Legislator Case Law & Legislation
883/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on non-payment of debts, ruling tax debts do not constitute criminal offenses under Article 66 of the Penal Code.

Case Number 883/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for non-payment of public debts exceeding €200,000. The appellant argued that the court incorrectly applied criminal law to administrative debts not listed in the tax authority's table. The court held that these specific debts, including VAT declarations and fines, did not meet the typification requirements of Article 66 of the Penal Code and thus could not form the objective basis of the crime.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) and 66 of the Penal Code; The court established that administrative debts not explicitly typified as criminal offenses in the relevant penal code provisions cannot serve as the objective basis for a crime of non-payment of public debts.

Keywords

AI generated
non-payment of public debts Article 66 Penal Code tax debt criminalization objective basis of crime administrative fines VAT declaration debts Article 25 paragraph 1

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) of Law 1882/1990
Article 66 of the Penal Code (Law 4174/2013 and Law 4987/2022)
Article 469 of the new Penal Code
Article 2 of Law 4619/2019
Article 510(1)(e) of the Code of Criminal Procedure
Article 578(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 1/2023
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 883 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 883/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδων Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο-Τιμόθεο Καζάνα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 528/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Αυγούστου 2022 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Καβάλας, Α. Γ., έλαβε αριθμό 2/2022 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Η κρινόμενη υπ' αρ. έκθεσης 2/9.8.2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Μ. Π. του Β., κατοίκου ... (οδός ...) η οποία ασκήθηκε νομοτύπως με δήλωσή του στη Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας (άρθρ. 466 παρ. 1 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ), για αναίρεση της υπ' ...28/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτόν (αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο) σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών με αναστολή, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, άνω των 200.000 ευρώ (άρθρο 25 παρ. 1 β ν. 1882/1990), ασκήθηκε εμπροθέσμως, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 π... του ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας από της καταχώρησής της, καθαρογραμμένης, στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Εφετείου (άρθρο 473 π... και 4 του ΚΠΔ), που έλαβε χώρα την 19.7.2022, με αύξοντα αριθμό 300, όπως προκύπτει από την από 19.7.2022 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέας του ως άνω Πλημμελειοδικείου (άρθρο 474 π... εδ. α' και 4 του ΚΠΔ), είναι δε παραδεκτή, καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ποινικού νόμου από το δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από την 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο του Ν.4619/2019) νέου Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Προδήλως είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά αυτή (πράξη) ανέγκλητη. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο.

Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται, κατ' αρχάς, υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, σε περίπτωση δε χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (ΑΠ 174/2023, ΑΠ 86/2020, ΑΠ 1820/2019).

Επίσης, ευμενέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει επιβαρυντική περίσταση, η παραδοχή της οποίας, μέχρι την κατάργησή της, οδηγούσε στον χαρακτηρισμό της πράξης ως κακουργήματος ή σε επίταση της απειλούμενης κατά του δράστη ποινής. Εξάλλου, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που απαιτεί επιπλέον στοιχείο για τη συγκρότηση συγκεκριμένου αδικήματος, ενώ, αντίθετα, δυσμενέστερος και, ως εκ τούτου μη εφαρμοζόμενος αναδρομικά, είναι ο νεότερος νόμος, που καταργεί στοιχείο απαιτούμενο κατά τον προγενέστερο νόμο, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η πράξη (ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 1302/2022, ΑΠ 166/2021).

Τέλος, προδήλως, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη, δηλαδή μη αξιόποινη (ΑΠ 1064/2022, ΑΠ 906/2022). Πάντως, δεν καθίσταται μια πράξη ανέγκλητη αν η διάταξη που την προέβλεπε καταργήθηκε μεν με νεότερο νόμο, το αξιόποινο όμως της πράξης αυτής, ενδεχομένως με περισσότερες προϋποθέσεις, διατηρείται με άλλη διάταξη του μεταγενέστερου νόμου (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 1971/2003).

ΙΙΙ. Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990 θεσπίσθηκε η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, ανάλογα με το αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του ποσού του χρέους.

Ακολούθως, το ως άνω άρθρο (25 Ν.1882/1990) αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του Ν.2523/1997, με το οποίο, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την πράξη της μη καταβολής.

Στη συνέχεια, η παρ. 1 του άρθρου 25 συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του Ν.3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110/17.5.2002) και ακολούθως το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α' 15/28.1.2004). Μετά την τελευταία αντικατάσταση, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ.

και στα τελωνεία, κατά τον, ως κατωτέρω, χρόνο καταβολής των επίδικων χρεών: 1) αντιμετωπίσθηκε ενιαία ως προς το χρόνο είσπραξής τους, ορισθέντος ότι χρόνος είσπραξης είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίστηκαν βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους και 4) αυξήθηκαν τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή, για τα οποία ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, ορισθέντος έτσι ότι: "1.

Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Επακολούθησε ο Ν.3943/2011, με το άρθρο 3 του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 και ορίσθηκε ότι: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ".

Ακολούθως, εκδόθηκε ο Ν.4321/21.3.2015 "Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας", με το άρθρο 20 του οποίου η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής. "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό".

Στη συνέχεια με το άρθρο 8 του Ν. 4337/17.10.2015 προστέθηκε νέο Κεφάλαιο (δωδέκατο) στο Ν.4174/2013, με το άρθρο 71 π... του οποίου ορίσθηκε ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α' και β', αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990 ("Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντίστοιχα".

Τέλος, μετά το νόμο 5090/2024 του οποίου η έναρξη ισχύος του άρθρου 61 ορίσθηκε η 1.5.2024 , σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. 1, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.

Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Μετά την υποβολή στον εισαγγελέα της σχετικής αίτησης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κ.λ.π., που συνοδεύεται από τον πίνακα βεβαιωμένων χρεών, ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία ενιαία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να έχει πλέον οποιαδήποτε έννομη σημασία το ύψος και η αιτία προέλευσης καθενός από τα μερικότερα χρέη.

Δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες, προσβάλλουσες διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού, απέχουσες χρονικά και συνεχόμενες μεταξύ τους λόγω της ενότητας δόλου του δράστη και αντιστοιχούσες σε ισάριθμα βεβαιωμένα και μη εξοφλημένα χρέη του πίνακα, ομοειδείς πράξεις, αλλά για μία και μόνη, τελούμενη με τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο κατά τον οποίο το χρέος έπρεπε να καταβληθεί, αξιόποινη πράξη, στην οποία τυποποιείται η καθυστέρηση καταβολής του αθροίσματος των περιεχόμενων στον πίνακα βεβαιωμένων χρεών.

Πρόκειται, δηλαδή, για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στο νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου, που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για τη νομοτυπική του συγκρότηση, χωρίς να περιέχει στοιχεία εξακολουθητικής, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τέλεσης, που χαρακτηρίζουν το αθροιστικό έγκλημα.

Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1) Ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών ο χρόνος αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπόλοιπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις, χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος. 2) Ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι:

α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά το χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από το νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, ο οποίος (δόλος) πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος).

Έτσι, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α) Η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β) το ύψος του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του, δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε) η μη πληρωμή του ενιαιοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από το χρόνο, κατά τον οποίο αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης.

Εξάλλου, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και το υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κλπ.).

Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη. Ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται, όμως, ο χρόνος της υπό στενή έννοια (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος. (ΑΠ 957/2023, ΑΠ 841/2023, ΑΠ 1690/2022).

IV. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 469 του ν. ΠΚ, καταργήθηκε μεν με το άρθρο 136 του νόμου 5090/2024, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 του νόμου 5108/2024 (ΦΕΚ Α 65/2.5.2024), συμπεριλήφθηκε όμως κατά το περιεχόμενό της στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 61 του νόμου 5090/2024. Όπως προκύπτει από το κείμενο της τελευταίας αυτής διάταξης, στη νομοτυπική της μορφή περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία της καταργηθείσας διάταξης του άρθρου 469 του ν.ΠΚ, με συνέπεια να μη τίθεται θέμα εξέτασης του ηπιότερου νόμου (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 75/2024, ΑΠ 8/2024, ΑΠ 1/2024).

Η διάταξη του άρθρου 469 του ν. ΠΚ, ερμηνευμένη τελολογικά και γραμματικά επιβάλλει να δεχθούμε ότι αυτή δεν εκτείνεται οριζόντια, καταλαμβάνοντας και εξαιρώντας όλες τις περιπτώσεις χρεών που προκύπτουν από πράξεις φοροδιαφυγής στα διάφορα είδη φόρων που μνημονεύονται στο άρθρο 66 ΚΦΔ, ανεξαρτήτως δηλαδή του εκάστοτε ποσού διαφυγόντος φόρου και του εάν το ποσό αυτό είναι κατώτερο του ελάχιστου ορίου θεμελίωσης του αξιοποίνου, αλλά μόνο όσα εξ αυτών, προέρχονται από πράξη που πληρεί όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης του άρθρου 66 του ΚΦΔ , είναι δηλαδή αξιόποινη και αυτοτελώς με βάση το άρθρο 66, καθόσον δεν υπάρχει τυποποίηση αδικήματος εάν η πράξη που περιγράφεται σε αυτό δεν συνεπάγεται επιβολή ποινής.

Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, η διάταξη του άρθρου 469 του Π.Κ., ως προς τα μη υπολογιζόμενα χρέη για τον προσδιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη χρεών προς το Δημόσιο, εφαρμόζεται μόνο όταν τα περιλαμβανόμενα στον αντίστοιχο πίνακα χρέη αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα, που τυποποιείται στις διατάξεις του άρθρου 66 του ήδη ισχύοντος από 4-11-2022 Ν. 4987/2022 "Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας" (Φ.Ε.Κ. 206/4-11-2022, τεύχος πρώτο), προηγουμένως δε τυποποιούταν στις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 "Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. 170/26-7-2013, τεύχος πρώτο), όπως προστέθηκε και αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, που καταργήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, με το άρθρο 71 π...

του Ν. 4987/2022, τούτο δε προϋποθέτει αφενός να στοιχειοθετείται ως φορολογικό αδίκημα, αφετέρου δε να υπερβαίνει το οριζόμενο στο ανωτέρω άρθρο 66 του Ν. 4987/2022 ποσό για τη θεμελίωση του αξιοποίνου. (ΟλΑΠ 1/2023).

V. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 3/2019, ΟλΑΠ 1/2015, ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 184/2024, ΑΠ 148/2024, ΑΠ 492/2020 , ΑΠ 779/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 75/2016).

VI. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής το ως εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος, έχοντας την ιδιότητα του οφειλέτη του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών του προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, ενώ το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής του, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ.

Ειδικότερα στην Καβάλα στις 3-10-2017, 19-7-2018, 25-7-2018, 27-7-2018, 12-10-2018, 15-11-2018 και 3-4-2019, δεν προέβη στην καταβολή των βεβαιωμένων σε βάρος του στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ. Ο. Υ) χρεών προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (19-6-2019), ο οποίος περιλαμβάνεται στο παρόν κατηγορητήριο, υπερβαίνει το ποσό των 200.000 και ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων τριανταπέντε χιλιάδων εξακοσίων πέντε ευρώ και έντεκα λεπτών (235.625, 11) ευρώ, όπως οι σχετικές ημερομηνίες και τα αντίστοιχα ποσά αναλύονται στον υπ' αριθμ. 18/2019 πίνακα χρεών που συνέταξε η ΔΟΥ Καβάλας, που συνοδεύει την υπ' αριθμ.

πρωτ. ...-2019 αίτηση ποινικής δίωξης της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ Καβάλας και ενσωματώνεται στο διατακτικό της απόφασης, στον οποίο πίνακα εμφανίζονται τα χρέη αναλυτικά με τους αριθμούς 1 μέχρι και 10, κατά τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος του χρέους, την ανάλυση του ποσού, το απαιτητό μέρος για κάθε ένα χρέος αλλά και σε σύνολο, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό ληξιπροθέσμων δόσεων και τις ημερομηνίες που κάθε χρέος έπρεπε να καταβληθεί.

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2022 έγγραφη ενημέρωση της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ Καβάλας σχετικά με τη διαδικαστική εξέλιξη της οφειλής, κατ' άρθρο 25 π... Ν.1882/1990, για τις οφειλές του ένδικου πίνακα χρεών δεν έχει γίνει καμία καταβολή. Στον ένδικο πίνακα χρεών δεν περιλαμβάνονται χρέη που αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα τυποποιούμενο στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, επομένως δεν συντρέχει περίπτωση διπλής ποινικής αξιολόγησης και τιμωρίας του κατηγορούμενου ως προς αυτά.

Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, όπως εκτιμάται το περιεχόμενό του, 'ότι τα ένδικα χρέη εσφαλμένα περιλαμβάνονται στον ένδικο πίνακα χρεών κατ' εφαρμογήν του άρθρου 469 ΠΚ είναι απορριπτέος. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω περιγραφόμενης πράξης που του αποδίδεται όπως και πρωτοδίκως.

Ακολούθως το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1α του Ν. 1882/1990) με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό : "Στην Καβάλα, στις 3-10-2017, 19-7-2018, 25-7-2018, 27-7-2018, 12-10-2018, 15-11-2018 και 3-4-2019, δεν προέβη στην καταβολή των βεβαιωμένων σε βάρος του στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.

Ο. Υ) χρεών προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (18/2019), ο οποίος περιλαμβάνεται στο παρόν κατηγορητήριο, υπερβαίνει το ποσό των 200.000.

Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο δεν προέβη ως όφειλε, στην καταβολή ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο εκ ποσού διακοσίων τριανταπέντε χιλιάδων εξακοσίων πέντε ευρώ και έντεκα λεπτών (235.625, 11 ) ευρώ, που βεβαιώθηκε και ήταν πληρωτέο στη Δ.Ο.Υ Καβάλας για οφειλές του προς την τελευταία Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, τα δε μερικότερα χρέη αναγράφονται πλήρως ως προς το είδος των οφειλομένων φόρων, τα επί μέρους ποσά αυτών, την αιτία τον τρόπο, τον αριθμό και το χρόνο βεβαίωσης του καθενός, τον αριθμό των ληξιπροθέσμων δόσεων και την ημέρα καταβολής εκάστης στον υπ' αριθμ. 18/2019 πίνακα χρεών της ως άνω Δ.Ο.Υ, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος κατηγορητηρίου :

VII. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος, όσον αφορά τα επίδικα ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο, για τα οποία καταδικάστηκε, ότι αυτά ανέρχονταν στο ποσό τωv 235.625,11 ευρώ και αποτελούσαν το άθροισμα δέκα (10) επιμέρους βεβαιωθέντων χρεών, από τα οποία το υπ' αριθμό ...

αφορά σε πρόστιμο πολεοδομίας, το υπ' αριθμό ... σε χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω ΙΝΤΕΡΝΕΤ, το υπ' αριθμό ... σε πρόστιμο ΚΒΣ οριστική βεβαίωση, το υπ' αριθμό ... σε πρόστιμο μητρώου, το υπ' αριθμό ... σε πρόστιμο μητρώου, το υπ' αριθμό ... σε πρόστιμο μητρώου, το υπ' αριθμό ... σε πρόστιμο επιβολής διοικητικών κυρώσεων, το υπ' αριθμό ...

σε εισόδημα ΦΠ και ΕΙΔ.ΕΙΣΦ.Ν. 3986/2011 και Τ, το υπ' αριθμό ... σε χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω ΙΝΤΕΡΝΕΤ και το υπ' αριθμό ... σε χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω ΙΝΤΕΡΝΕΤ. Αναφορικά με τα υπ' αριθμό ... χρέη (χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω ΙΝΤΕΡΝΕΤ, πρόστιμο ΚΦΣ- οριστική βεβαίωση και εισόδημα ΦΠ και ΕΙΔ.ΕΙΣΦ.Ν. 3986/2011 και Τ), πρόκειται δηλαδή για χρέη από αδικήματα που δεν τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ (Ν. 4174/20) λόγω της μορφής τους και επιπλέον τα υπ'αριθ.1 έως 7 και 9 χρέη λόγω και του ύψους τους, υπολογίζονται δε για τον προσδιορισμό της ευθύνης του κατηγορουμένου και τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (Ολ.

ΑΠ 1/2023). Επομένως προκύπτει ότι το Δικαστήριο υπήγαγε στην αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 τα χρέη του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου, όπως αυτά αναλυτικά εκτίθενται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κρίνοντας ότι στον οικείο πίνακα δεν περιλαμβάνονται χρέη που αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα τυποποιούμενο στο άρθρο 66 του ΚΦΔ (Ν. 4174/2013 και ήδη Ν. 4987/2022) με συνέπεια να μην εφαρμόζεται εν προκειμένω το άρθρο 469 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ και το προτελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 όπως ισχύει .

Κατ' ακολουθία τούτων ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερθέντων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠ Δ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.8.2022 αίτηση - δήλωση ταυ Μ. Π. του Β., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' ...28/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ