Legislator Case Law & Legislation
883/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against first instance dismissal of possession claim due to insufficient reasoning.

Case Number 883/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the appellants' claim for possession of specific property parts. The appellants argued the lower court failed to address their specific allegations regarding the disturbance of their possession, while the respondent contended the claim was baseless. The Court ruled that the lower court's vague reasoning regarding the indivisibility of the property prevented a proper review of the possession claim, making the appeal admissible and the case remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 984 para. 1, 989 sub. a of the Civil Code; The lower court's failure to address specific allegations regarding the exercise of possession constitutes a ground for appeal when the reasoning is insufficient to support the dismissal of the claim.

Keywords

AI generated
possession claim disturbance of possession insufficient reasoning appeal admissibility remand for retrial property rights civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 974, 976, 979, 980, 983, 984 para. 1, 987, 989 sub. a, 992, 993, 994 of the Civil Code
Article 559 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 883 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 883/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Δ., 2) Π. Π. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Οικονόμου και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Η. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπύρου Παπαδόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2014 μη οριστική, 25/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 96/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, που δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 25/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την περί αναγνώριση της συννομής και διατάραξης της νομής ακινήτου, αγωγή των αναιρεσειόντων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 979, 980, 983, 984 παρ. 1, 987, 989 εδ. α, 992, 993 και 994 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: α) για την απόκτηση της νομής επί πράγματος, κινητού ή ακινήτου, απαιτείται, αφενός μεν βούληση του αποκτώντος να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, αφ` ετέρου δε φυσική εξουσίαση στο πράγμα. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των στοιχείων αυτών, είναι δημιουργική του μη εμπραγμάτου δικαιώματος της νομής.

Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του κατέχοντος να κατέχει και εξουσιάζει το πράγμα κατά τρόπο διαρκή, απεριόριστο και αποκλειστικό, εκδηλώνεται δε με πράξεις επί του πράγματος που αρμόζουν στον κύριο αυτού. Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (βούληση), υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, κατά κανόνα, ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου, δυνάμει ενοχικής σχέσεως, ισχυρής ή όχι.

H νομή προσβάλλεται είτε με αποβολή είτε με διατάραξη, που γίνεται από τρίτο παράνομα. Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει. Επομένως, εννοιολογικά στοιχεία προσβολής της νομής είναι: α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνομη, γ) χωρίς τη θέληση του νομέα. Άλλες προϋποθέσεις, π.χ. διάρκεια της προσβολής, περιουσιακή ζημία του νομέα, χρήση βίας, γνώση ή άγνοια, υπαιτιότητα ή κακή πίστη του προσβολέα, δεν θέτει ο νόμος.

Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή. H διατάραξη αποτελεί μερική προσβολή της νομής, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της, δηλαδή σε κάποια από τις χρησιμότητες του πράγματος.

Η διατάραξη μπορεί να επέλθει με πράξη, όταν αυτός που διαταράσσει είτε ενεργεί πάνω στο πράγμα (π.χ. αφαιρώντας ή και κόβοντας ή και καταστρέφοντας αντικείμενα από ξένη ιδιοκτησία,), είτε εμποδίζει το νομέα από το να ενεργήσει πάνω στο πράγμα (π.χ. δυσχεραίνει το νομέα να εισέλθει στην ιδιοκτησία του με την τοποθέτηση αντικειμένων που φράζουν ή παρεμποδίζουν ή παρακωλύουν την είσοδο και έξοδο απ` αυτήν), ή με παράλειψη όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 95/2019).

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 984 παρ. 1 εδ. α' και 989 εδ.α, ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της βάσεως της αγωγής διαταράξεως της νομής και της απόφασης που τη δέχεται, είναι ότι ο ενάγων είχε τη νομή του επιδίκου, δηλαδή την κατοχή με διάνοια κυρίου, τόσο κατά το χρόνο της διαταράξεως, όσο και κατά τον χρόνο επιδόσεως της αγωγής και προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με παράνομη διατάραξη και χωρίς τη θέληση του νομέα (ΑΠ 275/2010 ΑΠ 2297/2009).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 560 αρ. 6 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ ...6/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Επίδικο ακίνητο αποτελεί, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ένα αγροτικό ακίνητο συνολικής έκτασης 34.897,75 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Δ.Δ ..., το οποίο συνορεύει γύρωθεν, νοτίως με κοινοτικό δρόμο, ανατολικώς με ιδιοκτησία Τ.

και Φ., βορείως με ιδιοκτησία Η., Κούνα και δυτικώς με ιδιοκτησίες Κ., Ο., Λ. και Σ. και αποτυπώνεται υπό τους αριθμούς ... από Ιουνίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ηλία Πετρόπουλου, συνταχθέν κατόπιν υλοποίησης των ορίων από τους ενάγοντες, που προσαρτάται στην ένδικη αγωγή και αποτελεί ενιαίο σώμα με αυτή.

Στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "...", ενώ επίσης αναγράφονται ως περικλειόμενες από αυτό θέσεις και οι θέσεις "..." και "...". Οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την υπό κρίση αγωγή ότι απέκτησαν κατά το έτος 2002 και ασκούν έκτοτε τη συννομή, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, επί της ανωτέρω εδαφικής έκτασης, η οποία αποτελεί ένα ενιαίο ακίνητο, που προέκυψε από την οργανική ενοποίηση διαφόρων ακινήτων που απέκτησαν αιτία γονικής παροχής, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../2002 συμβολαίου που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αροανίας, καθώς και ενός ακινήτου εκτάσεως 2.000 τ.μ. (αγρόκτημα "..." πρώην ιδιοκτησίας Κ.), που απέκτησαν το έτος 2002 με άτυπη αγορά, και για την οποία (αγοραπωλησία) συντάχθηκε μεταγενέστερα το υπ'αριθμ. .../2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Γιαλαμπρίνου.

Πλην, όμως, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί ένα ενιαίο και αυτοτελές ακίνητο, το οποίο εξουσιάζεται αυτοτελώς από τους ενάγοντες, καθώς επίσης και τα ατομικά προσδιοριστικά στοιχεία αυτού, και συνακόλουθα η ύπαρξη σύννομης των εναγόντων επ' αυτού, ως αυτοτελούς και αυθύπαρκτου, κατά την έννοια του άρθρου 974 ΑΚ, πράγματος.

Ειδικότερα, από την αναφερόμενη στην αγωγή υπ'αριθμ. .../9.12.2002 πράξη γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Καλαβρύτων Μαριελένης Γεωργίου Διαμαντοπούλου προκύπτει ότι οι ενάγοντες απέκτησαν αιτία γονικής παροχής, μεταξύ άλλων ακινήτων, και τα ακόλουθα ακίνητα που βρίσκονται στις αναφερόμενες στην αγωγή και στο συνημμένο σε αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα θέσεις, ήτοι α) στη θέση "...", έναν αγρό ξερικό εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων περίπου ή όσης είναι, που συνορεύει με Δ.Κ., Χ.

Θ., Π.Η., Γ. Κ., Π.Π., Δ.Π. (παρέχοντα) και αγροτικό δρόμο, β) στη θέση "..." έναν αγρό ξηρικό εκτάσεως επτά (7) στρεμμάτων περίπου ή όσης είναι που συνορεύει με κληρ. Ν.Τ., αγροτικό δρόμο, Σ. Τ., Δ. Π. (παρέχοντα), και γ) στη θέση "..." έναν αγρό ξηρικό εκτάσεως οκτώ (8) στρεμμάτων περίπου ή όσης είναι, που συνορεύει με Π.Π., κληρ.

Φ. Φ., κληρ. Σ.Τ. και αυλάκι, ενώ από το επίσης αναφερόμενο στην αγωγή υπ'αριθμ. .../26.10.2009 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Θ. Γιαλαμπρίνου προκύπτει ότι οι ενάγοντες απέκτησαν εξ αγοράς ένα αγροτεμάχιο ξερικό, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ...

του Δήμου ..., εκτάσεως τριών χιλιάδων (3.000) τ.μ. περίπου, και συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσεως, ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Τ. και ήδη με ιδιοκτησία εναγόντων, δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας εναγόντων, βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Φ.Φ. και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Φ.Φ.. Πλην, όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα ως άνω ακίνητα (συνολικής έκτασης, κατά τα προαναφερόμενα, 21 στρεμμάτων περίπου), τυγχάνουν όμορα και συνεχόμενα, και αποτελούν, ως συναπτόμενα υλικώς, την επίδικη εδαφική έκταση επιφάνειας 34.897,75 τ.μ., την οποία νέμονται αυτοτελώς, ως ένα ενιαίο ακίνητο, οι ενάγοντες, με την άσκηση των αναφερόμενων στην αγωγή πράξεων νομής.

Σύμφωνα, δε, με τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγόμενου - ο οποίος τόσο πρωτοδίκως όσο και με την ένδικη έφεση αμφισβητεί την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου και την ύπαρξη συννομής των εναγόντων σε αυτό - και που δεν αντικρούονται ειδικώς από τους ενάγοντες, που φέρουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, τα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιοκτησία των εναγόντων και βρίσκονται στην θέση "..." - στην οποία κατά την ένδικη αγωγή βρίσκεται το επίδικο ακίνητο - αποτελούν το ως άνω αναφερόμενο υπό στοιχείο α) της γονικής παροχής και το ως άνω ακίνητο που απέκτησαν οι ενάγοντες δυνάμει του προαναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, καθώς και δύο ακόμη αγροτεμάχια εκτάσεως 500 τ.μ.

και 1.500 τ.μ. αντίστοιχα, τα οποία οι ενάγοντες απέκτησαν εξ αγοράς δυνάμει των υπ'αριθμ. .../17.6.1998 και .../26.9.2002 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Μαρίας Ζερβού και Αγγελικής-Άννας Μαργαρίτη αντίστοιχα, που προσκομίζονται από τους εναγόμενους. Επιπλέον, ούτε από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν αυτήν προκύπτει ή αποτυπώνεται η επίδικη εδαφική έκταση των 34.897,75 τ.μ., ενώ σε προγενέστερη ασκηθείσα αγωγή των εναγόντων κατά των εναγόμενων για την ίδια αιτία και με το ίδιο αίτημα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αροανίας, με αριθμό κατάθεσης 4/2012, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 3/2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που απέρριψε την εν λόγω αγωγή λόγω αοριστίας, το επίδικο ακίνητο - το οποίο, κατά τα ιστορούμενα σε αυτήν, προέκυψε από την ενοποίηση των αναφερόμενων στην υπό κρίση αγωγή ακινήτων - αποτυπώνεται στο συνημμένο στην εν λόγω (προγενέστερη) αγωγή από Ιουνίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου ως άνω τοπογράφου-μηχανικού, που συντάχθηκε κατόπιν υλοποίησης των ορίων από τους ενάγοντες, με αναφερόμενη συνολική έκταση αυτού 36.373,25 τ.μ.

και αναφερόμενη θέση αυτού, τη θέση "...". Σύμφωνα, δε, με την δοθείσα στα πλαίσια προγενέστερης δίκης των διαδίκων - κατόπιν της άσκησης της με αριθμό κατάθεσης 21/2009 αγωγής των εναγόντων κατά των εναγόμενων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων με την ίδια αιτία και αιτητικό, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 14/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων που κήρυξε εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Αροανίας - ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Χ.

Σ., που περιλαμβάνεται στα υπ'αριθμ. 14/2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων, αναφέρεται ότι ο Π. πάνω από το δρόμο έχει πάνω από 15 στρέμματα καθώς επίσης και ότι τα κτήματα αυτά δεν είναι ενιαία, ενώ στην δοθείσα στα πλαίσια της δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων - κατόπιν της άσκησης της υπ'αριθμ. 69/5.5.2008 αίτησης των εναγόντων κατά των εναγόμενων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 29/2008 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων, που στη συνέχεια εξαφανίσθηκε με την υπ'αριθμ. 17/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων λόγω αοριστίας της αίτησης - ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αιτούντων, Σ.

Σ., που περιλαμβάνεται στα υπ'αριθμ. 29/2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων, αναφέρεται ότι ο Π. έχει πάνω από το νέο δρόμο 25-30 στρέμματα, των οποίων ο ίδιος (μάρτυρας) τυγχάνει μισθωτής από 5ετίας, χωρίς όμως να προσδιορίζεται εάν η εν λόγω έκταση αποτελεί ένα ενιαίο και αυτοτελές ακίνητο, το οποίο ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο, και το οποίο οι ενάγοντες (Κ.

και Π. Π.) νέμονται και εξουσιάζουν αυτοτελώς. Ενόψει όλων των ανωτέρω εφόσον δεν αποδείχθηκε η ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, ως ενός ενιαίου και αυτοτελούς κατά τη φύση και τις συναλλαγές ακινήτου, δεκτικού φυσικής εξουσίασης κατ'άρθρ. 974 ΑΚ, καθώς και τα ατομικά στοιχεία αυτού (έκταση, θέση και όρια), και συνακόλουθα η ύπαρξη συννομής των εναγόντων σε αυτό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την κρινόμενη αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, εσφαλμένα εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιόν του αποδείξεις...".

Στη συνέχεια δε το Μονομελές Πρωτοδικείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσειόντων, κρατώντας δε και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Mε αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης νομής των αναιρεσειόντων στα επίδικα τμήματα του μεγαλύτερου ακινήτου τόσο κατά τον χρόνο της διαταράξεως, όσο και κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής και προσβολής αυτής από τον αναιρεσίβλητο με παράνομη διατάραξη.

Τούτο δε διότι, ενώ δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί ένα ενιαίο και αυτοτελές ακίνητο, το οποίο εξουσιάζεται αυτοτελώς από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες, καθώς επίσης (δεν αποδείχθηκαν) και τα ατομικά προσδιοριστικά στοιχεία αυτού (έκταση, θέση και όρια) και συνακόλουθα η ύπαρξη συννομής των εναγόντων επ' αυτού, ως αυτοτελούς και αυθύπαρκτου, κατά την έννοια του άρθρου 974 ΑΚ, πράγματος, ουδόλως αναφέρεται στο ζήτημα της άσκησης ή μη νομής των αναιρεσειόντων στα επίδικα τμήματα του όλου ακινήτου, τα οποία περιγράφονται με σαφήνεια στην αγωγή και επί των οποίων έλαβαν χώραν, κατά τους ισχυρισμούς τους, οι επίμαχες διαταρακτικές της νομής τους πράξεις του εναγομένου-αναιρεσίβλητου ζήτημα που αποτελεί και το αντικείμενο της ένδικης αγωγής.

Όμως, οι ασαφείς και ανεπαρκείς εν λόγω αιτιολογίες, δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή των προαναφερομένων, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 974, 984 παρ. 1 και 989 εδ. α' ΑΚ και επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο οποίος καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αναίρεσης που έγινε δεκτός και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 96/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ