Supreme Court joins two appeals and remands labor dispute case to Thessaloniki Court of Appeal for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court joined two conflicting appeals regarding a labor dispute and remanded the case to the Thessaloniki Court of Appeal for retrial. The Court found the lower court's reasoning on whether the employer exceeded legal limits for terminating the contract was contradictory and unreviewable. Consequently, the appeal by the agricultural school was accepted while the individual's appeal was dismissed as it lost its object.
Legislator headnote
AI generatedArt. 246 KPolD; Art. 579 § 1 KPolD: The Supreme Court may join appeals to expedite proceedings; if an appeal annuls a judgment, the opposing party's appeal against the original judgment revives, rendering the first appeal's object void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 884 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 884/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α' . Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "Γεωργική και Βιοτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης (Αμερικανική Γεωργική Σχολή)", που εδρεύει στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον πρόεδρο αυτού Ε1. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Παπαδήμα και Ευαγγελία Ποδηματά, οι οποίοι δήλωσαν ότι ανακαλούν την από 30-1-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίστανται.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή.
Β'. Του αναιρεσείοντος: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γεωργική και Βιοτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης (Αμερικανική Γεωργική Σχολή)", που εδρεύει στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον πρόεδρο αυτού Ε1, κάτοικο ... και 2) Ψ2.
Το 1ο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Παπαδήμα και Ευαγγελία Ποδηματά, οι οποίοι δήλωσαν ότι ανακαλούν την από 30-1-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίστανται. Ο 2ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2005 αγωγή του Ψ1, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5636/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 404/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχεία Α' αναιρεσείον με την από 10-4-2008 αίτησή του και ο υπό στοιχεία Β' αναιρεσείων με την από 11-4-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε τις από 20-1-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε α) την παραδοχή της (από 10-4-2008) αιτήσεως αναιρέσεως και β) την απόρριψη της (από 11-4-2008) αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Επομένως, οι από 10-4-2008 και από 11-4-2008 αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 404/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
ΙΙ.- Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, υπ' αριθμ. ...έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...., ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2 για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο (3-2-2009). Ωστόσο, αυτός δεν εμφανίσθηκε , όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του ανωτέρω διαδίκου.
ΙΙΙ.- Από τα άρθρα 669 § 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία, ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, ιδίως δε όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη, στις 16-8-1993, και απασχολήθηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος γραφείου με τις εκάστοτε συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές..... μέχρι τις 18-2-2005, που η εναγομένη, ενεργώντας διά του αρμοδίου οργάνου της, κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εγγράφως και τον απέλυσε.
Η τελευταία υποστηρίζει ότι κατάγγειλε τη σύμβαση του ενάγοντος γιατί προέβη στην αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του προσωπικού της και την εξ αυτού μείωση των δαπανών της, δηλαδή για οικονομοτεχνικούς λόγους....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσο η Αμερικανική Γεωργική Σχολή όσο και το Κολέγιο "...", στο οποίο υπηρετούσε ο ενάγων, παρουσίασαν έλλειμμα στα αποτελέσματα χρήσης τους.
Ειδικότερα, η Σχολή παρουσίασε έλλειμμα, το έτος 2001 ύψους 2,83 εκατομμυρίων ευρώ, το έτος 2002 ύψους 1,56 εκατομμυρίων ευρώ, το έτος 2003 ύψους μόνο 52.948 ευρώ λόγω πώλησης γης, το έτος 2004 ύψους 1,24 εκατομμυρίων ευρώ και το έτος 2005 ύψους μόνο 164.704 ευρώ λόγω πώλησης οικοπέδων της σχολής και συνολικά 5,8 εκατομμυρίων ευρώ.
Το δε Κολέγιο "...." παρουσίασε έλλειμμα, το έτος 2002 ύψους 189.609 ευρώ, το έτος 2003 ύψους 172.009 ευρώ, το 2004 ύψους 236.026 ευρώ και το έτος 2005 ύψους 110.000 ευρώ. Προκειμένου η εναγομένη να αντιμετωπίσει το οικονομικό της πρόβλημα θέσπισε εθελούσια έξοδο των εργαζομένων της, με πρόωρη συνταξιοδότηση για όσους επρόκειτο να συνταξιοδοτηθούν εντός της επόμενης πενταετίας καταβάλλοντάς τους αποζημίωση μέχρι 2,5 έτη και τα ένσημά τους και με απόλυση όσων ήθελαν να αποχωρήσουν μισθοδοτώντας τους μέχρι έξι μήνες.
Με τον τρόπο αυτό αποχώρησαν με εθελούσια έξοδο στις 31-3-2005 οι εργαζόμενοι ... και ... και στις 18-7-2005 ο ..., ενώ αποχώρησε με συνταξιοδότηση στις 2-2-2005 ο Π1. Πριν από την εθελούσια έξοδο είχαν συνταξιοδοτηθεί, στις 30-8-2002 ο ..., στις 8-1-2004 ο ... και στις 26-8-2004 ο ..., ενώ είχαν απολυθεί στις 11-4-2003 η ...., στις 8-1-2004 ο ...και την 1-9-2004 η ....
Η εναγομένη επωφελούμενη της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί, επικαλούμενη οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή την αναδιοργάνωση της επιχείρησής της που καθιστούσε αναγκαία τη μείωση του προσωπικού της, ενεργώντας διά του αρμοδίου οργάνου της, κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος εγγράφως και τον απέλυσε.
Οι οικονομοτεχνικοί λόγοι που επικαλέστηκε η εναγομένης για να απολύσει τον ενάγοντα ήταν προσχηματικοί και υπέκρυπταν στην πραγματικότητα εμπάθεια εναντίον του. Και τούτο διότι ο ενάγων , αν και διευθυντικό στέλεχος της εναγομένης , προτίμησε να θέσει εαυτόν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εργαζομένων της εναγομένης, με το να υποβάλει υποψηφιότητα στις επικείμενες εκλογές του επιχειρησιακού σωματείου της και μάλιστα με την προοπτική , λόγω της από 2-2-2005 πρόσφατης συνταξιοδότησης του προέδρου του Π1, να εκλεγεί πρόεδρός του.
Το γεγονός της υποψηφιότητας του ενάγοντος έγινε αμέσως γνωστό στην εναγομένη, τα όργανα της οποίας δυσαρεστήθηκαν από αυτήν, με αποτέλεσμα να τον απολύσει. Η κρίση ότι η απόλυση του ενάγοντος έγινε από λόγους εμπάθειας της εναγομένης και όχι για οικονομοτεχνικούς λόγους ενισχύεται και από το γεγονός ότι μετά την απόλυσή του η εναγομένη προέβη στην πρόσληψη και άλλων εργαζομένων, ώστε το προσωπικό της που αποτελείτο από 141 εργαζομένους το Φεβρουάριο του 2005 να ανέλθει το Δεκέμβριο του 2006 σε 155 εργαζομένους.
Επομένως, αφού η καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος οφείλεται σε εμπάθεια λόγω της συνδικαλιστικής του δραστηριότητας και δεν έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι εμπάθεια, η άσκηση του εργοδοτικού δικαιώματος της εναγομένης είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του.
Αντιβαίνουσα δε η καταγγελία αυτή στους ως άνω όρους του άρθρου 281 ΑΚ είναι άκυρη ( άρθρο 174 ΑΚ) και ως τέτοια θεωρείται σαν να μην έγινε ( άρθρο 180 ΑΚ). Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου αναγνωρίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα στην πληρωμή μισθών υπερημερίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, δέχεται ότι η καταγγελία της ένδικης εργασιακής σχέσης του αναιρεσιβλήτου οφείλεται στη συνδικαλιστική δράση του, η οποία εστιάζεται στην υποβολή της υποψηφιότητάς του ως προέδρου του εργασιακού σωματείου και στην εντεύθεν πρόκληση εμπάθειας στα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας, χωρίς να αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν αφενός πραγματική άσκηση συνδικαλιστικής δραστηριότητας αφετέρου εμπάθεια και εκδικητική συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας που αποτέλεσε την αιτία της καταγγελίας.
Η απλή υποβολή της υποψηφιότητας του αναιρεσιβλήτου ως προέδρου του εργασιακού σωματείου και χωρίς αυτός να αναπτύξει οποιαδήποτε άλλη συνδικαλιστική δράση, δεν αποτελεί γεγονός, που αντικειμενικά εκτιμώμενο, μπορεί να κλονίσει την εμπιστοσύνη του εργοδότη στο πρόσωπό του και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης.
Και, ακόμη, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την ύπαρξη οικονομικού προβλήματος της αναιρεσείουσας και αναφέρθηκε στην προσπάθειά της για την αντιμετώπισή του, στη συνέχεια διατύπωσε αντίθετη αποδεικτική παραδοχή ότι οι οικονομικοτεχνικοί λόγοι ήταν προσχηματικοί. Η αντίφαση αυτή δεν αίρεται με την αποδεικτική παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι μετά την απόλυση του ενάγοντος το προσωπικό της εναγομένης είχε αυξηθεί, αφού τούτο έγινε ένα χρόνο και δέκα μήνες μετά την απόλυση του ενάγοντος ( Δεκέμβριος 2006), ενώ τα ελλείμματα εμφανίστηκαν κατά τις αρχές του έτους 2005 και κατά τα προηγούμενα χρόνια.
Με τις ανωτέρω, όμως, παραδοχές καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, αν ορθά ή εσφαλμένα σχηματίστηκε η επαγωγική κρίση του Εφετείου, ότι η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της αναιρεσείουσας, υπερέβη τα κατ' άρθρο 281 ΑΚ όρια, δηλαδή σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως της εναγομένης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν.
Ενόψει αυτών, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως της ίδιας αιτήσεως, ενώ πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος , διότι δεν έχει πλέον αντικείμενο, με τους λόγους της οποίας, από το άρθρο 559 αρ.19 και 11 ΚΠολΔ, ο ενάγων ζητεί την αναίρεση της ίδιας απόφασης, κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν αξιώσεις του εξαρτώμενες από τη διάγνωση της ακυρότητας της καταγγελίας (επαναπασχόλησή του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του), αφού, σύμφωνα με το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ, με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή της αίτησης της αντιδίκου του, η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται στο σύνολό της και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρείται και, επομένως, αναβιώνει η έφεση της εναγομένης και η αντέφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 10-4-2008 και 11-4-2008 αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 404/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την από 11-4-2008 αίτηση του Ψ1.
Δέχεται την από 10-4-2008 αίτηση της "Γεωργικής και Βιοτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης".
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 404/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Ψ1 στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας "Γεωργικής και Βιοτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης" , τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ