Legislator Case Law & Legislation
884/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to properly raise evidence objection in lower court.

Case Number 884/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding a bank loan dispute. The appellants argued the lower court erred by accepting evidence without proper proof, but the court found this specific objection was not clearly and formally raised in the appellate petition. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the procedural defect did not meet the statutory requirements for raising such a claim at the appellate stage.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument based on a procedural defect is inadmissible unless it was properly proposed in the court of first instance or constitutes a public order issue.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural defect evidence objection Code of Civil Procedure appellate review formal proposal public order

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 939-942 of the Civil Code
Art. 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 43/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 884 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 884/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Π. του Α. και 2. Ι. Γ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραβαγγέλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιουλίου 1997 αγωγή της ήδη αανιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 279/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Μαΐου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 939-942 ΑΚ η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη με πρόθεση εκ μέρους του βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση.

β) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και γ) αφερεγγυότητα του οφειλέτη. Εξ' άλλου κατά μεν το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ενάγουσας εκδόθηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου η υπ' αριθ. 797/ΔΠ/121/1997 διαταγή πληρωμής του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου Βέροιας.

Με την εν λόγω διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση τις με αριθμούς ..., ... και ... τρεις τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως του ίδιου εναγομένου στις 20-1-1997, 31-1-1997 και 25-2-1997, για τα ποσά των 35.000.000, 25.000.000 και 2.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, προς την ομόρρυθμη εταιρία "Α. Δ. Ο.Ε.", η οποία τις οπισθογράφησε προς την ανώνυμη εταιρία "Ι.

Μ. Α.Ε." και κατόπιν περιήλθαν στην ενάγουσα, υποχρεώθηκε τόσο ο εκδότης των επιταγών όσο και οι παραπάνω εταιρίες να καταβάλουν στην πρώτη το συνολικό ποσό αυτών, δηλαδή 62.000.000 δραχμές, καθώς και 1.806.165 δραχμές για τόκους και 1.000.000 δραχμές για δικαστική δαπάνη. Η ενάγουσα στις 20-3-1997 κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο αυτή τη διαταγή πληρωμής, με την σχετική από 13-3-1997 επιταγή προς πληρωμή του συνολικού, μαζί με τα έξοδα εκτέλεσης, ποσού των 65.060.113 δραχμών.

Ο πρώτος εναγόμενος στις 19-3-1997 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1997 συμβολαίου της συμ/φου Δράμας Αικατερίνης Κουρινάκη-Κοκκινίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και αριθμό 204832 των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Δράμας, μεταβίβασε κατά κυριότητα στη δεύτερη των εναγομένων, η οποία ήταν τότε μνηστή του και δύο μήνες περίπου αργότερα έγινε σύζυγος του, δύο ακίνητα της ιδιοκτησίας του.

Συγκεκριμένα, μεταβίβασε σ' αυτήν ένα κατάστημα του σε οικοδομή επί των οδών ... και ..., στη ..., εμβαδού 17,45 τ.μ. και ένα αγροτεμάχιο του στην αγροτική περιοχή ... του Ν. ... λόγω πωλήσεως και αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 9.836.000 και 2.000.000 δραχμών αντίστοιχα, αποκτηθέντα απ' αυτόν με το υπ' αριθ. .../1991 συμβόλαιο δωρεάς του συμ/φου Δράμας Κων.

Τσαούση και .../1995 συμβόλαιο του ίδιου αυτού συμ/φου, επίσης αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν επίσης νόμιμα στα αυτά πιο πάνω βιβλία μεταγραφών. Η απαλλοτρίωση αυτή έγινε εν γνώσει του πρώτου εναγομένου για την ύπαρξη οφειλής του προς την ενάγουσα, τούτο δε συνάγεται από το γεγονός ότι κατά το Φεβρουάριο του 1997, δηλαδή ένα μήνα περίπου πριν από την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής είχε επισκεφθεί το διευθυντή του καταστήματος της (ενάγουσας) στη Βέροια προκειμένου να προβεί σε ρύθμιση αυτής (οφειλής).

Περί αυτού κατέθεσε ρητά και με σαφήνεια ο μάρτυρας απόδειξης, δηλώνοντας και το πρόσωπο από το οποίο είχε την πληροφορία αυτή, κατά το νόμο (αρθρ. 409 παρ. 2 ΚΠολΔ). Έτσι, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου για άγνοια της οφειλής του, την οποία συνδέει με την έκδοση των επιταγών χωρίς να τις έχει συμπληρώσει ως προς τα κύρια στοιχεία τους, είναι αναπόδεικτος και απορριπτέος, λαμβανόμενου υπόψη και του ότι αλυσιτελώς προβάλλει πως δεν συμπλήρωσε ο ίδιος τα εν λόγω στοιχεία τους, αφού η εν λόγω ενέργεια είναι δυνατό να γίνει από άλλον με τη συναίνεση και αποδοχή του εκδότη επιταγής, χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα εγκυρότητας της.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε από τον πρώτο εναγόμενο με πρόθεση να βλάψει την ενάγουσα και τούτο, γιατί γνώριζε ότι με την ενέργεια αυτή περιερχόταν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απέμενε και συγκεκριμένα, δύο φορτηγά αυτοκίνητα αξίας 20.000.000 δραχμών περίπου, των οποίων στο τέλος της ίδιας χρονιάς 1997 μεταβίβασε το 50%, ασφαλώς δεν θα αρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της και αποδέχθηκε την πιθανότατη αυτή συνέπεια της βλάβης της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και η δεύτερη εναγομένη είχε γνώση για το σκοπό που ο πρώτος της μεταβίβασε τα ακίνητα αυτά. Αυτό προκύπτει από το ότι κατά την επίσκεψη του πρώτου εναγομένου στην Τράπεζα της Βέροιας που προαναφέρθηκε, τον συνόδευσε και μάλιστα, εκείνος την συνέστησε στον διευθυντή της (Τράπεζας) ως μνηστή του και έτσι παρευρισκόταν στη μεταξύ εκείνων συζήτηση.

Σημειωτέον δε, ότι σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών από τη σύνταξη του συμβολαίου τέλεσαν γάμο. Ενόψει όλων αυτών ο ισχυρισμός τούτων (εναγομένων) ότι γνωρίστηκαν κατά τη σύνταξη του (συμβολαίου) κρίνεται ως μη πειστικός και κατ' ουσίαν αβάσιμος. Όλα αυτά ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, ώστε να επιδιώξει την άρση των άμεσων συνεπειών της, αλλά και από την υπ' αριθ. 253/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, το οποίο δικάζοντας κατά το ποινικό της μέρος την υπόθεση ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο (κατ' έφεση), έκρινε ότι οι κατηγορούμενοι, τώρα εναγόμενοι, τέλεσαν τη πράξη της καταδολίευσης δανειστών ο πρώτος και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν η δεύτερη.

Πρέπει να λεχθεί ότι η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε με την 637/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, πλην όμως ο λόγος, για τον οποίο έγινε δεκτή η αναίρεση των κατηγορουμένων άπτεται πλημμέλειας σχετικής με την αιτιολογία (έλλειψη αυτής ως προ αιτήματα κλήτευσης μαρτύρων) και όχι βεβαίως με την ουσία. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ύστερα από σωστή εκτίμηση των αποδείξεων ορθά αποφάνθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση και διέταξε τη διάρρηξη της επίμαχης δικαιοπραξίας, ο δε αντίθετος (μόνος) λόγος της έφεσης και αυτή στο σύνολο της είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι ...".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 - 942 Α.Κ., περαιτέρω δε το δικαστήριο αυτό της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου.

Ανεπάρκεια δε ή αντιφατικότητα στην αιτιολογία δεν υπάρχει ούτε ως προς το εάν η περιουσία που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση του ενδίκου ακινήτου του πρώτου των αναιρεσειόντων δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης, αφού το Εφετείο δέχεται ανελέγκτως ότι η απαίτηση της τελευταίας ανέρχεται σε 65.060.113 δρχ, η δε περιουσία, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση του προπεριγραφομένου ακινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν υπερέβαινε το ποσό των 20.000.000 δρχ.

Κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξ' άλλου ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, καθ' όσον για την πληρότητά του δεν αναφέρονται, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 αριθμός 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα διδάγματα που παραβιάσθηκαν, αλλά ούτε και εκτίθενται στον λόγο αναιρέσεως η αποδοθείσα στον κανόνα δικαίου έννοια, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη, και η κατά τη γνώμη των αναιρεσειόντων ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει.

ΙΙ). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Oλ.ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, της λήψεως υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη για τα οποία δεν είχε διαταχθεί απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η κατά τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως, προτάθηκε στο Εφετείο αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ούτε τέλος, για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη, αλλά ούτε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τέτοιος ισχυρισμός.

Άλλωστε, και ασχέτως αυτών, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη, κατ' άρθρο 941 παρ. 2 Α.Κ., τεκμηρίου γνώσεως της δεύτερης αναιρεσείουσας σχετικά με το ότι ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στην ως άνω απαλλοτριωτική πράξη προς βλάβη της δανείστριάς του (αναιρεσίβλητης), ενώ από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει το αντίθετο, γι' αυτό και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.5.2007 αίτηση του Ι. Π. του Α., κ.λ.π για την αναίρεση της 279/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ