Supreme Court allows appeal on insufficient reasoning regarding mediator fee reduction under Article 707 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reduce a mediator's fee. The lower court reduced the fee based on the mediator's informational role rather than full representation, citing Article 707 of the Civil Code. The Supreme Court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to consider local customs, market rates, and the financial capacity of the clients.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must set aside a lower court decision if its reasoning for reducing a mediator's fee under Article 707 of the Civil Code is inadequate and fails to address statutory factors such as local customs and client financial capacity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 884 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 884/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ...... Ο.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπούμπουρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)X1 και προσωρινά διαμένουσας στο ..... και 2)X2. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Στεφανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 2138/2004 μη οριστική και 4483/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 6-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, ως προς το πρώτο σκέλος του, του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 254 του ΚΠολΔ αφενός μεν παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να διατάξει επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά την μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, αφετέρου δε ορίζει ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτό θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.
Εκ τούτου παρέπεται, ότι η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και συνακόλουθα οι πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως που ασκούνται με τις προτάσεις κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση είναι απαράδεκτοι. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η αναιρεσείουσα-ενάγουσα εταιρία με την από 30-8-2002 αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων και της X3 ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν τη μεσιτική της αμοιβή για τη μεσολάβηση της στην πώληση ακινήτου τους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων η 275/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από την εναγομένη X1 εκδόθηκε η 2138/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για να εμφανισθούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι προς παροχή διασαφήσεων και να εξεταστούν εκ νέου οι μάρτυρες για να διευκρινίσουν τις καταθέσεις τους. Κατά την επαναλαμβανομένη συζήτηση στη δικάσιμο της 25-2-2005 η εκκαλούσα με πρόσθετο λόγο εφέσεως, που άσκησε με τις προτάσεις της, προέβαλε για πρώτη φορά την από το άρθρο 707 ΑΚ ένσταση, ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας είναι δυσανάλογα μεγάλη και ζήτησε να μειωθεί από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, ότι ο πρόσθετος λόγος της εφέσεως ασκήθηκε παραδεκτά κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, επειδή η ως άνω ένσταση είναι δημοσίας τάξεως και μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Έτσι, αφού εξαφάνισε την ερήμην της αναιρεσίβλητης - εναγομένης εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την ανωτέρω ένσταση και μείωσε την μεσιτική αμοιβή της αναιρεσείουσας στο ποσό των 35656,64 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον πρόσθετο λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης X1 .
Συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 2915/2001 "αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτόδικως". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, παρά την κατάργηση των τεκμηρίων εκ της ερημοδικίας των διαδίκων, παραιτήσεως και ομολογίας της αγωγής, που θέσπιζαν τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ, μετά την οποία εξέλιπαν πλέον οι λόγοι για τη χορήγηση αναιτιολόγητης ανακοπής και, κατ' επέκταση, εφέσεως με όμοια αποτελέσματα, εν τούτοις η ανωτέρω διάταξη διετήρησε ευθέως την έφεση κατά της ερήμην αποφάσεως ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας.
Συνεπώς για την εξαφάνιση επί πρωτοδίκου αποφάσεως, εφόσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλ' αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 1015/2005), αδιάφορα αν πρόκειται για τακτική η ειδική διαδικασία, αφού και στις δυο η εκδίκαση της υπόθεσης περατώνεται σε μια συζήτηση, η δε τεκμαρτή ομολογία από την ερημοδικία είναι άγνωστη και στις δυο διαδικασίες και δεν υπάρχει λόγος ο κανόνας του άρθρου 528 ΚΠολΔ να τύχει διάφορης εφαρμογής ως προς τις ειδικές διαδικασίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη X2 κατά της ερήμην εκδοθείσης 275/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άσκησε αυτοτελή έφεση και με χωριστό δικόγραφο πρόσθετο λόγο, με αίτημα τη μείωση επί μεσιτικής αμοιβής της αναιρεσείουσας στο μέτρο που αρμόζει. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 677 επ.
ΚΠολΔ, δέχθηκε τυπικά την έφεση και τον πρόσθετο λόγο και στη συνέχεια, χωρίς προηγουμένως να δεχθεί ως βάσιμο τον πρόσθετο λόγο της εφέσεως, εξαφάνισε στο σύνολο της την εκκαλουμένη απόφαση ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη, δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και μείωσε την αμοιβή της αναιρεσείουσας στο ποσό των 35656,64 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8 κπολΔ και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.Α.Π. 1/1999).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 703 παρ.1 ΑΚ εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφ' όσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επί πλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινομένων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και την διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ'αυτόν δυνατότητας συνάψεως της συμβάσεως που τον ενδιαφέρει.
Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο τη μεσολάβηση ή μόνο την υπόδειξη ευκαιρίας ή και τις δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούνται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας.
Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της συμβάσεως με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 707 του ΑΚ "αν η συμφωνημένη αμοιβή είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, με αίτηση του οφειλέτη στο μέτρο που αρμόζει." Με τον όρο "δυσαναλόγως μεγάλη" νοείται η υπέρμετρη αμοιβή, σε σχέση τόσο με τη μεσιτική παροχή και δη τους κόπους, προσπάθειες -έστω και άγονες δαπάνες, χρονική απασχόληση, αλλά και τον τρόπο μεσολαβήσεως-επιμελείς ή αμελείς ενέργειες κλπ-, όσο και με το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση έννομο όφελος του εντολέα ή και το ηθικό όφελος αυτού.
Λαμβανομένων υπ'όψη και όλων των ειδικών περιστάσεων από το χρόνο συνάψεως της μεσιτείας μέχρι του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως για αμοιβή και των τυχόν επιτοπίων συνηθειών, όπως είναι και η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών της περιοχής συνάψεως της μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές, καθώς και της οικονομικής καταστάσεως των μερών, κυρίως δε της οικονομικής δυνατότητας του εντολέως (ΑΠ 379/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Με την από 24-9-2001 έγγραφη εντολή η αναιρεσίβλητη εναγομένη X1 ενεργώντας και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης θυγατέρας της X2, ανέθεσε στην αναιρεσείουσα -ενάγουσα εταιρία, μεσίτρια αστικών συμβάσεων, να της υποδείξει υποψηφίους αγοραστές του ανήκοντος κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία ακινήτου επί των οδών .....
και ...... Ως αξία του ακινήτου, που αποτελούνται από υπόγειο 90 τ.μ., ισόγειο 255 τ.μ., Α' όροφο 190 τ.μ. επί οικοπέδου 2.676 τ.μ., ορίστηκε το ποσό του 1.400.000.000 δραχμών και ως αμοιβή της αναιρεσείουσας το ποσό των 28.000.000 δραχμών ή 2% σε περίπτωση επίτευξης διαφορετικού τιμήματος, την οποία όφειλαν να καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία εντόκως μετά παρέλευση δεκαημέρου από την κατάρτιση της πώλησης πλέον ΦΠΑ.
Το ακίνητο η ενάγουσα υπέδειξε σε διάφορους αγοραστές, μεταξύ των οποίων και στην εταιρία "J&P ΝΤΙΒΕΛΟΠΜΕΝΤ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία δια της αντιπροσώπου της ...... υπέγραψε την από 18-10-2001 εντολή, στην οποία αναφέρεται ότι η ενάγουσα της υπέδειξε το επίδικο ακίνητο και στην περίπτωση αγοράς του έναντι 1.200.000 δραχμών ή απόκτησης όλου ή μέρος αυτού με το σύστημα της αντιπαροχής, να καταβληθεί ως αμοιβή μεσιτείας ποσοστό 1% επί του τιμήματος πλέον ΦΠΑ.
Με το υπ' αριθμ. ..... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ..... οι αναιρεσίβλητες πώλησαν τα ιδανικά τους μερίδια επί του ακινήτου στην ανωτέρω εταιρία έναντι τιμήματος 2.391.782,83 ευρώ και η X3 (συγκυρία κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου) μεταβίβασε στην ανωτέρω αγοράστρια το μερίδιο της με το σύστημα της αντιπαροχής και έλαβε ως τίμημα δύο ανεξάρτητες ιδιοκτησίες με στοιχεία ...και ....του κτιρίου ....
της υπό ανέγερση οικοδομής από την εργολήπτρια εταιρία αξίας 1.173.881 ευρώ. Η αγοράστρια κατέβαλε στην ενάγουσα τη συμφωνηθείσα αμοιβή της 35.216,44 ευρώ πλέον, ΦΠΑ 6.338,96 ευρώ, οι δε εναγόμενες δεν αμφισβητούν ότι η καταβολή αυτή αφορά τη μεσιτική αμοιβή της ενάγουσας για την υπόδειξη στην αγοράστρια του επιδίκου ακινήτου.
Οι εναγόμενες αμφισβητούν, ότι η πώληση των μεριδίων τους, καθώς και η μεταβίβαση του μεριδίου της ομοδίκου, X3 προς την αγοράστρια-εργολήπτρια του ακινήτου δεν ήταν αποτέλεσμα υποδείξεως από την ενάγουσα, αλλά αποτέλεσμα αποκλειστικά των ενεργειών του δικηγόρου Χαρ.Παπαδάκη, ως εκπροσώπου της X3 ο οποίος ήλθε σε επαφή με τον εκπρόσωπο της αγοράστριας εταιρίας ....., με τον οποίο διαπραγματεύτηκε τη μεταβίβαση του μεριδίου της εντολέως του και με αυτόν διαπραγματεύτηκε στη συνέχεια την πώληση των μεριδίων τους η εκπρόσωπος της δικηγόρος Σωτηρία Σιδεράκη.
Ανεξάρτητα αν οι ανωτέρω δικηγόροι, διαπραγματεύτηκαν ως εκπρόσωποι των εντολέων τους την πώληση των μεριδίων τους, αυτή η διαπραγμάτευση έλαβε χώρα από τα μέσα Μαρτίου μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2002, είχε προηγηθεί όμως τόσο η εκ των εναγομένων εντολή προς την ενάγουσα για την πώληση του ακινήτου, όσο και από την τελευταία υπόδειξη του ακινήτου στην αγοράστρια, η οποία έτσι πληροφορήθηκε τα στοιχεία του ακινήτου και τις οικονομικές απαιτήσεις των πωλητριών, γι'αυτό άλλωστε κατέβαλε στην ενάγουσα στη συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή, αναγνωρίζοντας έτσι, ότι η απόκτηση από αυτήν του ακινήτου ήταν αποτέλεσμα της υπόδειξης αυτού από την ενάγουσα και δεν θα κατέβαλε σ' αυτήν το σημαντικό ποσό των 41.355,34 ευρώ, αν η απόκτηση του ακινήτου ήταν αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης των ανωτέρω δικηγόρων.
Με βάση τα περιστατικά αυτά δέχθηκε, ότι η σύναψη των ανωτέρων συμβάσεων, δυνάμει των οποίων η αγοράστρια εταιρία απέκτησε το ακίνητο των εναγομένων, είναι συνέπεια κυρίως των ενεργειών της ενάγουσας, που έφερε σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη και μετά από διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε συμφωνία. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η μεσιτική δραστηριότητα της ενάγουσας αναλώθηκε στην υπόδειξη ευκαιρίας στα συμβληθέντα μέρη, με την παροχή πληροφοριών για τα στοιχεία του ακινήτου, της χρονικής απασχόλησης της και του επιτευχθέντος αποτελέσματος, η συμφωνηθείσα αμοιβή (2% ανερχομένη σε 71.313,28 ευρώ) πρέπει να μειωθεί στο μέτρο που αρμόζει, σε ποσοστό 1% επί της αξίας του ακινήτου και ανέρχεται σε 35.656,64 ευρώ, κατά τη βάσιμη από το άρθρο 707 ΑΚ ένσταση των εναγομένων, το οποίο και επεδίκασε, πλέον ΦΠΑ, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε αντίθετα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη μείωση της μεσιτικής αμοιβής της αναιρεσείουσας, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 707 Α.Κ. Διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, δεν αναφέρεται στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη μείωση της μεσιτικής αμοιβής στο μέτρο που αρμόζει και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις επιτόπιες συνήθειες για ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή ..... , την ειθισμένη για παρόμοιες συναλλαγές της περιοχής αυτής μεσιτική αμοιβή, την οικονομική κατάσταση των μερών και κυρίως την οικονομική δυνατότητα των μεσιτικών εντολέων.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4483/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ