Supreme Court dismisses appeal regarding statute of limitations for administrative litigation when plaintiff files new suit after realizing lack of jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a First Instance Court decision regarding the statute of limitations for administrative litigation. The State argued the lower court erred in calculating the limitation period based on the date of the initial administrative suit, which was later withdrawn after the plaintiff realized it was filed before the competent court. The court rejected this, ruling that the relevant law applies whenever a plaintiff files a new suit after realizing the initial one was before an incompetent court, thereby protecting the plaintiff's claim from expiration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 9 para. 4 of Law 1649/1986 and 76 para. 3 of the Code of Administrative Procedure: The statute of limitations for administrative litigation is interrupted and calculated from the date of the new suit when the plaintiff files it after realizing the initial suit was before a court lacking jurisdiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 883 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 883/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Κ. και 2) Α. Ε. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αντωνιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5447/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 1769/2015 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-1-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 702 Α.Κ. "Οι εργάτες που χρησιμοποιούνται από τον εργολάβο στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης έχουν για το μισθό τους απαίτηση απευθείας κατά του εργοδότη έως το ποσό που αυτός οφείλει στον εργολάβο. Αφότου ο εργάτης δήλωσε στον εργοδότη πως ασκεί την απαίτησή του, αυτός δεν μπορεί πια να καταβάλει στον εργολάβο ή στο διάδοχό του ή να συμβιβαστεί μαζί τους έτσι ώστε να ζημιωθεί ο εργάτης.
Η συμφωνία που περιορίζει προκαταβολικά αυτά τα δικαιώματα του εργάτη είναι άκυρη". Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως είναι: α) Ύπαρξη οφειλής του εργοδότη προς τον εργολάβο. Η οφειλή του εργοδότη πρέπει να είναι κατ' αρχήν δικαστικώς επιδιώξιμη. Αν η απαίτηση δεν είναι ληξιπρόθεσμη ή είναι υπό αίρεση, η αξίωση των εργατών δεν μπορεί μεν να ασκηθεί δικαστικώς, έγκυρα όμως γίνεται η δήλωση.
β) Απαίτηση των εργατών για την καταβολή του μισθού τους. γ) Χρησιμοποίηση των εργατών στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκαταστάσεως. Την αξίωση για καταβολή του μισθού τους οι εργάτες μπορούν να ασκήσουν αυτοτελώς είτε κατά του κυρίου του έργου είτε και κατά των δύο (εργολάβου και κυρίου), καθόσον υπάρχει παθητική εις ολόκληρον ενοχή.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 34 παρ. 7 του π.δ. 609/1985 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1418/1984: "Αν ο ανάδοχος καθυστερεί τις πληρωμές των αποδοχών του προσωπικού που χρησιμοποιεί στο έργο, η διευθύνουσα υπηρεσία μετά από γραπτή όχληση των ενδιαφερομένων καλεί τον ανάδοχο να εξοφλήσει τους δικαιούχους μέσα σε 15 μέρες.
Αν ο ανάδοχος δεν εξοφλήσει τους δικαιούχους, τότε η διευθύνουσα υπηρεσία συντάσσει καταστάσεις πληρωμής των οφειλομένων και πληρώνει απευθείας τους δικαιούχους από τις πιστώσεις του έργου, για λογαριασμό του αναδόχου και έναντι του λαβείν του. Σε εφαρμογή της παραγράφου αυτής μπορεί να πληρωθούν οι αποδοχές μέχρι τριών το πολύ μηνών πριν από την όχληση των ενδιαφερομένων".
Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται υποχρέωση της διευθύνουσας υπηρεσίας που οφείλει να καταβάλει στον ανάδοχο του έργου σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως την αναλογούσα αμοιβή, να προβεί στην εξόφληση των οφειλομένων προς τους εργαζομένους που χρησιμοποιεί ο ανάδοχος στο έργο αποδοχών από τις πιστώσεις του έργου για λογαριασμό του αναδόχου και έναντι της προς αυτόν οφειλόμενης αμοιβής, υπό την προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι θα υποβάλουν έγγραφη προς τούτο αίτηση-όχληση και ο ανάδοχος, αφού κληθεί προς τούτο από τη διευθύνουσα υπηρεσία, θα αρνηθεί να εξοφλήσει τους δικαιούχους εντός 15 ημερών και υπό τον περιορισμό της εξοφλήσεως απαιτήσεων αυτών αναγομένων στο προ της οχλήσεως τρίμηνο χρονικό διάστημα και μόνο.
Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει προδήλως στην προστασία και στο συμφέρον των απασχολούμενων από τον ανάδοχο στην κατασκευή του έργου και στην πρόληψη τυχόν δυστροπίας του αναδόχου προς πληρωμή των αποδοχών τους και επιπλέον εξυπηρετεί την απρόσκοπτη και έγκαιρη εκτέλεση του έργου. Περαιτέρω με την παρ. 11 του άρθρου 5 ν. 1418/1984, η οποία ήδη αναριθμήθηκε σε παρ. 13 μετά την προσθήκη, με το άρθρο 1 ν. 2940/2001, νέων παραγράφων με τους αριθμούς 7 και 8, ορίζεται ότι: "Στις συμβάσεις κατασκευής δημόσιων έργων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν ή στα εκτελεστικά του διατάγματα".
Το ανωτέρω νομικό καθεστώς διατηρήθηκε σε ισχύ: α) Με τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 9 της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 3669/2008, κατά την οποία: "Αν ο ανάδοχος καθυστερεί τις πληρωμές των αποδοχών του προσωπικού που χρησιμοποιεί στο έργο, η διευθύνουσα υπηρεσία μετά από γραπτή όχληση των ενδιαφερομένων, καλεί τον ανάδοχο να εξοφλήσει τους δικαιούχους μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες.
Αν ο ανάδοχος δεν εξοφλήσει τους δικαιούχους, τότε η διευθύνουσα υπηρεσία συντάσσει καταστάσεις πληρωμής των οφειλομένων και πληρώνει απευθείας τους δικαιούχους από τις πιστώσεις του έργου, για λογαριασμό του αναδόχου και έναντι του λαβείν του. Σε εφαρμογή της παραγράφου αυτής μπορεί να πληρωθούν οι αποδοχές μέχρι τριών (3) το πολύ μηνών πριν από την όχληση των ενδιαφερομένων".
β) Με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 9 ν. 4412/2016, κατά την οποία: "Αν ο ανάδοχος καθυστερεί τις πληρωμές των αποδοχών του προσωπικού που έχει προσλάβει και χρησιμοποιεί στο έργο, η διευθύνουσα υπηρεσία μετά από γραπτή όχληση των ενδιαφερομένων, καλεί τον ανάδοχο να εξοφλήσει τους δικαιούχους μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες.
Αν ο ανάδοχος δεν εξοφλήσει τους δικαιούχους, τότε η διευθύνουσα υπηρεσία συντάσσει καταστάσεις πληρωμής των οφειλομένων και πληρώνει απευθείας τους δικαιούχους από τις πιστώσεις του έργου, για λογαριασμό του αναδόχου και έναντι του λαβείν του. Σε εφαρμογή της παραγράφου αυτής μπορεί να πληρωθούν οι αποδοχές μέχρι και των τριών (3) τελευταίων μηνών πριν από την όχληση των ενδιαφερομένων.
Προϋπόθεση της πληρωμής είναι να υπάρχει οφειλή του κυρίου του έργου εκ της κατασκευής του αποδεικνυόμενη ή όπως προκύπτει από υποβληθέντα ή συντασσόμενο εκ της διευθύνουσας υπηρεσίας λογαριασμό".
2. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "...Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] είναι διπλωματούχοι ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, οι οποίοι με τις ως άνω ιδιότητές τους παρείχαν την εργασία τους στην κοινοπραξία με την επωνυμία "... - ...." που εδρεύει στη ... ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία είχε αναλάβει ως ανάδοχος, δυνάμει της από 20-3-2003 σύμβασης εκτέλεσης δημοσίου έργου, την κατασκευή του έργου "Ολυμπιακά Προπονητήρια Βελτίωση - Αναβάθμιση - Κατασκευή Σταδίων: ΠΑΟΚ, Άρη, Απόλλωνα ...", που βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη, στις περιοχές Τούμπα, Χαριλάου και Καλαμαριά όπου αντίστοιχα είναι και οι έδρες των τοπικών ποδοσφαιρικών ομάδων ΠΑΟΚ, Άρη και Απόλλωνα Καλαμαριάς.
Στο συγκεκριμένο ολυμπιακό έργο αρμοδιότητες διευθύνουσας υπηρεσίας ασκούσε η... Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων (ΕΥΔΕ/ΑΟΕΕ) δια του ΣΤ Τμήματος Κατασκευών. Από τα μέσα του έτους 2004 και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη το παραπάνω έργο, όπου οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους, η ως άνω κοινοπραξία άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, που είχαν ως συνέπεια την καθυστέρηση της πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της.
Ειδικότερα ένα από τα μέλη της κοινοπραξίας, η κατασκευαστική εταιρεία "....", που μετείχε στην κοινοπραξία με ποσοστό συμμετοχής 40%, αδυνατούσε λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε να συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας. Τα άλλα δύο μέλη της, οι κατασκευαστικές εταιρείες "Περιβάλλον Α.Τ.Ε." και "ΤΟΚΑΤ Α.Ε." που μετείχαν στην κοινοπραξία με ποσοστά συμμετοχής 42% και 18% αντίστοιχα, ανήκαν στον όμιλο "Θεμελιοδομή Α.Ε.", κατά του οποίου είχε υποβληθεί από τις 6-6-2005 ενώπιον του Εφετείου ...
αίτημα από τις πιστώτριες τράπεζες ΑΛΦΑ Τράπεζα Α.Ε. και Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. υπαγωγής της στο καθεστώς εκκαθάρισης του άρθρου 46 του ν. 1892/1990, λόγω των σοβαρών προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε.
Για τους λόγους αυτούς η εταιρεία ΤΟΚΑΤ. Α.Ε. με την... ΤΥ- Εα2/Φ220-153-ΟΙΚ54674 απόφαση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού υποκαταστάθηκε στο έργο "Κατασκευή Κερκίδων στο Γήπεδο Καλαμαριάς" που είχε αναλάβει ως ανάδοχος κατόποιν μειοδοτικού διαγωνισμού. Κατόπιν αυτών οι ενάγοντες με τις από 20-2-2006, 16-5-2006, 24-11-2006 και 21-2-2007 εξώδικες δηλώσεις-προσκλήσεις τους προς την πρώτη εναγομένη...
προέβησαν στη διαδικασία της έγγραφης όχλησης κατά της πρώτης εναγομένης, ως διευθύνουσας υπηρεσίας του έργου, ασκώντας τα εκ των άρθρων 34 παρ. 7 του π.δ. 609/1985 (που ίσχυε τότε) και 702 του Α.Κ. δικαιώματά τους, αιτούμενοι την καταβολή απευθείας στους ίδιους και για λογαριασμό της εργοδότριάς τους-αναδόχου του έργου, των οφειλομένων αποδοχών τους από το διαθέσιμο υπόλοιπο της 11ης εντολής πληρωμής προς την κοινοπραξία ποσού 1.812.471,32 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α Ειδικότερα: 1) Με την από 20-2-2006 εξώδικη δήλωσή του προς την πρώτη εναγομένη ο πρώτος ενάγων ζητούσε να του καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2005 και Ιανουαρίου 2006, συνολικού ποσού 17.641,80 ευρώ (5.880,60 Χ 3). 2) Με την από 16-5-2006 εξώδικη δήλωσή του προς την πρώτη εναγομένη ο πρώτος ενάγων ζητούσε να του καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2006, συνολικού ποσού 17.641,80 ευρώ (5.880,60 Χ 3). 3) Με την από 24-11-2006 εξώδικη δήλωσή του προς την πρώτη εναγομένη, ο δεύτερος ενάγων ζητούσε να του καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2006, συνολικού ποσού 5.821,20 ευρώ (1.940,40 Χ 3). 4) Με την από 21-2-2007 εξώδικη δήλωσή του προς την πρώτη εναγομένη, ο δεύτερος ενάγων ζητούσε να του καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2006 και Ιανουαρίου 2007 συνολικού ποσού 5.821,20 ευρώ (1.940,40 Χ 3).
Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη δια των... ΕΥΔΕ Φ250.2/182/659/27-2-2006, ΕΥΔΕ Φ250.2/194/2245/4-7-2006 και ΕΥΔΕ Φ250.2/208/4011/18-12-2006 εγγράφων της κάλεσε την κοινοπραξία να προβεί στην εξόφληση των οφειλομένων αποδοχών των εναγόντων εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι σε αντίθετη περίπτωση θα εφαρμοστούν τα οριζόμενα στην παρ. 7 του άρθρου 34 του π.δ. 609/1985.
Η δε κοινοπραξία δια των από 28-2-2006, 5-6-2006 και 20-12-2006 εγγράφων της δήλωσε ρητώς προς την πρώτη εναγομένη διευθύνουσα υπηρεσία ότι αδυνατεί να ανταποκριθεί στην εντολή της για την καταβολή εντός της ταχθείσας προθεσμίας των οφειλομένων αποδοχών των εναγόντων, επικαλούμενη τα οικονομικά προβλήματα των μελών της που προαναφέρθηκαν και επισυνάπτοντας αναλυτική κατάσταση των μηχανικών με τις οφειλόμενες αμοιβές τους από την απασχόλησή τους στο έργο.
Ισχυρίζεται βέβαια το εκκαλούν [ήδη αναιρεσείον] ότι κατά το χρόνο υποβολής των εγγράφων οχλήσεών τους προς τη διευθύνουσα υπηρεσία δεν υφίστατο δικαστικώς επιδιώξιμη αξίωση της αναδόχου κοινοπραξίας για καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, αφού, όπως προκύπτει από την καρτέλα αναδόχου έργου του διοικητικού-οικονομικού τμήματος της υπηρεσίας, όπου αναγράφονται όλα τα στοιχεία των πληρωμών προς την ανάδοχο κοινοπραξία του έργου, ο 11ος λογαριασμός-πιστοποίηση και τελευταίος που είχε υποβληθεί, εξοφλήθηκε στις 31-8-2005 με το... 2979/2005 χρηματικό ένταλμα ποσού 306.500,00 ευρώ και την... 512111298-3 επιταγή, το δε γενικό σύνολο των πληρωμών του ανέρχεται στο ποσό των 15.240.670,00 ευρώ και ότι κατά τον παραπάνω χρόνο (23-2-2006), που οι εργαζόμενοι κοινοποίησαν την πρώτη εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, δεν είχε εις χείρας της αδιάθετο υπόλοιπο από το μέχρι τότε λαβείν της κοινοπραξίας ούτε μέχρι σήμερα έχει υποβληθεί κάποιος νέος λογαριασμός για να υπάρξει νέο λαβείν και αν και η κοινοπραξία έχει εκτελέσει και άλλες πρόσθετες εργασίες για τις οποίες δεν έχει ακόμη πληρωθεί, δεν έχει υποβάλει επιμετρητικά στοιχεία ούτε έχει προσέλθει να υπογράψει τον απαραίτητο 2ο ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών που έχει συντάξει η υπηρεσία.
Από το προσκομιζόμενο όμως αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα από το περιεχόμενο του... Φ250.2/210/35/25-1-2007 εγγράφου της Ειδικής Υπηρεσίας (ΕΥΔΕ/ΑΟΕΕ) προς το γραφείο του νομικού συμβούλου της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και το αντίγραφο του 11ου λογαριασμού και πιστοποίησης... αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο υποβολής των έγγραφων οχλήσεων των εναγόντων προς τη διευθύνουσα υπηρεσία υπήρχε, μετά και την εξόφληση του 11ου λογαριασμού-πιστοποίησης, στις 31-8-2005, υπόλοιπο ποσού από τις αρχικές εγκρίσεις του έργου ύψους 1.812.471,32 ευρώ μαζί με το Φ.Π.Α.
και άρα υφίστατο κατά το χρόνο εκείνο δικαστικώς επιδιώξιμη αξίωση της αναδόχου κοινοπραξίας για την καταβολή εργολαβικού ανταλλάγματος, εκ του οποίου μπορούσαν να καταβληθούν οι οφειλόμενες αποδοχές των εναγόντων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Ειδική Υπηρεσία (ΕΥΔΕ/ΑΟΕΕ), απαντώντας επί της ένδικης αγωγής των εργαζομένων...
αναφέρει ότΙ το συνολικό ποσό που θα μπορούσε να εισπράξει η κοινοπραξία για το σύνολο των εκτελεσμένων εργασιών κατά τις εκτιμήσεις της ανέρχεται στο ύψος των 4.700.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 7 του π.δ. 609/1985 η διευθύνουσα υπηρεσία ήταν υποχρεωμένη, μετά την άρνηση της αναδόχου να καταβάλει τα οφειλόμενα στους ενάγοντες και την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού βάσει του 11ου λογαριασμού, να συντάξει καταστάσεις πληρωμής των οφειλομένων και να καταβάλει άμεσα στους δικαιούχους τα οφειλόμενα ποσά απευθείας από τις πιστώσεις του έργου χωρίς να αναμένει τη σύνταξη νέου (12ου) λογαριασμού, διαδικασία που όφειλε να ακολουθήσει μόνο εάν επρόκειτο να καταβάλει το εργολαβικό αντάλλαγμα απευθείας στην ανάδοχο κοινοπραξία.
Δεδομένου δε ότι οι λογαριασμοί (εντολές πληρωμής) συντάσσονται πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί, εάν γινόταν η καταβολή των οφειλομένων αποδοχών των εναγόντων θα εμφανίζονταν
η αντίστοιχη εγγραφή στον πίνακα πληρωμών του αμέσως επόμενου λογαριασμού". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε το λόγο της εφέσεως του εναγομένου με τον οποίο αυτό παραπονούνταν για την κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά των 35.283,60 και 11.642,40 ευρώ αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της συμπληρώσεως της ταχθείσης από το εναγόμενο προς την εργολάβο δεκαπενθήμερης προθεσμίας.
Στη συνέχεια το εφετείο, δεχόμενο άλλο λόγο της εφέσεως του εναγομένου που αφορούσε το ποσοστό των επιδικασθέντων υπέρ των εναγόντων τόκων και το χρόνο ενάρξεως της τοκοδοσίας, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλούμενη απόφαση για την ενότητα του τίτλου της εκτελέσεως, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα ίδια πιο πάνω ποσά με το νόμιμο τόκο ποσοστού 6% από την επίδοση της αναφερόμενης προγενέστερης αγωγής των εναγόντων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.
Έτσι που έκρινε το εφετείο: α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 702 Α.Κ. και 34 παρ. 7 π.δ. 609/1985 που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω ούτε εκείνη του άρθρου 40 π.δ. 609/1985 που δεν ήταν εφαρμοστέα και β) δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υποχρεώσεως του εναγομένου για καταβολή στους ενάγοντες των οφειλόμενων σ' αυτούς από την εργολάβο κοινοπραξία αποδοχών τους.
Τούτο διότι δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδεδειγμένο αφενός μεν ότι υπήρχαν απαιτήσεις των εναγόντων εργαζομένων κατά της εργολάβου κοινοπραξίας, η οποία τους είχε χρησιμοποιήσε στην κατασκευή του έργου, αφετέρου δε ότι υπήρχε οφειλή του εναγομένου εργοδότη προς την εργολάβο, η οποία οφειλή ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη και ειδικότερα ότι κατά το χρόνο υποβολής των έγγραφων οχλήσεων των εναγόντων προς τη διευθύνουσα υπηρεσία υπήρχε, μετά και την εξόφληση του 11ου λογαριασμού-πιστοποιήσεως στις 31-8-2005, αδιάθετο υπόλοιπο ποσό από τις αρχικές εγκρίσεις του έργου, ύψους 1.812.471,32 ευρώ μαζί με το Φ.Π.Α., από το οποίο μπορούσαν να καταβληθούν οι οφειλόμενες αποδοχές των εναγόντων.
Η δε περαιτέρω παραδοχή ότι το εναγόμενο έπρεπε να καταβάλει τις αποδοχές των εναγόντων "χωρίς να αναμένει τη σύνταξη νέου (2ου) Λογαριασμού, διαδικασία που όφειλε να ακολουθήσει μόνο εάν επρόκειτο να καταβάλει το εργολαβικό αντάλλαγμα απευθείας στην ανάδοχο Κοινοπραξία. Δεδομένου δε, ότι οι Λογαριασμοί (Εντολές Πληρωμής) συντάσσονται, πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί, εάν γινόταν η καταβολή των οφειλομένων αποδοχών των εναγόντων, θα εμφανίζονταν η αντίστοιχη εγγραφή στον πίνακα πληρωμών του αμέσως επόμενου Λογαριασμού" δεν καθιστά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως αντιφατικές ούτε υπονοεί ότι η οφειλή του εναγομένου προς την εργολάβο δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, αλλά ετέθη πλεοναστικά προκειμένου να καταστεί σαφές ότι το εναγόμενο όφειλε να ικανοποιήσει τους ενάγοντες χωρίς να αναμείνει τη σύνταξη άλλου λογαριασμού.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδ. α ν. 1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα κατά την έναρξη της ισχύος της: "Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ενόψει των ρυθμίσεων του ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε".
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμένει την έκδοση αποφάσεως, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διατάξεως, που συνίσταται στην σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (Α.Π. 1655/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, δεχόμενο ως χρόνο ενάρξεως της υποχρεώσεώς του για τοκοδοσία το χρόνο επιδόσεως της προγενέστερης από 7-6-2010 αγωγής των εναγόντων κατ' αυτού ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, από το δικόγραφο της οποίας στη συνέχεια οι τελευταίοι παραιτήθηκαν αντιλαμβανόμενοι ότι άσκησαν την αγωγή τους ενώπιον δικαστηρίου στερούμενου δικαιοδοσίας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 4 ν. 1649/1986 και 76 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 2717/1999.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή αυτής της σκέψεως η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 ν. 1649/1986 εφαρμόζεται όχι μόνο όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, παραιτούμενος από την προηγούμενη. 4.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423 Οικ/1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2016 αίτηση για αναίρεση της 1769/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ....
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ