Supreme Court allows appeal against insurance liability ruling, remanding case due to misinterpretation of third party definition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering a remand for retrial. The appellant argued the lower court incorrectly defined 'third party' in liability insurance, excluding employees from coverage despite contractual intent. The court agreed that the lower court erred in interpreting the law and contract, necessitating a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 § 1, Art. 25 of Law 2496/1997; The court must correct misinterpretations of statutory definitions regarding third parties in liability insurance when such errors contradict the true intent of the parties and statutory scope.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 883 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 883/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Κόλλια και Ιωάννη Λαγουδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 450/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3109/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/10/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 18/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 3109/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 28-2-2012 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 450/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η από 15-9-2009 αγωγή της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 ν. 2496/97 "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)", ενώ κατά τη διάταξη 25 του ίδιου νόμου "η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.
Δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου". Από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει ότι προκειμένου περί ασφάλισης αστικής ευθύνης, κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 25 του Ν. 2496/1997, η οποία αποτελεί είδος της ασφάλισης ζημιών (άρθρα 19 επ.
Ν. 2496/1997), η ασφάλιση καλύπτει την ευθύνη του ασφαλισμένου έναντι των αξιώσεων οποιουδήποτε τρίτου στα όρια του ασφαλιστικού κινδύνου, οι οποίοι (τρίτοι) προβάλλουν οποιαδήποτε αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλισμένου. Ενόψει αυτών, στην ασφάλιση αστικής ευθύνης του υπευθύνου κατασκευής έργου οικοδομικού έναντι τρίτων περιλαμβάνεται και η εργοδοτική αστική ευθύνη για το προσωπικό του έργου χωρίς καμία διάκριση για την αιτία θεμελιώσεως της ευθύνης και τα πρόσωπα των υπευθύνων που αφορά, εκτός εάν ρητά προβλεφθεί ότι η εργοδοτική αστική ευθύνη ρητά εξαιρείται από το καλυπτόμενο ασφαλιστικό πεδίο ευθύνης (ΑΠ 218/2011).
Περαιτέρω, στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", ενώ κατά το άρθρο 200 ΑΚ "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για τη συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δήλωσης δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών και κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντιστοίχως, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Η παράλειψη, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσης αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 672/2014).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει της υπ’ αριθ. πρωτ. .../10-6-2003 σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ της εφεσίβλητης-εναγομένης τεχνικής εταιρείας και του Δήμου Αχαρνών, η πρώτη ανέλαβε ως εργολάβος-ανάδοχος από τον τελευταίο την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή αγωγών ακαθάρτων περιοχών ... , Δήμου Αχαρνών".
Στην εν λόγω σύμβαση ορίζεται, ότι ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει όλα τα ισχύοντα από την εργατική νομοθεσία μέτρα για την προστασία του προσωπικού του και την ασφάλεια αυτού και ότι είναι ο μόνος και αποκλειστικός υπεύθυνος (ποινικά και αστικά) για κάθε βλάβη ή ζημία, που τυχόν θα επέλθει, είτε στο Δήμο, είτε στο απασχολούμενο από τον ίδιο προσωπικό, είτε σε οποιοδήποτε τρίτο, εξαιτίας του έργου και της εκτέλεσής του.
Περαιτέρω, με την από 10-7- 2003 σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων, η εκκαλούσα-ενάγουσα τεχνική εταιρεία, που έχει εμπειρία στην εκτέλεση τεχνικών έργων, ανέλαβε υπεργολαβικά την εκτέλεση του παραπάνω έργου στο σύνολό του με έμπειρο και εξειδικευμένο προσωπικό επιλογής της, του οποίου ορίστηκε αποκλειστική εργοδότρια και υπεύθυνη για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και την καταβολή των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών.
Ειδικότερα, στα άρθρα 10 και 11 της εν λόγω σύμβασης αναφέρονται τα εξής: "10. ΤΗΡΗΣΗ ΝΟΜΩΝ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ-ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ. 10.1. Ο Υπεργολάβος είναι υποχρεωμένος να τηρεί, όλα τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπουν οι πάσης φύσεως διατάξεις για την ασφάλεια του προσωπικού του, στο τομέα της ευθύνης του και είναι αποκλειστικά υπεύθυνος έναντι πάσης Αρχής, για τα εργατικά και μη ατυχήματα και μόνος υπεύθυνος έναντι του προσωπικού του.
Σε περίπτωση ατυχημάτων είναι υπεύθυνος για την καταβολή των πάσης φύσεως αποζημιώσεων, έστω και αν ο νόμος δημιουργεί παράλληλη ευθύνη του Εργολάβου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας. 10.2. Πάσα αποζημίωση για την καταβολή της οποίας θα υποχρεωθεί ο Εργολάβος, που προέρχεται από τις ανωτέρω αιτίες, είναι αποδοτέα στον καταβάλλοντα Ανάδοχο από της επομένης του χρόνου καταβολής της εκ μέρους του Υπεργολάβου, εάν ο τελευταίος δεν εκπληρώσει ευθέως ο ίδιος και εκ των προτέρων την υποχρέωσή του αυτή προς τον παθόντα.
Η τυχόν προκύπτουσα αποζημίωση εκ μέρους της Ασφαλιστικής Εταιρείας αποδίδεται στον Υπεργολάβο, εφόσον το αντίστοιχον ποσόν της ζημίας το έχει καταβάλει ο ίδιος και το δικαιούται. 11. ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΡΓΟΥ. 11.1. Η ασφάλιση του ΕΡΓΟΥ (ασφάλιση κατά παντός κινδύνου και ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων), θα γίνει από τον Εργολάβο και καλύπτει πλήρως το έργο για το ποσό της αρχικής σύμβασης του έργου με τον Κύριο του Έργου. 11.2.
Σε περίπτωση ζημιάς ή ατυχήματος που αφορά τον Υπεργολάβο ή την Υπεργολαβία ο Εργολάβος εκχωρεί τα δικαιώματά του στον Υπεργολάβο ο οποίος αποζημιώνεται από τους ασφαλιστές κατά το μέρος που του ανήκει υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου". Την 30-7-2003, κατά τη διάρκεια εργασιών για την εκτέλεση του έργου, έλαβε χώρα εργατικό ατύχημα, που είχε συνέπεια το θάνατο των εργαζομένων της εκκαλούσας-ενάγουσας εταιρείας Δ.
Κ. και V. R., καθώς και τον τραυματισμό του εργαζομένου D. T. Η τελευταία έχει καταβάλει ως εργοδότρια στις οικογένειες των θανόντων από το ως άνω ατύχημα τα αναφερόμενα ποσά, ενώ εκκρεμούν και σχετικές αγωγές για την καταβολή των εκτιθέμενων ποσών. Περαιτέρω, η εκκαλούσα-ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι η εναγομένη-εφεσίβλητη, κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης, δεν είχε προβεί στη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως, που να περιλαμβάνει και την εργοδοτική ευθύνη αυτής (ενάγουσας-εκκαλούσας).
Ότι, εξαιτίας της παράβασης αυτής και λόγω της υπαιτιότητας της εναγομένης-εφεσίβλητης, έχει υποστεί ζημία, ίση με το ποσό που έχει ήδη καταβάλει για τις πιο πάνω αιτίες, λόγω του εργατικού ατυχήματος, καθώς και οποιοδήποτε άλλο ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει στο μέλλον. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα όμως δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών, καθόσον η εφεσίβλητη-εναγομένη δεν ανέλαβε από την παραπάνω σύμβαση την υποχρέωση να καταρτίσει για λογαριασμό της εκκαλούσας-ενάγουσας ασφαλιστική σύμβαση της εργοδοτικής της ευθύνης.
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 της πιο πάνω σύμβασης υπεργολαβίας καθιερώνεται ευθύνη της εκκαλούσας-ενάγουσας για την καταβολή αποζημιώσεων στην περίπτωση εργατικών ατυχημάτων, ακόμη και αν ο νόμος δημιουργεί παράλληλη ευθύνη του εργολάβου (εφεσίβλητης- εναγομένης) για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας.
Η ως άνω ευθύνη της εκκαλούσας-ενάγουσας δεν αναιρείται από τα ως άνω οριζόμενα στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η οποία ρυθμίζει τη σχέση αναγωγής μεταξύ των διαδίκων, για την περίπτωση καταβολής της σχετικής αποζημίωσης από την εφεσίβλητη-εναγομένη. Επιπλέον, στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 της σύμβασης αυτής διασαφηνίζεται, εντός παρενθέσεων, ότι η ασφάλιση του έργου περιλαμβάνει την ασφάλιση κατά παντός κινδύνου και την ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων.
Επομένως, η εργοδοτική ευθύνη της εκκαλούσας-ενάγουσας, που έχει διαφορετικό αντικείμενο, δεν καλύπτεται, ενόψει του ότι οι εργαζόμενοι δεν θεωρούνται τρίτοι. Έτσι, οι τελευταίοι δεν περιλαμβάνονται στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, ούτε βέβαια καλύπτονται από την ασφάλιση κατά παντός κινδύνου, δεδομένου ότι αυτή καλύπτει ζημίες στο ίδιο το έργο και συγκεκριμένα από απρόοπτο, εξωτερικό και αιφνίδιο αίτιο.
Επιπλέον, η κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου εκχώρηση των δικαιωμάτων της εφεσίβλητης-εναγομένης στην εκκαλούσα-ενάγουσα στην περίπτωση ζημιών ή ατυχήματος, που αφορούν στην τελευταία, καθώς και η καταβολή της σχετικής αποζημίωσης σ’ αυτήν, αναφέρεται μόνο στα ατυχήματα έναντι τρίτων, με βάση την παρ. 1 και όχι τα εργατικά.
Πρέπει δε να τονιστεί, ότι κατά την εκτέλεση των τεχνικών έργων, η σύμβαση ασφάλισης της εργοδοτικής ευθύνης είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται σ’ αυτήν, αλλά απαιτείται πάντοτε ρητή και συγκεκριμένη συμφωνία προς τούτο.
Εξάλλου, η πρόβλεψη στην παρ. 2 του άρθρου 10, ότι η τυχόν προκύπτουσα αποζημίωση εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας αποδίδεται στην εκκαλούσα-ενάγουσα, εφόσον έχει καταβάλει η ίδια το ποσόν της ζημίας και το δικαιούται, δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα. Τούτο δε διότι η εν λόγω παράγραφος παραπέμπει στο άρθρο 11, καθόσον η χρήση των όρων "τυχόν προκύπτουσα" υποδηλώνει την έλλειψη σχετικής ρύθμισης στο άρθρο 10, ενώ το άρθρο 11 αναφέρεται ειδικότερα στην ασφάλιση του έργου και ορίζεται σε αυτό η αποζημίωση που δικαιούται ο υπεργολάβος.
Από την ερμηνεία των προαναφερόμενων άρθρων της σύμβασης, ως προς το πιο πάνω αμφίβολο σημείο αυτής, της ύπαρξης δηλαδή ή όχι υποχρέωσης της εφεσίβλητης-εναγομένης να προβεί σε σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης για λογαριασμό της εκκαλούσας-ενάγουσας και για την εργοδοτική ευθύνη αυτής, με βάση την αντικειμενική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάγεται ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ήταν να ευθύνεται η υπεργολάβος (εκκαλούσα- ενάγουσα) για την κάλυψη της εργοδοτικής της ευθύνης και όχι να δημιουργηθεί με αυτή (σύμβαση) υποχρέωση της εργολάβου (εφεσίβλητης-εναγομένης ) για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης για λογαριασμό της πρώτης.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις ρυθμίσεις, που περιλαμβάνονται στους λοιπούς όρους της πιο πάνω σύμβασης υπεργολαβίας, μεταξύ των οποίων και αυτοί (ένατος και έβδομος), οι οποίοι προβλέπουν ότι ο υπεργολάβος (εκκαλούσα- ενάγουσα) υποχρεούται να ασφαλίσει το προσωπικό στους οικείους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και να καταβάλει τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές.
Επιπλέον, τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι την επομένη ημέρα του ατυχήματος η εφεσίβλητη-εναγομένη προέβη στην ασφάλιση του έργου, στη σχετική δε ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβανόταν και η κάλυψη της εργοδοτικής ευθύνης της εκκαλούσας-ενάγουσας. Τούτο δε, διότι η ενέργεια αυτή δεν υποδηλώνει αναγνώριση της ευθύνης της πρώτης (εφεσίβλητης-εναγομένης).
Αντίθετα, αποδεικνύεται, ότι η ενέργεια αυτής οφείλεται σε μία προσπάθεια να καλυφθεί με τη συνδρομή της ίδιας η ευθύνη της εκκαλούσας-ενάγουσας εταιρείας, λόγω των στενών φιλικών και οικογενειακών σχέσεων, που διατηρούσαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι των διαδίκων εταιρειών. Τελικά, η κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης δεν είχε κανένα έννομο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατό να μετατεθεί ο χρόνος έναρξής της πριν από το ατύχημα και έτσι η εκκαλούσα-ενάγουσα ήταν αυτή που αντιμετώπισε τις συνέπειες από την έλλειψη ασφάλισης της ευθύνης της προς το εργατοτεχνικό προσωπικό της και κατέβαλε τις σχετικές αποζημιώσεις προς τις οικογένειες θανόντων και τον τραυματισθέντα εργαζόμενο της.
Ακόμη, πρέπει σημειωθεί, ότι η τελευταία όχλησε την εφεσίβλητη-εναγομένη για επίλυση της επίδικης διαφοράς για πρώτη φορά με την από 17-12-2007 σχετική εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για αθέτηση εκ μέρους της εφεσίβλητης-εναγομένης της υποχρέωσής της για εκτέλεση της επίδικης σύμβασης και ως εκ τούτου η αγωγή κατά την ως άνω κύρια βάση της είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι με το άρθρο 10 παρ. 1 της πιο πάνω σύμβασης υπεργολαβίας ορίζεται, ότι η εκκαλούσα-ενάγουσα είναι υπεύθυνη για το προσωπικό της, την τήρηση όλων των μέτρων ασφαλείας γι’ αυτό καθώς και για τα εργατικά ατυχήματα. Άλλωστε γι’ αυτό το λόγο ήταν υποχρεωμένη η ίδια να συντάξει σχέδιο και φάκελο ασφαλείας και υγείας.
Επίσης, η εκκαλούσα-ενάγουσα, είχε ήδη ορίσει, κατά τους όρους της πιο πάνω σύμβασης υπεργολαβίας, ως επιβλέποντα μηχανικό του έργου το Χ. Τ., τοπογράφο μηχανικό και ως τεχνικό ασφαλείας αυτού το Σ. Σ., αρχιτέκτονα μηχανικό. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι τόσο κατά τη σχετική σύμβαση (άρθρ. 10 παρ. 1), όσο και από το νόμο (άρθρ. 142 ν. 3669/2008 για την "κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων"), υπάρχει παράλληλη ευθύνη της εργολάβου (εφεσίβλητης-εναγομένης) για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας.
Η ευθύνη της τελευταίας έναντι του παθόντος απορρέει από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί εγκύρως, με συμφωνία μεταξύ εργολάβου και υπεργολάβου (άρθρ. 3 και 174 ΑΚ). Ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις, όμως, η πιο πάνω συμφωνία διατηρεί την ισχύ της, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να δεσμεύεται η εκκαλούσα-ενάγουσα απ’ αυτήν.
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί, ότι με την υπ’ αριθ. 69850/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς τους εκπροσώπους της εφεσίβλητης-εναγομένης εταιρείας, όλα τα στελέχη αυτής αθωώθηκαν από τις αποδιδόμενες σε βάρος τους κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της σωματικής βλάβης από αμέλεια για το επίδικο ατύχημα, ενώ καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης, τόσο ο νόμιμος εκπρόσωπος, όσο και επιβλέπων μηχανικός της εκκαλούσας-ενάγουσας εταιρείας.
Με τα δεδομένα αυτά η αναφερομένη πιο πάνω παράλληλη ευθύνη της εφεσίβλητης-εναγομένης έναντι των εργαζομένων της εκκαλούσας- ενάγουσας δεν μπορεί να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης της τελευταίας έναντι της πρώτης και ως εκ τούτου η αγωγή, κατά την ως άνω επικουρική βάση της, είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη".
Ακολούθως το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η αγωγή.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 § 1, 19 και 25 του Ν. 2496/1997 και εσφαλμένα ερμήνευσε τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών. Και τούτο διότι, αν και δέχεται ότι με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../10-6-2003 σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης τεχνικής εταιρείας και του Δήμου Αχαρνών και στα πλαίσια της οποίας η πρώτη ανέλαβε ως εργολάβος-ανάδοχος από τον τελευταίο την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή αγωγών ακαθάρτων περιοχών ... , Δήμου Αχαρνών", ορίστηκε ότι ο ανάδοχος (αναιρεσίβλητη) είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει όλα τα ισχύοντα από την εργατική νομοθεσία μέτρα (άρθρο 142 Ν. 3669/2008) για την προστασία του προσωπικού του και την ασφάλεια αυτού και ότι είναι ο μόνος και αποκλειστικός υπεύθυνος (ποινικά και αστικά) για κάθε βλάβη ή ζημία, που τυχόν θα επέλθει, είτε στο Δήμο, είτε στο απασχολούμενο από τον ίδιο προσωπικό, είτε σε οποιοδήποτε τρίτο, εξαιτίας του έργου και της εκτέλεσής του, ότι η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. 11.1.
όρο του σχετικού από 10-7-2003 συμφωνητικού υπεργολαβίας, να προβεί στην ασφάλιση του έργου κατά παντός κινδύνου, καθώς και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, χωρίς καμία πρόβλεψη ή επιφύλαξη εάν: 1) η ασφαλιζόμενη αστική ευθύνη θα αφορούσε μόνο την κατά νόμο ευθύνη της αναιρεσίβλητης και όχι και της αναιρεσείουσας και 2) εάν στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονταν οι εργαζόμενοι στο έργο, ότι σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ.11.2.
όρο, σε περίπτωση ζημιάς ή ατυχήματος που αφορά τον υπεργολάβο (αναιρεσείουσα) ή την υπεργολαβία, ο εργολάβος (αναιρεσίβλητη) εκχωρεί τα δικαιώματά του στον πρώτο, ο οποίος αποζημιώνεται από τους ασφαλιστές κατά το μέρος που του ανήκει υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και ότι με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 της πιο πάνω σύμβασης υπεργολαβίας καθιερώθηκε ευθύνη της αναιρεσείουσας για την καταβολή αποζημιώσεων στην περίπτωση εργατικών ατυχημάτων, ακόμη και αν ο νόμος δημιουργεί παράλληλη ευθύνη του εργολάβου (αναιρεσίβλητης) για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, παρ’ όλα αυτά οδηγήθηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων του Ν. 2496/1997 ως προς την έννοια του "τρίτου", δεχόμενο ότι δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτήν οι εργαζόμενοι στο έργο και της δικαιοπρακτικής βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων, δεχόμενο ότι η αληθινή βούλησή τους ήταν να ευθύνεται μόνο η υπεργολάβος (αναιρεσείουσα) για την κάλυψη ασφαλιστικά της εργοδοτικής της ευθύνης και όχι να δημιουργηθεί με τη σύμβαση υπεργολαβίας υποχρέωση της αναιρεσίβλητης εργολάβου για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης για λογαριασμό της πρώτης, μολονότι στην ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης περιλαμβάνεται και η ευθύνη για την περίπτωση σωματικής βλάβης ή θανάτου υπαλλήλων ή εργατών της αναιρεσείουσας υπεργολάβου, οι οποίοι εμπίπτουν στην έννοια του "τρίτου", εφόσον η κάλυψη του συγκεκριμένου κινδύνου δεν εξαιρέθηκε με ρητό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ενώ και η προβλεφθείσα συμβατικά εκχώρηση από τον εργολάβο (ανάδοχο) των δικαιωμάτων του προς τον υπεργολάβο αφορούσε αξιώσεις αποζημίωσης για ατυχήματα "τρίτων", από την έννοια των οποίων δεν εξαιρέθηκαν ρητά οι εργαζόμενοι στο έργο, που θα καλύπτονταν από την ασφάλιση που θα συνήπτε η αναιρεσίβλητη κατά παντός κινδύνου τους.
Κατόπιν τούτων, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση, 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, η δε αναιρετική εμβέλειά τους, ενόψει των προαναφερθέντων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176 και 183), κατά οριζόμενα στα διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3109/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ