Λ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη και ως προς τη βαθμολογία. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφός της υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς την σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας ως Προϊστάμενος Υποτομέα Λειτουργίας ΑΗΣ Αμυνταίου - Φιλώτα από 1-11-1986, ως Τομεάρχης Λειτουργίας ΑΗΣ Αμυνταίου - Φιλώτα από 1-5-1994 και ως Διευθυντής ΑΗΣ Φλώρινας / ΔεΘ (Δ/ντής Κλάδου) από 19-11-2001 και ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου 1 Α, το οποίο η ενάγουσα απέκτησε από 1-2-2001 ενώ ο ως άνω συνάδελφός της απέκτησε το ίδιο μ.κ.

στις 1-2-1999. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της. 32) 0 Δ. Ζ. προσελήφθη στις 2-1-1984 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Β από 2-1-2002. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα Ηλεκτρολογικής Συντήρησης του / 4- Ορυχ. Νοτ. Πεδίου / ΛΚΠΑ από 1-8-1 993 και ως Βοηθάς Διευθυντής ΔΛΚΔ από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν Κατά μέσο όρο 854 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Δ. Ζ. προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την ανάθεση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Υποτομεάρχη ΒΟΚ από 1-2-1988, καθήκοντα Τομεάρχη από 16-7-1991 και κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ από 1-5-1995, έναντι του ως άνω συναδ/φου της, ο οποίος υπηρέτησε μεταγενέστερα ως Προϊστάμενος Τομέα Συντήρησης του Ορυχ.

Νοτ. Πεδίου / ΛΚΠΑ από 1-8- 1993 και ως Βοηθάς Διευθυντής ΔΛΚΔ από 19-11-2001. Αντίθετα ο ως άνω συνάδελφος της ενάγουσας υπερέχει έναντι αυτής ως προς το χρόνο κτήσης του μισθολογικού κλιμακίου ΙΒ, το οποίο απέκτησε στις 2-1-2002, έναντι της ενάγουσας, η οποία απέκτησε το ίδιο μ.κ. στις 1-2-2004. Με βάση τα ανωτέρω δεν προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας έναντι του ως άνω συναδέλφου της.

Ενόψει των προεκτεθέντων προκύπτει καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι των ως άνω δεκατριών (13) συναδέλφων της, ήτοι του Ε. Ε., Ν. Δ., Δ. Κ., Β. Σ., Χ. Τ., Θ. Ι., Π. Μ., Ε. Δ., Μ. Χ.-Κ., Ι. Α., Δ. Π., Μ. Τ. και Κ. Θ.. Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο) η εναγόμενη προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, την οποία επαναφέρει με την έφεση και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, τη διακωλυτική ένσταση, σύμφωνα με την οποία και αν ακόμη δεν προαγόταν ένας εκ των ανωτέρω αναφερομένων από την ενάγουσα προς σύγκριση, ως προς τους οποίους κρίθηκε ότι η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς, θα προάγονταν οι εξής συνάδελφοι της ενάγουσας, οι οποίοι υπερείχαν έναντι αυτής, ήτοι οι: 1) Α.

Τ., 2) Ι. Τ., 3) Ι. Δ., 4) Θ. Μ., 5) Λ. Μ., 6) Κ. Μ., 7) Π. Γ., 8) Α. Μ., 9) Δ. Λ., 10) Κ. Κ., 11) Χ. Β., 12) Ν. Π., 13) Ι. Δ., 14) Σ. Ζ., 15) Χ. Ι., 16) Π. Ί., 17) Ι. Ι., 18) Μ. Κ., 19) Π. Κ., 20) Ν. Λ., 21) Λ. Π., 22) Τ. Σ., 23) Β. Σ., 24) Γ. Σ., 25) Δ. Γ., 26) Ι. Μ., 27) Σ. Γ., 28) Κ. Ρ., 29) Β. Μ. και 30) Α. Κ., οι οποίοι είχαν τα ακόλουθα προσόντα: Συγκεκριμένα 1) 0 Α. Τ. προσελήφθη στις 14-4-1976 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός.

Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 14-4-1997. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα Μορφών Ηλιακής Ενέργειας / ΔΕΜΕ από 1-1-1990, ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Τομεάρχη Β0Κ στο Διευθυντή του Γ.ΒΓΔ/Α από 3-11-1994 και ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Διευθυντή Β0Κ στο ΔΝΣ από 2-4-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 774 μονάδες.

Επιπλέον κατέχει Δίπλωμα σε Ενεργειακά Συστήματα (in Power Systems) Imperial College Λονδίνο 1984 και Διδακτορικό Δίπλωμα "Doctor of Philosophy" University of London (1984). Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Α. Τ. προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ως προς τη σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας, ως προς την Κατοχή υψηλότερου μ.κ.

και ως προς τις σπουδές. 2) 0 Ι. Τ. προσελήφθη στις 7-6-1984 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 7-6-1999. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα Υλικών Δικτύων και Υποσταθμών της Διεύθυνσης Προμηθειών Διανομής (ΔΠΔ) από 19-5-1997, ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Διευθυντή ΒΟΚ στο Γενικό Διευθυντή Διανομής από 15-4-2002, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 864 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ι. Τ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει καταφανώς έναντι του ως άνω συναδέλφου της ενόψει του ότι αυτή (ενάγουσα) έχει υπεροχή ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ως προς την άσκηση καθηκόντων στάθμης ευθύνης νωρίτερα από τον ως άνω συνάδελφό της και ως προς τη βαθμολογία. 3) 0 Ι.

Δ. προσελήφθη στις 3-2-1972 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 3-2-1993. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Συντήρησης ΥΗΣ Κρεμαστών / ΔΕΠΜ από 1-8-1974, ως Προϊστάμενος Υποτομέα Λειτουργίας ΥΗΣ Κρεμαστών / ΔΕΠΜ από 1-10-1976, ως Προϊστάμενος Υποτομέα Λειτουργίας ΥΗΣ Καστρακίου / ΔΕΠΜ από 20-2-1980, ως Προϊστάμενος Υποτομέα Συντήρησης ΥΗΣ Καστρακίου / ΔΕΠΜ από 15-11-1982, ως Προϊστάμενος Υποτομέα Λειτουργίας παράλληλα με τα καθήκοντα Υποτομέα Συντήρησης ΥΗΣ Καστρακίου / ΔΕΠΜ από 1-1-1986, ως Διευθυντής ΥΗΣ Γ.

Λ. (Πρώην ΥΗΣ Καστρακίου) ΔΕΠΜ από 1-2- 1990 και ως Επιτελικός Βοηθός Διευθυντής Κλάδου ΒΟΚ (ΔΕΥ) από 26-11- 2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 885 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ι.

Δ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ως προς τη σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας και νωρίτερα από αυτήν, καθώς και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 4) 0 Θ.

Μ. προσελήφθη στις 3- 8-1981 στην κατηγορία Τ1/Δ ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Β από 3-8-1999. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Ορυχείου Αμυνταίου (ΛΚΠ-Α) από 1-9-1986, ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Βοηθού Διευθυντή Κλάδου (ΛΚΠ-Α) από 16-9-1991, ως Διευθυντής Κλάδου Ορυχείων (ΛΚΜ) από 1-6-1993 και ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ στο Διευθυντή της ΔΑΟ από 17-3-1997, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 814 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Θ. Μ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας και νωρίτερα από αυτήν, καθώς και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 5) 0 Λ.

Μ. προσελήφθη στις 13-8-1970 ως Καταμετρητής - Εισπράκτορας. Στις 1-8-1978 μετατάχτηκε στην Κατηγορία Δ01/Α (Πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών Οικονομικών και Θεωρητικών Επιστημών). Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Α από 1-8- 1999. Υπηρέτησε ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ στο Διευθυντή της Διεύθυνσης Υπηρεσιών Στέγασης (ΔΥΣ) από 1-9-1 990, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 827 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Λ. Μ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ως προς τη σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας και νωρίτερα από αυτήν, καθώς και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 6) 0 Κ.

Μ. προσελήφθη στις 2-11-1987 ως Μηχανικός στην Κατηγορία Τ1/Β. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1 από 2-11-1999. Υπηρέτησε ως Βοηθός Διευθυντής στο Γραφείο Γενικής Διεύθυνσης (ΓΓΔ) από 1-5-1995 και ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ στο Διευθυντή του Γραφείου Διευθύνοντος Συμβούλου (Γ.ΔΝΣ) από 19-11-2001, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 817 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Κ. Μ. προκύπτει, ότι η ενάγουσα υπερέχει καταφανώς έναντι του ως άνω συναδέλφου της ενόψει του ότι αυτή (ενάγουσα) έχει υπεροχή ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ως προς την άσκηση καθηκόντων στάθμης ευθύνης νωρίτερα από τον ως άνω συνάδελφό της, ως προς τη βαθμολογία, καθώς και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 7) 0 Π.

Γ. προσελήφθη στις 31- 5-1975 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 1-6-1996. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Βελτιώσεων και Αποτελεσμάτων ΑΗΣ Πτολεμαϊδας / ΔΕΠ από 1-10-1980, ως Προϊστάμενος Υποτομέα Ηλεκτρολογικής Συντήρησης ΑΗΣ Λαυρίου / ΔΕΠ από 1-4-1984, ως Προϊστάμενος Τομέα Συντήρησης ΑΗΣ Λαυρίου / ΔΕΠ από 1-5-1994, ως Προσωρινός Διευθυντής ΑΗΣ Λαυρίου / ΔΕΠ από 19-5-1994, ως Διευθυντής ΑΗΣ Λαυρίου / ΔΕΠ από 14-7-Ι994, ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Βοηθού Διευθυντή Κλάδου στο Διευθυντή Κλάδου Θερμικής Παραγωγής - Νοτίου Συστήματος / ΔΕΠ από 1-2-1998, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 841 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Π. Γ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ως προς τη σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας και νωρίτερα από αυτήν, καθώς και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 8) 0 Α.

Μ. προσελήφθη στις 12-10-1977 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 19-4-1998. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μηχανολογικής Συντ/σης ΑΗΣ Καρδιάς / ΔΕΠ από 1-6-1984, ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μηχανολογικής Συντ/σης Λεβήτων ΑΗΣ Καρδιάς / ΔΕΠ από 1-10-1986, ως Διευθυντής ΥΗΣ Πολυφύτου ΔΕΠ από 16-4-1987, ως Διευθυντής ΑΗΣ Πτολεμαϊδας / ΔΕΠ από 10-5-1993, ως Διευθυντής ΥΗΣ Πολυφύτου / ΔΕΠ από 8-12-1993, ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Βοηθού Διευθυντή Κλάδου στο Διευθυντή της ΔΜΚΘ από 11-1-1994, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 797 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Α. Μ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας και νωρίτερα από αυτήν, καθώς και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 9) 0 Δ.

Λ. προσελήφθη στις 29-4-1981 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο 1Β από 29-4-1999. Υπηρέτησε ως Διευθυντής ΑΗΣ Μεγαλόπολης Β/ΔΕΠ από 11-2-1991 και ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Βοηθού Διευθυντή Κλάδου στο Διευθυντή Κλάδου Θερμικής Παραγωγής Νοτίου Συστήματος / ΔΕΠ από 8-12-1993, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 814 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Δ. Λ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας και νωρίτερα από αυτήν, καθώς και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 10) 0 Κ.

Κ. προσελήφθη στις 1-9-1983 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό Κλιμάκιο 1Β από 1-9-2001. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα Μηχανολογικής Συντ/σης ΑΗΣ Αλιβερίου / ΔΕΠ από 1-8-1987, ως Προσωρινός Διευθυντής ΑΗΣ Αλιβερίου / ΔΕΠ από 1-1-1994, ως Διευθυντής ΑΗΣ Αλιβερίου / ΔΕΠ από 12-5-1 994 και ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Βοηθού Διευθυντή Κλάδου στο Διευθυντή Κλάδου Θερμικής Παραγωγής Νοτίου Συστήματος /ΔΕΠ από 16-2-1997, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 804 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Κ. Κ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη σημαντικότητα των καθηκόντων στάθμης ευθύνης, αφού αυτός άσκησε υπέρτερα καθήκοντα έναντι της ενάγουσας και νωρίτερα από αυτήν, καθώς και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 11) 0 Χ.

Β. προσελήφθη στις 4-3-1977 στην κατηγορία Τ1/Α ως Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 4-3-1998. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα Β0Κ από 1-7-1987, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 900 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Χ.

Β. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς την άσκηση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, τα οποία άσκησε νωρίτερα από αυτήν, ως προς τη βαθμολογία και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 12) 0 Ν. Γ. προσελήφθη στις 27-9-1977 στην κατηγορία Τ1/Α ως Διπλωματούχος Μηχανολόγος - Ηλεκτρολόγος Μηχανικός.

Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 30-9-1998. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα ΒΟΚ από 16-5-1995, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 900 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ν. Γ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει απλώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς την βαθμολογία και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 13) 0 Ι.

Ι. προσελήφθη στις 4-6-1976 στην κατηγορία ΤΙ/Α ως Διπλωματούχος Μηχανολόγος - Ηλεκτρολόγος Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 4-6- 1997. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα ΒΟΚ (ΔΕΜ) προσωρινά από 1 - 10-1988 και οριστικά από 16-7-1990, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 829 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ι. Ι. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς την άσκηση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, τα οποία άσκησε νωρίτερα από αυτήν, ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 14) 0 Μ.

Κ. προσελήφθη στις 9-5-1977 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανολόγος - Μηχανικός. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 9-5-1998. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα ΒΟΚ (ΔΑ0) από 15-1-1991, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 847 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Μ.

Κ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς την άσκηση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, τα οποία άσκησε νωρίτερα από αυτήν, καθώς και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ. 15) 0 Π. Κ. προσελήφθη στις 9-8-1976 στην κατηγορία Τ1/Α ως Μηχανολόγος - Ηλεκτρολόγος.

Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 9-8-1997. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα ΒΟΚ (ΔΜΚΘ) από 1-3-1992, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 870 μονάδες. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Π. Κ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει απλώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς την Κατοχή υψηλότερου μ.κ., ενώ ως προς την άσκηση καθηκόντων στάθμης ευθύνης, του ανατέθηκαν τέτοια καθήκοντα επτά (7) μήνες αργότερα από την ενάγουσα. 16) 0 Ν.

Λ. προσελήφθη στις 29-6-1970 ως μαθητευόμενος Μηχανοτεχνίτης. Την 1-7-1985 μετατάχτηκε στην κατηγορία Τ1/Α ως Διπλωματούχος της Ανωτάτης Σχολής Μηχανολόγων - Ηλεκτρολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Απέκτησε το μισθολογικό κλιμάκιο Β1 από 16-10-2000. Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τομέα ΒΟΚ (ΔΥΜ) από 16- 1-1995, η δε βαθμολογία του κατά την τριετία 1998-2000 ήταν κατά μέσο όρο 839 μονάδες.

Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και του ως άνω συναδέλφου της Ν. Λ. προκύπτει, ότι ο τελευταίος υπερέχει απλώς έναντι της ενάγουσας ενόψει του ότι έχει υπεροχή ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς την κατοχή υψηλότερου μ.κ.

Επομένως με βάση τα προεκτεθέντα και αν ακόμη δεν είχαν προαχθεί στο μ.κ. Β της Γ κατηγορίας κατά την ως άνω κρίση οι ως άνω δεκατρείς (13) συνάδελφοι της ενάγουσας, ήτοι οι Ε. Ε., Ν. Δ., Δ. Κ., Β. Σ., Χ. Τ., Θ. Ι., Π. Μ., Ε.Δ., Μ. Χάμψας-Κ., Ι. Α., Δ. Π., Μ. Τ. και Κ. Θ., πάλι δεν θα είχε προαχθεί η ενάγουσα, γιατί θα έπρεπε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να προαχθούν αντί γι' αυτήν οι επίσης παραλειφθέντες συνάδελφοί της Α.

Τ., Ι. Δ., Θ. Μ., Λ. Μ., Π. Γ., Α. Μ., Δ. Λ., Κ. Κ., Χ. Β., Ν. Γ., Ι. Ι., Μ. Κ., Π. Κ., Ν. Λ., οι οποίοι υπερτερούσαν είτε καταφανώς είτε απλώς εκείνης κατά τις αναφερόμενες ως άνω διακρίσεις. Ενόψει αυτών η διακωλυτική ένσταση που πρότεινε η εναγόμενη είναι ουσιαστικά βάσιμη, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών αναφερομένων προς σύγκριση σύμφωνα με τη διακωλυτική ένσταση και ως εκ τούτου η παράλειψη προαγωγής της ενάγουσας έναντι των προαναφερομένων δεκατριών συναδέλφων της δεν χαρακτηρίζεται κατάφωρα άδικη και αντίθετη προς την καλή πίστη, με την κρίση της δε αυτή η εναγόμενη δεν υπερέβη τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά συνέπεια το αίτημα της αγωγής, περί μετάταξης της ενάγουσας στην κατηγορία Γ Στελέχη Γενικών Θέσεων και προαγωγής στο μ.κ. Β από 1-8-2002, είναι απορριπτέο ως κατ' ουσία αβάσιμο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) αν και υπερείχε καταφανώς έναντι των ως άνω δεκατριών (13) συναδέλφων της (Ε.

Ε., Ν. Δρόσου, Δ. Κ., Β. Σ., Χ. Τ., Θ. Ι., Π. Μ., Ε. Δ., Μ. Χ.-Κ., Ι. Α., Δ. Π., Μ. Τ. και Κ. Θ.) , εν τούτοις δεν θα είχε προαχθεί γιατί θα έπρεπε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να προαχθούν αντί γι' αυτήν οι επίσης παραλειφθέντες ως άνω δεκατέσσερις συνάδελφοί της (Α. Τ., Ι. Δ., Θ. Μ., Λ. Μ., Π. Γ., Α. Μ., Δ. Λ., Κ. Κ., Χ. Β., Ν. Γ., Ι. Ι., Μ. Κ., Π.

Κ., Ν. Λ.), οι οποίοι υπερτερούσαν είτε καταφανώς είτε απλώς εκείνης. Έτσι, κατά παραδοχή της ως άνω διακωλυτικής της αγωγής ένστασης απέρριψε την αγωγή κατά το σχετικό αίτημά της περί μετάταξης της ενάγουσας στην κατηγορία Γ Στελέχη Γενικών Θέσεων και προαγωγής στο μ.κ. Β από 1-8-2002. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και του Κανονισμού της ΔΕΗ (ΚΚΠ-ΔΕΗ), διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι με βάση τη σύγκριση στο σύνολό τους των ουσιαστικών και τυπικών προσόντων της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) και των αναφερομένων συναδέλφων της, η πρώτη υπερείχε μεν καταφανώς μόνο των αναφερομένων δεκατριών (13) συναδέλφων της, οι οποίοι προήχθησαν αντ' αυτής, όχι όμως και των κατονομαζομένων στη διακωλυτική ένσταση δεκατεσσάρων (14) συναδέλφων της οι οποίοι επίσης δεν προήχθησαν και θα έπρεπε κατά τις αρχές της καλής πίστης να προαχθούν αντ' αυτής, κατά τη βάσιμη διακωλυτική ένσταση που προέβαλε παραδεκτώς η εναγομένη, στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα, ότι η εναγόμενη κατά την άσκηση του δικαιώματός της για προαγωγή των υπαλλήλων της από την οποία απέκλεισε την ενάγουσα, εν όψει της παραδοχής της διακωλυτικής ένστασης, δεν υπερέβη τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Η ειδικότερη αιτίαση ότι η διακωλυτική ένσταση είναι αλυσιτελής, καθόσον οι προτεινόμενοι από την εναγομένη εργοδότρια (ΔΕΗ) προς σύγκριση είναι λιγότεροι από εκείνους έναντι των οποίων η ενάγουσα υπερτερούσε καταφανώς και συνεπώς υπήρχαν θέσεις για την προαγωγή και αυτής, είναι αβάσιμη, γιατί κατά την παραδοχή του Εφετείου η ενάγουσα υπερτερούσε καταφανώς έναντι 13 προαχθέντων συναδέλφων της και όχι 20 όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αφού έναντι των 7 επί πλέον συναδέλφων της (ήτοι των Ξ.

Π., Ζ Σ., Αρ. Α., Κ. Ο., Λ. Γ., Δ. Μ. και Ν. Δ.) το Εφετείο δέχθηκε ότι υπερτερούσε η ενάγουσα απλώς και όχι καταφανώς ή δεν είχε καμμία υπεροχή (Α. Α.), οι δε προταθέντες με την διακωλυτική ένσταση οι οποίοι κατά την κρίση του Δικαστηρίου υπερτερούσαν της ενάγουσας ήσαν 14. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, κατά το σχετικό μέρος του, λόγοι αναιρέσεως.

Επί αγωγής αναγνωρίσεως του δικαιώματος προς προαγωγή στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό, στον οποίο ο ενάγων μισθωτός, κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού νόμου, έχει παραλειφθεί να προαχθεί κατά τις διενεργηθείσες από τα όργανα του εναγομένου εργοδότη προαγωγές του προσωπικού του, ο τελευταίος (εργοδότης) δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει νομίμως τον ισχυρισμό ότι άλλος ή άλλοι υπάλληλοι, επίσης μη προαχθέντες, υπερείχαν έναντι του ενάγοντος, αντί του οποίου θα είχαν προαχθεί, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση διακωλυτική της γενέσεως του δικαιώματος προαγωγής που ασκείται με την αγωγή (ΑΚ 281, 297, 298, 914), η οποία θεμελιώνεται στην επίκληση της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του.

Εξ άλλου, με την ένσταση αυτή δεν μπορεί να αντιπροταθεί προς σύγκριση συνάδελφος του παραλειφθέντος ενάγοντος, ο οποίος είχε παραλειφθεί αρχικά, αλλά το δικαίωμά του προς προαγωγή στον επόμενο βαθμό αναγνωρίσθηκε αργότερα με τελεσίδικη απόφαση, αφού με την αναγνώριση αυτή η προαγωγή του λογίζεται, κατά το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να είχε προαχθεί και συνεπώς, ο εν λόγω υπάλληλος δεν θεωρείται ότι έχει παραλειφθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Εξάλλου από τα άρθρα 591 παρ.1 β, 666 παρ.1,115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά.

Η σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005).

Αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι για να είναι παραδεκτοί πρέπει να προτείνονται με τον ανωτέρω τρόπο, είναι εκείνοι που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ. 14/2004, ΑΠ 1731/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατ' αρχήν με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα υπερείχε καταφανώς δεκατριών (13) εκ των προτεινομένων απ' αυτήν προς σύγκριση συναδέλφων της, που προήχθησαν τελικά, όμως απέρριψε την ένδικη αγωγή, διότι έκρινε ότι υπερείχαν έστω και απλώς αυτής οι αντιπροτεινόμενοι με την διακωλυτική ένσταση της αναιρεσίβλητης, δεκατέσσερις (14) τον αριθμό συνάδελφοί της που είχαν επίσης παραλειφθεί.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό, που πρότεινε η αναιρεσείουσα, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνιστά "πράγμα", ότι οι αντιπροτεινόμενοι με την διακωλυτική ένσταση συνάδελφοί της, Ι.

Δ., Λ. Μ. και Α. Μ., που είχαν παραλειφθεί αρχικά να προαχθούν, στη συνέχεια με τις 6237/2005 και 3473/2004 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών (για 1ο και 3ο, αντίστοιχα) και 1101/2003 του Αρείου Πάγου (για 2ο) αναγνωρίσθηκε το δικαίωμά τους προς προαγωγή και συνεπώς, εφόσον με την αναγνώριση αυτή η προαγωγή τους λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να προαχθούν, οι ως άνω συνάδελφοι αυτής θεωρούνται ότι δεν έχουν παραλειφθεί και δεν μπορούσαν γι' αυτό να αντιπροταθούν με την διακωλυτική ένσταση.

Από τα προσκομιζόμενα, όμως, διαδικαστικά έγγραφα (πρωτόδικες προτάσεις, έφεση, προτάσεις στο Εφετείο) δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, πρότεινε τον ανωτέρω ισχυρισμό (αντένσταση) για τους αντιπροτεινόμενους τρεις ως άνω συναδέλφους της, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου, ενώ δεν προσκομίζονται τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ως εκ τούτου θεωρείται ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό.

Επίσης, δεν επαναφέρθηκε παραδεκτώς στο Εφετείο με λόγο εφέσεως ο ισχυρισμός αυτός. Στο αναιρετήριο (σελ. 34, 35) η αναιρεσείουσα αναφέρει, ότι τον ισχυρισμό αυτό πρότεινε τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Από τις προτάσεις όμως αυτής ενώπιον του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι τον εν λόγω ισχυρισμό πρότεινε στον πρώτο βαθμό μετά τη συζήτηση της αγωγής της με την "προσθήκη - αντίκρουση", ενώ δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα προφορική πρόταση αυτού στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου (Πρωτοδικείου).

Στο Εφετείο, όπως σημειώθηκε, δεν προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός με λόγο εφέσεως, με τον οποίο να δικαιολογείται και το παραδεκτό της βραδείας προβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ.2 και 527 ΚΠολΔ. με αποτέλεσμα το απαράδεκτο της προβολής αυτού. Επομένως, το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια και ο λόγος αυτός αναιρέσεως (δεύτερος) κατά το σχετικό μέρος του, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αρ. 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2011 αίτηση της Χ. Μ. - Δ. για αναίρεση της 2037/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ