Supreme Court dismisses appeal against debt relief ruling, upholding lower court's application of debt restructuring law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Credit Registry and Loans Fund against the First Instance Court's decision. The appellant argued the debtor lacked sufficient debt to qualify for relief, but the court found the lower court's reasoning sufficient and legally sound. Consequently, the appeal was rejected without awarding legal costs, as the specific debt relief statute explicitly prohibits such awards in these proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 4, 8 of Law 3869/2010; Article 746 of the Code of Civil Procedure: The court established that a debtor qualifies for debt restructuring under the specific law if they lack permanent payment ability, and that the specific statute's prohibition on awarding legal costs prevails over the general procedural rule.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 883 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 883/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσέλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3717/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15964/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-12-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρο 2 υποπαρ. Α4 άρθρ. 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - καταθέσεως, στις 16-6-2015, της ένδικης, από 16-6-2015, αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρα 323 και 340 Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015).
Εξάλλου, ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεώς του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).
Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρετήσεως, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.
Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στην ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από την ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περιπτώσεως στην διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.
Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από την ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων (Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από την ρύθμιση του ν. 3869/2010, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκολύνσεως και εξυπηρετήσεως των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.
Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβιώσεώς του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (Α.Π. 1379/2019).
Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχωρήσεως, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στην ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της συντάξεώς του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της συντάξεως του δανειολήπτη - οφειλέτη.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 15964/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β' του ν.3869/2010, 739 επ. Κ.Πολ.Δικ.), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών - αιτών, ηλικίας σήμερα 52 ετών είναι νυμφευμένος με την Ε. Τ., η οποία είναι 50 ετών και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει δυο τέκνα, την Σ., η οποία είναι 21 ετών και φοιτά από τον Σεπτέμβριο του 2015 στο Τμήμα Νηπιαγωγών της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (βλ.
την από 02.10.2015 βεβαίωση σπουδών της Γραμματέα του ως άνω Τμήματος) και τον Α., ηλικίας 16 ετών, μαθητή της Α' τάξης του Λυκείου. Οι ως άνω σύζυγοι κατοικούν μαζί με τα τέκνα τους σε διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του ως άνω εκκαλούντος, επί της οδού ... στον ..., που αποτελεί την οικογενειακή τους στέγη. Ο τελευταίος εργάζεται ως μόνιμος υπάλληλος στον Δήμο Θεσσαλονίκης, με μηνιαίο καθαρό μισθό που, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησής του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ανερχόταν στο ποσό των 1.027,29 ευρώ και ήδη κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ανέρχεται στο ποσό των 1.068,90 ευρώ (βλ.
προσκομιζόμενα μηνιαία εκκαθαριστικά των μηνών Σεπτεμβρίου 2016 και Ιουνίου 2017), ενώ συμμετέχει και σε ένα ερασιτεχνικό μουσικό σχήμα, το οποίο λαμβάνει μέρος σε εκδηλώσεις (γάμους, βαπτίσεις κ.λπ.), αποκερδαίνοντας περίπου 2.500,00 ευρώ ετησίως. Η σύζυγός του εργαζόταν στο παρελθόν περιστασιακά ως υπάλληλος σε ζαχαροπλαστείο, ενώ πλέον τυγχάνει μακροχρόνια άνεργη, με μοναδικό της εισόδημα ένα πολύ μικρό ποσό που λαμβάνει ετησίως από την εκμετάλλευση των αγροτεμαχίων που ανήκουν στην ίδια και στο σύζυγό της και βρίσκονται στη ..., ως αγρότισσα ειδικού καθεστώτος.
Εξάλλου, τον Ιούλιο του 2016 εμφάνισε σοβαρή ασθένεια, η οποία την κατέστησε ανίκανη προς εργασία, με αποτέλεσμα πλέον να μην δύναται να εργαστεί. Ειδικότερα, κατά τον άνω χρόνο διαγνώστηκε ότι πάσχει από μεταστατικό χολαγγειοκαρκίνωμα ενδοηπατικών χοληφόρων με συνοδές δευτεροπαθείς εντοπίσεις πνευμόνων και οστών και παρότι υποβλήθηκε σε χημειοθεραπείες η νόσος της βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο με μικρές πιθανότητες βελτίωσης (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. .../01.06.2017 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού παθολόγου - ογκολόγου Ι. Π. του Γενικού Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου"). Τα εισοδήματα των ως άνω συζύγων, όπως αυτά αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες φορολογικές τους δηλώσεις, ανήλθαν για το έτος 2002 (οικονομικό έτος 2003) στο ποσό των 1.128,60 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 13.543,28 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένης και της επιστροφής φόρου ποσού 453,12 ευρώ), για το έτος 2003 (οικονομικό έτος 2004) στο ποσό των 1.464,34 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 17.572,03 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένης και της επιστροφής φόρου ποσού 542,64 ευρώ και του αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 2.420,91 ευρώ), για το έτος 2004 (οικονομικό έτος 2005) στο ποσό των 1.417,24 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 17.006,91 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένης και της επιστροφής φόρου ποσού 825,21 ευρώ), για το έτος 2005 (οικονομικό έτος 2006) στο ποσό των 1.340,65 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 16.087,80 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένης και της επιστροφής φόρου ποσού 624,18 ευρώ), για το έτος 2006 (οικονομικό έτος 2007) στο ποσό των 1.701,15 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 20.413,83 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και του αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 3.394,94 ευρώ, της επιστροφής φόρου ποσού 723,79 ευρώ και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 287,14 ευρώ), για το έτος 2007 (οικονομικό έτος 2008) στο ποσό των 1.768,92 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 21.227,08 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και του αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 3.960,15 ευρώ, της επιστροφής φόρου ποσού 592,25 ευρώ και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 258,43 ευρώ), για το έτος 2008 (οικονομικό έτος 2009) στο ποσό των 1.870,87 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 22.540,48 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και του αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 3.907,73 ευρώ, της επιστροφής φόρου ποσού 709,88 ευρώ και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 353,43 ευρώ), για το έτος 2009 (οικονομικό έτος 2010) στο ποσό των 1.960,83 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 23.592,92 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και του αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 4.678,18 ευρώ, της επιστροφής φόρου ποσού 828,10 ευρώ και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 258,43 ευρώ), για το έτος 2010 (οικονομικό έτος 2011) στο ποσό των 1.710,87 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 20.530,43 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και του αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 3,685,60 ευρώ, της επιστροφής φόρου ποσού 349,70 ευρώ και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 258,43 ευρώ), για το έτος 2011 (οικονομικό έτος 2012) στο ποσό των 1.458,00 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 17.496,09 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και του αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 3.018,52,60 ευρώ και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 11,40 ευρώ, μετ' αφαίρεση του ποσού των 433,18 ευρώ για την πληρωμή του αναλογούντος φόρου), για το έτος 2012 (οικονομικό έτος 2013) στο ποσό των 1.173,76 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 14.085,15 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και της επιστροφής φόρου ποσού 381,93 ευρώ και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 580,32 ευρώ), για το έτος 2013 (οικονομικό έτος 2014) στο ποσό των 1.156,43 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 13.877,13 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 1.012,18 ευρώ, μετ' αφαίρεση του ποσού των 73,51 ευρώ για την πληρωμή του αναλογούντος φόρου), για το έτος 2014 (φορολογικό έτος 2014) στο ποσό των 1.551,31 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 18.615,70 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 3.062,71 ευρώ) και για το έτος 2015 (φορολογικό έτος 2015) στο ποσό των 1.465,21 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (ή 17.582,51 ευρώ ετησίως συνυπολογιζομένων και των εισοδημάτων της συζύγου ποσού 2.517,52 ευρώ από αγροτική δραστηριότητα, μισθωτή εργασία και επίδομα ανεργίας, μετ' αφαίρεση του ποσού των 599,37 ευρώ για την πληρωμή του αναλογούντος φόρου).
Οι ανωτέρω υπολογισμοί εδράζονται στις προσκομισθείσες φορολογικές δηλώσεις και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα του εκκαλούντος και της συζύγου του, όπου τα ετήσια δηλωθέντα εισοδήματά τους ανήλθαν στα παραπάνω ποσά, ενώ κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσής τους εκτιμάται ότι το καθαρό μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 1.400,00 ευρώ, αφού τα οικονομικά δεδομένα της οικογένειας από το έτος 2015 έως σήμερα δεν έχουν μεταβληθεί.
Πρόσθετα εισοδήματα δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτουν ο εκκαλών και η σύζυγός του. Το έτος 2000, εξάλλου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...22.09.2000, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης Θεσσαλονίκης (τόμος ... και αυξ. αριθμ. ...) συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Δ. - Μ., ο νυν εκκαλών απέκτησε την κυριότητα μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας, και συγκεκριμένα ενός διαμερίσματος, καθαρής επιφανείας 67,59 τ.μ. (κατά τον τίτλο κτήσης η καθαρή επιφάνεια είναι 60,23 τ.μ. και η μικτή 80,70 τ.μ.), που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο της κειμένης επί της οδού ..., οικοδομής, στον .... Το διαμέρισμα αυτό αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία και λουτροαποχωρητήριο, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στους κοινόχρηστους χώρους 8,66/100.
Το εν λόγω διαμέρισμα, αντικειμενικής αξίας 56.621,48 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2016) αποτελεί την κύρια κατοικία του εκκαλούντος και της συζύγου του, στην οποία διαμένουν με τα δύο, υπό την προστασία τους ευρισκόμενα, τέκνα τους. Στην κυριότητα του εκκαλούντος ανήκουν, επιπλέον, πέντε αγροτεμάχια, συνολικής έκτασης 29.147,21 τ.μ., που βρίσκονται στο Δημοτικό Διαμέρισμα ...
του Δήμου ... του Νομού Χαλκιδικής, και συγκεκριμένα ένα αγροτεμάχιο έκτασης 8.647,21 τ.μ. στη θέση "...", ένα αγροτεμάχιο έκτασης 1.500,00 τ.μ. στη θέση "...", ένα αγροτεμάχιο έκτασης 1.500,00 τ.μ. στη θέση "...", ένα αγροτεμάχιο έκτασης 4.500,00 τ.μ. στη θέση "..." και ένα αγροτεμάχιο έκτασης 13.000 τ.μ. στη θέση "...". Το πρώτο από τα ως άνω αγροτεμάχια απέκτησε ο εκκαλών δυνάμει του υπ' αριθμ. .../09.10.1997 συμβολαίου αγοραπωλησίας και τα υπόλοιπα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29.11.1999 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μουδανιών Ό.
Κ., νομίμως μεταγραφέντων αμφοτέρων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών (βλ. προσκομιζόμενη βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης έτους 2016 - Ε9 και δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2016) και τα εκμισθώνει στη σύζυγό του, προκειμένου η τελευταία να τα καλλιεργήσει (βλ. ενιαία δήλωση εκμετάλλευσης έτους 2016).
Στην κυριότητα του εκκαλούντος ανήκει, τέλος, ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας FORD τύπου FOCUS, 1.398 cc, μοντέλο 2008, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας όχι μεγαλύτερης των 4.000,00 ευρώ. Άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι διαθέτει ο εκκαλών. Περαιτέρω, ο νυν εκκαλών, με την αίτησή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προσδιόρισε το μηνιαίο κόστος διαβίωσης για τη διατροφή του ιδίου, της συζύγου και των τέκνων τους, μετά των εξόδων ένδυσης και υπόδησης, καθώς για την κάλυψη των λογαριασμών ΔΕΚΟ, στο ποσό των 1.280,00 ευρώ.
Για τον προσδιορισμό των βιοτικών αναγκών του εκκαλούντος και της οικογένειάς του πρέπει να ληφθούν υπόψη ιδία το γεγονός ότι δεν βαρύνεται με δαπάνη μίσθωσης οικίας, καθώς κατοικούν στην προαναφερθείσα ιδιόκτητη κατοικία του στον ... (επιφανείας 67,59 τ.μ.), το γεγονός ότι έχει δυο προστατευόμενα μέλη στην οικογένειά του, με τη διατροφή των οποίων βαρύνεται, οι ανάγκες για τροφή, ένδυση - υπόδηση, θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες και κοινόχρηστες δαπάνες, οι δαπάνες για μη καλυπτόμενη από τον κοινωνικοασφαλιστικό τους οργανισμό ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενόψει και της επιβαρυμένης κατάστασης υγείας της συζύγου του, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες για υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, τηλεφωνική σύνδεση, μετακινήσεις, η καταβολή ανελαστικής δαπάνης ΕΝΦΙΑ για το ήδη ως άνω μνημονευθέν ακίνητο, καθώς και για τα λοιπά ακίνητα του εκκαλούντος, καθώς και το γεγονός ότι ο τελευταίος ως οφειλέτης οφείλει να μειώσει στο ελάχιστο τις οικογενειακές δαπάνες του και δη μόνο στις απολύτως απαραίτητες.
Για τον προσδιορισμό, δηλαδή, των βιοτικών αναγκών του εκκαλούντος αφενός μεν δεν λαμβάνεται υπόψη ένα γενικό, μέσο πρότυπο, αλλά οι συνήθεις συνθήκες ζωής του συγκεκριμένου εκκαλούντος, αφετέρου δε, λαμβάνεται υπόψη ότι διά της παρούσας διαδικασίας σκοπείται και εν τέλει επιτυγχάνεται (δυνητικά) η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, εξαιτίας των οποίων περιήλθε σε κατάσταση υπερχρέωσης και τα οποία αδυνατεί να αποπληρώσει, γεγονός το οποίο κατά την καλή πίστη (βλ.
άρθρο 281 ΑΚ, αλλά και 25 παρ. 1 του Συν/τος αναφορικά με τη θυσία, που υφίστανται και οι πιστωτές, καθώς και το κοινωνικά αποδεκτό μέτρο της θυσίας αυτής) λειτουργεί ως αντίβαρο στην ενσωμάτωση στις βιοτικές ανάγκες υπερβολικών απαιτήσεων [...]. Ενόψει, συνεπώς, των ανωτέρω το Δικαστήριο προσδιορίζει τις μηνιαίες βιοτικές ανάγκες του εκκαλούντος και της οικογένειάς του στο ποσό των 1.200,00 ευρώ μηνιαίως (450,00 ευρώ μηνιαίως δαπάνες διατροφής, 100,00 ευρώ μηνιαίως δαπάνες ηλεκτροδότησης, 20,00 ευρώ μηνιαίως δαπάνες ύδρευσης, 30,00 ευρώ μηνιαίως δαπάνες κοινοχρήστων, 100,00 ευρώ μηνιαίως για δαπάνη θέρμανσης με αναγωγή σε μηνιαία βάση των δαπανών θέρμανσης κατά τους χειμερινούς μήνες, 50,00 ευρώ για ένδυση - υπόδηση με αναγωγή σε μηνιαία βάση των οικείων δαπανών, 100,00 ευρώ μηνιαίως για τηλεφωνική (σταθερή και κινητή) σύνδεση, 50,00 ευρώ μηνιαίως για ανελαστική δαπάνη ΕΝΦΙΑ, 150,00 ευρώ μηνιαίως για μετακινήσεις και ασφάλιστρα αυτοκινήτου, 100,00 ευρώ για τις δαπάνες σπουδών των δύο τέκνων και 50,00 ευρώ μηνιαίως για μη καλυπτόμενες από τον κοινωνικοασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο υπάγονται ο εκκαλών και η σύζυγός του, ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών με την αγορά παραφαρμακευτικών ειδών).
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, εξάλλου, ο εκκαλών συνήψε με το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" την από 18.12.2000 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας δανειοδοτήθηκε με το ποσό των 25.000.000,00 δραχμών ή 73.367,57 ευρώ για την αγορά της ως άνω κατοικίας του.
Το εν λόγω δάνειο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε τριάντα έτη και δη σε εξήντα ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβλητέες την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, με σταθερό επιτόκιο 7%, ενώ για την εξυπηρέτηση και σταδιακή αποπληρωμή του, παρεκρατείτο μηνιαίως από τον μισθό του εκκαλούντος - αιτούντος αρχικώς το ποσό των 167.036 δραχμών ή 490,20 ευρώ και ακολούθως, λόγω της μείωσης του αρχικού επιτοκίου σε ποσοστό 6%, το ποσό των 443,05 ευρώ μέχρι και το χρόνο δημοσίευσης της προσωρινής διαταγής (07.12.2015), που εκδόθηκε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 3869/2010, επί της κύριας αίτησής του και ήρε μερικώς την παρακράτηση του μισθού του, ορίζοντας μηνιαίες καταβολές, ποσού 100,00 ευρώ.
Προς διευκόλυνση της εξόφλησης του ως άνω δανείου, δηλαδή, ο αιτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994, συνήψε με το εφεσίβλητο αυτοτελή και διακριτή σύμβαση εκχώρησης ποσοστού 6/10 εκ των μελλοντικών του τότε μηνιαίων απολαβών έναντι του μισθοδοτικού του φορέα. Η εν λόγω σύμβαση εκχώρησης μελλοντικών απαιτήσεων έλαβε χώρα χάριν εξόφλησης των δόσεων εκ του προαναφερθέντος τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθώς από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 και από τη βάσει αυτής συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης ουδόλως αποδεικνύεται ότι η εκχώρηση έλαβε χώρα pro soluto (ΑΚ 419) της οφειλής εκ της δανειακής σύμβασης.
Οι οφειλές εκ των δόσεων του εν λόγω δανείου, συνεπώς, δεν έχουν αποσβεσθεί, αφού εκάστη εξ αυτών αποσβήνεται μετά την είσπραξη από το ΤΠΔ ως εκδοχέα εκάστου επιμέρους ποσού από τις επιμέρους εκχωρηθείσες απαιτήσεις του εκκαλούντος έναντι του μισθοδοτικού του φορέα. Για την εξασφάλιση της απαίτησής του από το παραπάνω δάνειο το εφεσίβλητο ενέγραψε υποθήκη επί της κύριας κατοικίας του εκκαλούντος στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης Θεσσαλονίκης.
Μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το ανεξόφλητο κεφάλαιο του ως άνω δανείου ανερχόταν στο ποσό των 54.197,78 ευρώ, συνεπεία δε της σύμβασης εκχώρησης - παρακράτησης, κατά το χρόνο εκείνο, η οφειλή του αιτούντος προς το Ταμείο ήταν ενήμερη και δεν υφίστατο ληξιπρόθεσμο χρέος, ενώ ο ίδιος λάμβανε ως υπόλοιπο μισθού του το ποσό των 567,32 ευρώ.
Ωστόσο, η ανωτέρω αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής του, περιήγαγε τον αιτούντα σε πραγματική αδυναμία κάλυψης των ατομικών και οικογενειακών του αναγκών, καθόσον με το υπόλοιπο του μισθού του, με τα εισοδήματά του από τη συμμετοχή του στο προαναφερθέν μουσικό σχήμα και με τα εισοδήματα της συζύγου του, όπως αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω, αδυνατούσε να εξασφαλίσει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένεια του, ικανοποιώντας τις βιοτικές τους ανάγκες, οι οποίες ανέρχονται, κατά τα ως άνω, στο ποσό των 1.200,00 ευρώ.
Κι ενώ, λοιπόν, κατά τον χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων (έτος 2000) και μέχρι το έτος 2010, το συνολικό οικογενειακό εισόδημα επαρκούσε τόσο για την εξυπηρέτηση των δόσεων από τη δανειακή σύμβαση που είχε συνάψει με το εφεσίβλητο όσο και για την κάλυψη των οικογενειακών δαπανών διαβίωσης, καθώς μέχρι το έτος 2001 είχε μόνο ένα τέκνο, το οποίο λόγω της μικρής του ηλικίας δεν είχε αυξημένες ανάγκες, ενώ στη συνέχεια, μετά την απόκτηση του δεύτερου τέκνου του, το εισόδημά του αυξήθηκε, ακολούθως και δη μετά το τέλος του 2011, που συνέπεσε με τη σταδιακή μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, ο μισθός του περικόπηκε, ενώ και οι οικογενειακές του ανάγκες αυξήθηκαν, με αποτέλεσμα το οικογενειακό εισόδημα, μετά και την παρακράτηση του ποσού για την πληρωμή του δανείου του προς ΤΠΔ να μην δύναται να καλύψει, τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του.
Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι ο εκκαλών - αιτών, ο οποίος μπορούσε κατά την ανάληψη της δανειακής του υποχρέωσης να εξυπηρετεί τις μηνιαίες δόσεις του αναληφθέντος δανείου από τις αποδοχές του και να καλύπτει παράλληλα και τις οικογενειακές του ανάγκες, χωρίς να είναι δυνατό να προβλέψει την εν συνεχεία αδυναμία του σε αποπληρωμή των δόσεων αυτών λόγω της επί τα χείρω αιφνίδιας ανατροπής των προσωπικών του δεδομένων, περί τα μέσα του έτους 2011, περιήλθε σε πραγματική, μόνιμη και διαρκή αδυναμία να ανταποκριθεί στις οφειλές του και ταυτόχρονα να καλύψει τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειάς του, κατάσταση στην οποία περιήλθε χωρίς δόλο, μη προβαλλομένου, άλλωστε, και σχετικού ισχυρισμού από τον πιστωτή του είτε πρωτοδίκως είτε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης με λόγο έφεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 765 Κ.Πολ.Δικ.
Σημειωτέον ότι για να υπαχθεί οφειλέτης στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, να έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ορθότερα δε θα πρέπει κατά την κατάθεση της αίτησής του να υπάρχει έστω και μια ληξιπρόθεσμη οφειλή του προς κάποιον πιστωτή.
Ο νομοθέτης θέσπισε την ανωτέρω προϋπόθεση, έχοντας κατά νου, το συνήθως συμβαίνον, δηλαδή τη δυνατότητα του οφειλέτη δανείου να διακόψει οποτεδήποτε την καταβολή των συμφωνημένων δόσεων προς τον πιστωτή του, δημιουργώντας έτσι ληξιπρόθεσμες οφειλές, όταν διαπιστώσει ότι δεν αρκούν για τις βιοτικές ή οικογενειακές του δαπάνες τα χρήματα που του απομένουν από τα έσοδά του.
Ωστόσο, η αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών ως προϋπόθεση ρύθμισης των οφειλών του, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης με βάση τα εισοδήματά του δύναται μεν ή εξαναγκάζεται (όπως στην προκείμενη περίπτωση) να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του, αλλά σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του.
Η εξόφληση των πιστωτών με αδυναμία ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη. Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η διατήρηση ενός στοιχειώδους επιπέδου αντιμετώπισης των οφειλετών επιβάλλουν να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί μεν των σύνολο των οφειλών του, διαθέτοντας μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Διαφορετική αντιμετώπιση θα πρότασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης, αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμα και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το σκοπό, αλλά και το γράμμα του ν. 3869/2010. Έτσι, η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της οφειλής δεν πρέπει να θεωρηθεί απαραίτητη, σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου, και όταν εν ενεργεία δημόσιος υπάλληλος ή συνταξιούχος, έχει λάβει δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) εξοφλητέο σε τοκοχρεολυτικές δόσεις και συμφώνησε προς εξόφλησή του να εκχωρήσει στο Ταμείο, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του νόμου, ποσοστό από το μηνιαίο μισθό ή τη σύνταξή του, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Και τούτο επειδή σ' αυτή την περίπτωση ο οφειλέτης, ακόμα και αν βρίσκεται αναμφισβήτητα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, δεν θα έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Ταμείο, παρά μόνο αν απολέσει την εργασία του ή μειωθεί ο μισθός ή η σύνταξή του τόσο πολύ, ώστε το παρακρατούμενο ποσοστό τους να είναι μικρότερο από τη συμφωνηθείσα δόση του δανείου.
Για το λόγο τούτο το δικαστήριο κρίνει ότι στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, δεν απαιτείται η ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ταμείο κατά την κατάθεση της αίτησης. Αρκεί μόνο να αποδειχθεί κατά τη συζήτηση ότι ο οφειλέτης του δανείου βρίσκονταν κατά την κατάθεση της αίτησης σε μόνιμη αδυναμία να καταβάλλει τις συμφωνημένες δόσεις του δανείου του, με την έννοια ότι το εισόδημα που του απέμενε μετά τη συμφωνηθείσα παρακράτηση της δόσης του από το μισθό ή τη σύνταξή του, δεν ήταν αρκετό για την κάλυψη των βιοτικών ή οικογενειακών αναγκών του.
Το μη ληξιπρόθεσμο των οφειλών του εκκαλούντος - αιτούντος, συνεπώς, κατά την κατάθεση της αίτησής του, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν εμποδίζει την ευδοκίμηση αυτής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντίθετα, που με την εκκαλούμενη απόφαση αποφάνθηκε περί της μη περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του και απέρριψε την αίτηση του ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις και επομένως ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσία βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και εν συνεχεία να κρατηθεί η υπόθεση και να εξετασθεί η αίτηση από το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις του ν. 3869/2010 περί υπαγωγής της οφειλής του στη ρύθμιση του ως άνω νόμου και συνεπώς πρέπει να ρυθμισθεί το χρέος προς τον ως άνω πιστωτή του...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 1.12.2016 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης 3717/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη από 16.6.2015 αίτησή του και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε το χρέος του αναιρεσιβλήτου και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του.
Κρίνοντας, έτσι, το παραπάνω Δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, 323 και 340 του Α.Κ., που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, έστω και αν το μοναδικό δάνειό του προς το ΤΠΔ είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως ποσοστού από τον μισθό του και δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλο πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθ' όσον, όπως εκτέθηκε στην μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του.
Το γεγονός ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, με βάση την μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη - αναιρεσιβλήτου σύμβαση εκχωρήσεως ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από τον μισθό του, δεν σημαίνει ότι για τον λόγο αυτό και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Άλλωστε, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει την δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Εξ άλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του.
Κατά συνέπειαν, είναι αβάσιμοι οι συναφείς από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" υποστηρίζει ότι: α) ο αναιρεσίβλητος δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν. 3869/2010, επειδή δεν είχε ούτε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι αυτού, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου και β) δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε, εν πάση περιπτώσει, διευκρινίζεται ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταθέσεως (στις 16-6-2015) της αιτήσεώς του, είχε, έστω και μία, ληξιπρόθεσμη οφειλή συγκεκριμένου ποσού και χρονικού διαστήματος, προερχόμενη από τη δανειοδοτική σύμβαση του έτους 2000.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά την διάταξη του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ.
β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 426/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Δεκεμβρίου 2018, με αύξοντα (ειδικό) αριθμό καταθέσεως 4461/31-12-2018 αίτηση του ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" για αναίρεση της 15964/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ