Supreme Court dismisses appeal against seizure notice delivery, upholding lower court's application of seizure law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a bank seizure notice. The State argued the seizure notice was invalidly served to the bank, causing procedural delays and default judgments. The court found the lower court correctly applied specific seizure laws and rejected the State's claim that the bank could have easily identified the debtor despite the lack of direct notification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 30, 32, 33, 34, 73 of the Seizure Law; Article 90 of the 1923 Decree; Article 987 of the Civil Procedure Code: A seizure notice served to a third party is validly delivered if the third party fails to respond within the statutory period, even if the third party claims they could have identified the debtor through their own systems.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 884 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 884/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην ..., ειδικότερα δε στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ) ..., ο οποίος κατοικοεδρεύει στο ..., που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG - EUROBANK - ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank - Ergasias", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Οκτωβρίου 2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε οι αποφάσεις: 5489/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4217/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν το αναιρεσείον με την από 20 Μαρτίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 4 Μαρτίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 20-3-2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε παραβιάσεις ουσιαστικού κανόνα δικαίου σε αντιδιαστολή με τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε, ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 987 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 ΚΠολΔ και έχει εφαρμογή και επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, των παρ' αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου κατ' άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, ο τρίτος δικαιούται να προσβάλλει την κατάσχεση μόνον αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 Κ.Πολ.Δ.
στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθού. Επομένως, ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε και προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως η ακυρότητα της επίδοσης προς τον τρίτο του κατασχετηρίου.
Εξάλλου, κατ' άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:
α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου, εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (§1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα κατάθεση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον (παρ. 2 εδ.
α'(...)- Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα (...) (παρ 3 εδ.,α')". Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται, ότι όταν πρόκειται για κατάσχεση στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου, και ήδη από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ (αρθ. 85 παρ.1 του ΚΕΔΕ και 1 αριθμ 4 του π.δ./τος 16/1989) πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο ποσότητα προς τον οφειλέτη του Δημοσίου και την έννομη σχέση, από την οποία προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο, όνομα πατρός του οφειλέτου, και να επιδίδεται έγκυρα στον τρίτο στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.
Αυτά είναι ουσιώδη στοιχεία παντός κατασχετηρίου, εφ' όσον ο τρίτος που καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το αμάχητο τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του αρθ. 33 του Κ.Ε.Δ.Ε, όχι μόνον θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί εις διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ.
Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία και δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος παραλείποντας την υποβολή της κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωσης, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, δεν καθίσταται από αυτό και μόνον οφειλέτης του Δημοσίου, καθόσον βασική προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του, κατ' άρθρο 33 του ΚΕΔΕ και των από αυτή συνεπειών, είναι η ύπαρξη έγκυρης κατάσχεσης.
Τέλος, από το άρθρο 75 πάρ. 1 εδ. α του ΚΕΔΕ, που ορίζει, ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτέλεσης δύναται να προταθεί υπό του οφειλέτου, αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως παρά με κήρυξη της ακυρότητας, συνάγεται, αφ' ενός μεν, ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου ότι προξένησαν στον προτείνοντα βλάβη, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, στις ίδιες δε ακυρότητες που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου, περιλαμβάνονται εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια του τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις που προτείνονται και από τον τρίτο με ανακοπή (ΑΠ 1182/2009).
Εξάλλου, με το ν.δ/μα της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" τέθηκαν ειδικές διατάξεις, που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρίας, που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του παραπάνω ν.δ/τος. Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές, καθόσον εισάγουν διαδικαστικά και ουσιαστικά προνόμια με σκοπό την προώθηση της πιστωτικής κίνησης.
Κυρίως, με τις δικονομικής φύσης διατάξεις έχει εισαχθεί ειδική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, προς ικανοποίηση απαιτήσεων από πιστωτικές συναλλαγές. Στη διαδικασία αυτή που είναι γνωστή στην πράξη ως αναγκαστική εκτέλεση κατά το σύστημα του ν.δ/τος της 17-7- 1923 υπάγεται και η κατάσχεση στα χέρια οποιασδήποτε Τράπεζας, ως τρίτης, δεδομένου ότι οι τραπεζικοί οργανισμοί, που λειτουργούν με εταιρική μορφή της ανώνυμης εταιρίας, έχουν ήδη υπαχθεί στις παραπάνω διατάξεις.
Στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 87-94 του άνω ν.δ/τος από τις οποίες εξακολουθούν να ισχύουν αυτές των άρθρων 87-91 και 93-(άρθρο 52 αρ.3 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.). Από τα άνω άρθρα, ιδιαίτερη πρακτική σημασία έχει το άρθρο 90 κατά το οποίο, "εάν η εταιρία έχει και υποκαταστήματα εν Ελλάδι, κατάσχεσης εις χείρας αυτής, ως τρίτης, επιτρέπεται μόνον παρά τω καταστήματι υποκαταστήματι, ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθού η κατάσχεσις".
Με τη διάταξη αυτή δεν αποκτά νομική προσωπικότητα αλλά απλώς προσδίδεται νομική αυτοτέλεια στα καταστήματα ή υποκαταστήματα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής δήλωσης του τρίτου. Στη θέση του τρίτου τοποθετείται το αρμόδιο για την πληρωμή της απαίτησης κατάστημα ή υποκατάστημα, στο οποίο προσδίδεται κάποια νομική αυθυπαρξία, καίτοι δεν αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο, χωρίς βεβαίως αυτό να αποκτά ιδία νομική προσωπικότητα.
Η επίδοση πρέπει να γίνει στο Διευθυντή του καταστήματος ή υποκαταστήματος, που προβαίνει και στην κατά το άρθρο 985 δήλωση. Ο Διευθυντής του καταστήματος ή υποκαταστήματος είναι όργανο και εκπροσωπεί την τραπεζική εταιρία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα δικόγραφα των δικών περί την εκτέλεση, όμως, απευθύνονται προς το νομικό πρόσωπο και κοινοποιούνται στη διοίκηση αυτού, κατά το κοινό δίκαιο (αρθρ. 126 παρ.1 περ.δ' Κ.Πολ.Δ.), ενώ διάδικο είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας.
Η προς το παραπάνω κατάστημα ή υποκατάστημα κοινοποίηση του κατασχετηρίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατάσχεσης και η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται εκ μέρους οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Δεν αρκεί μόνο η σύνταξη κατασχετηρίου, ούτε αποτελεί αυτή διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου.
Κι αυτό γιατί η αναγκαστική αυτή κατάσχεση επιβάλλεται και αποκτά νομική ύπαρξη δια και από της επίδοσης του κατασχετηρίου στον τρίτο, από την οποία (επίδοση) τελειούται και παράγει τις συνέπειες της. Χωρίς την εν λόγω επίδοση, η επιχειρηθείσα καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο κατάσχεση είναι ανυπόστατη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4217/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Στις 6-9-2001 κοινοποιήθηκε στην έδρα της διοίκησης της ανακόπτουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, το ...
κατασχετήριο του Διευθυντή της ΔΟΥ Ιλίου, με το οποίο η τελευταία κατέσχεσε στα χέρια της ανακόπτουσας, ως τρίτης, κάθε μορφής καταθέσεις του οφειλέτη του καθού (Ελληνικού Δημοσίου) .... Φ1/2" μέχρι του ποσού των δραχμών 48.965.871. Σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα όμως που προεκτέθηκαν, εφόσον το επίδικο κατασχετήριο δεν κοινοποιήθηκε σε συγκεκριμένο κατάστημα της ανακόπτουσας όπου τυχόν υφίστατο κατάθεση ή οφειλή του προαναφερόμενου προς το καθού, αλλά στη Διοίκηση της, όπως και το τελευταίο συνομολογεί, η επιβληθείσα ως άνω κατάσχεση είναι ανυπόστατη.
Έτσι, η ανακόπτουσα, που προήλθε από πολλαπλές συγχωνεύσεις και απορροφήσεις τραπεζών, κάθε μία από τις οποίες έχει το δικό της μηχανογραφικό σύστημα και μέχρι στιγμής δεν έχει επιτύχει την εγκατάσταση κεντρικής σύνδεσης, ενώ διαθέτει 2.500.000 πελάτες και 493 καταστήματα, υπέστη ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού η έλλειψη της ως άνω κοινοποίησης κατέστησε αδύνατο τον προσδιορισμό του οφειλέτη και της απαίτησης της οποίας διώκετο η κατάσχεση, εντός της προθεσμίας των οκτώ ημερών του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, με αποτέλεσμα να υποβάλει εκπρόθεσμη δήλωση και να θεωρείται, για το λόγο αυτό, κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ οφειλέτρια του καθού για το πιο πάνω ποσό (ΑΠ.185/1990).
Ο ισχυρισμός του καθού ότι η ανακόπτουσα μπορούσε εύκολα να εντοπίσει το κατάστημα όπου είχε καταθέσεις ο άνω οφειλέτης του, αφού είχε στη διάθεση της σύγχρονα συστήματα μηχανοργάνωσης (on line διενέργεια των συναλλαγών), με αποτέλεσμα να είναι καταχρηστική η προβολή της μη κοινοποίησης του κατασχετηρίου στο εν λόγω κατάστημα, δεν είναι νόμιμος, αφού τα συστήματα που βρίσκονται στην κατοχή της ανακόπτουσας διευκολύνουν την επικοινωνία και τη μετακίνηση της πληροφορίας, δεν μπορούν όμως να αναιρέσουν την εφαρμογή ρητών νομοθετικών ρυθμίσεων, όπως εκείνης του άρθρου 90 του Ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923".
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, το Εφετείο, με το να κρίνει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής με τον οποίο η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ζητούσε την ακύρωση της ως άνω επιβληθείσας κατάσχεσης, λόγω του ανυπόστατου αυτής, συνεπεία της παράβασης του άρθρου 90 του ως άνω ν.δ/τος, και με το να δεχθεί στη συνέχεια την ίδια ανακοπή κρίνοντας (το Εφετείο) αφ' ενός μεν ότι το άνω άρθρο δεν είχε καταργηθεί, αφ' ετέρου δε ότι η ένδικη ακυρότητα της επίδοσης του κατασχετηρίου στην αναιρεσίβλητη παραδεκτά προβλήθηκε από αυτήν (αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως τρίτη) με την ένδικη ανακοπή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33, 34 και 73 του Κ.Ε.Δ.Ε, 987 του ΚΠολΔ 1, 4 και 52 παρ.
ε του Εις.Ν. ΚΠολΔ 90 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, και όχι παρά το νόμο (άρθρ. 126 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠολΔ) κήρυξε άκυρη την ένδικη επίδοση του κατασχετηρίου στα χέρια της αναιρεσίβλητης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τους δύο συναφείς λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του αρθ. 559 του ΚπολΔ, κρίνονται αβάσιμα γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένες κατά νόμο προϋποθέσεις.
Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που νίκησε (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένης κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4217/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ