Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification as indefinite term employment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the Kastoria Urban Transport Company against the Court of Appeals' decision. The lower court correctly determined that the relationship between the company and the employee constituted an indefinite-term dependent labor contract rather than a fixed-term or apprenticeship agreement. Consequently, the company's termination of the contract without statutory severance pay was declared invalid, and the employee was awarded back wages and benefits. The Court upheld this ruling, affirming that the employer's control over work conditions and the employee's subordination met the legal criteria for dependent employment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669 of the Civil Code; Article 5 of Presidential Decree 81/2003: A dependent labor contract exists when the employer issues binding instructions regarding the manner, place, and time of work, and the employee is subject to control and supervision, distinguishing it from apprenticeship agreements focused on training.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 883 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 883/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ Κ.Τ.Ε.Λ. ΝΟΜΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ - ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ" που εδρεύει στην Καστοριά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Β. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γυιόκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς ως αρμόδιο για την εκδίκασή της. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 144/2012 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/1/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 144/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού, οι δε παρεχόμενες από τον συμβληθέντα εργοδότη οδηγίες, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί ακτές και να δέχεται την άσκηση ελέγχου γιο τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του προς αυτές και της επιμελούς γενικά εκτελέσεως της εργασίας.
Κύριος σκοπός της εργασιακής συμβάσεως είναι η παροχή εργασίας από το μισθωτό και σ αυτό αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι. Κατά τούτο διαφέρει η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση μαθητείας με την οποία επιδιώκεται κυρίως η εκπαίδευση ή η επιστημονική προσαρμογή και ειδίκευση του μαθητευόμενου, στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν σ` αυτές τις έννομες σχέσεις την ιδιοτυπία τους.
Δεν είναι δε ασυμβίβαστη και στην εκπαιδευτική σχέση η παροχή κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων αμοιβής και ασφαλίσεως του εκπαιδευομένου (ΑΠ 581/2009 ΤΝΠ Νόμος). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (ΟλΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά το αρθρ. 8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου με τις επακόλουθες συνέπειες περί απολύσεως με καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, με το Π. Δ. 81|2003, που εκδόθηκε "με σκοπό την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UΝΙCE και CEEP (E.E.L.175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και θεσπίζονται διατάξεις για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου", οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται "στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ` αυτού" και με το άρθρο 5 ειδικότερα αυτού, ορίζονται τα εξής:
"Κανόνες προστασίας εργαζομένων και αποφυγής καταστρατηγήσεων σε βάρος τους.
1. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως:
Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης.
2. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν.
Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του. Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών.
3. Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δυο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των δυο (2) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης.
4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.
Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου "ίδιου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος." Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ΝΔ 102/1973, που διέπει τα της λειτουργίας των ΚΤΕΛ, τα τελευταία, τα οποία ιδρύθηκαν με την μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και τελούν υπό την εποπτεία του οικείου νομάρχη, ως εκ του σκοπού που επιδιώκουν, συνισταμένου στην οργάνωση (μονοπωλειακώς) της επιβατικής δια λεωφορείων συγκοινωνίας, προς εξυπηρέτηση βασικής ανάγκης (μεταφοράς) του κοινωνικού συνόλου, αλλά συγχρόνως και στην επίτευξη οικονομικού και κερδοσκοπικού αποτελέσματος υπέρ των μετόχων, αποτελούν ιδιότυπες συγκοινωνιακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που λειτουργούν υπό την μορφή οργανισμών.
Με το Π.Δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΓΚΠ-ΚΤΕΛ)", που ισχύει από 20-8-1994, ορίζεται : α) στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά το πάσης φύσεως Προσωπικό των ΚΤΕΛ, αστικών και υπεραστικών και ορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, στο άρθρο 2 παρ. (1 και) 5 ότι το κάθε κατηγορίας προσωπικό του ΚΤΕΛ (που λειτουργεί με βάση το ΝΔ 102/1973) διακρίνεται σε:
α) τακτικό και β) έκτακτο - τακτικό είναι το προσωπικό που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ - έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται για εκτέλεση ορισμένης έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας (π.χ. εποχιακή ανάγκη λόγω αυξημένης κίνησης, ασθένειας κ.λ.π.), η διάρκεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβεί τους έξι (6) μήνες και γ) στο άρθρο 5 παρ. 2 εδ.ε` και στ`, ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το Δ.
Σ. του ΚΤΕΛ χωρίς διαγωνισμό, για την αντιμετώπιση δε έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, με αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. του ΚΤΕΛ, μετά από έγκριση του οικείου Νομάρχη, μπορεί να γίνει ανακατανομή στα καθήκοντα του έκτακτου προσωπικού. Όμοια ρύθμιση προέβλεπαν τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 6, 7 και 5 του Π.Δ. 257/1989, που ίσχυσε από 1-7-1989 μέχρι 15-4-1991, και τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ.5, 6 και 7 και 5 του Π.Δ. 133/1991, που ίσχυσε από 16-4-1991 μέχρι 19-8-1994.
Με το άρθρο 5 του ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ" - που ισχύει από 20-8-1994 καθορίζονται οι όροι πρόσληψης και τακτικού και έκτακτου προσωπικού του ΚΤΕΛ, ορίζεται ότι η πρόσληψη για την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, ο οποίος διενεργείται από πενταμελές συμβούλιο που αποτελείται από τον κρατικό αντιπρόσωπο (που είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας), ως πρόεδρο, από δύο μέλη του Δ.Σ.
του ΚΤΕΛ και από δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, ενώ το έκτακτο προσλαμβάνεται από το Δ. Σ. χωρίς διαγωνισμό και, περαιτέρω, για επείγουσες περιπτώσεις μπορεί το Δ.Σ. του ΚΤΕΛ να διενεργήσει απευθείας πρόσληψη, υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση εντός διμήνου (άρθρο 6 ΠΔ 229/1994). Σύμφωνα δε με το άρθρο 22 του άνω Π.
Δ/τος, πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης του ΚΤΕΛ που αντιβαίνουν στον εν λόγω Κανονισμό είναι ακυρώσιμες (αρθρ.9 του Ν.Δ.102/1973), ενώ συνεπάγονται και τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 458 Π.Κ., για τους παραβάτες των διατάξεων, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται, μετά τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξι μήνες, ότι η τέτοια για ορισμένο χρόνο πρόσληψη δύναται να επαναλαμβάνεται εφ` όσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του έκτακτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε κατ` εξαίρεση η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας.
Όμως οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112|1920 και άρθρο 5 παρ. 3 του Π.Δ. 81|2003, χαρακτηρισμό της σύμβασης, ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν από την αποδεικτική διαδικασία προκύπτει πράγματι ότι τα μέρη απέβλεψαν στην ουσία στην κατάρτιση μιας τέτοιας σύμβασης, ο δε μισθωτός εξυπηρετούσε στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 81|2003 είναι μεταγενέστερες αυτών του Π.Δ. 229|1994 (Α.Π. 815|2011, 1326|2010).
Τα Κοινά Ταμεία, εξάλλου, Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και ήδη, μετά την ισχύ του Ν. 2063|2002, ανώνυμες εταιρίες, επί των οποίων έχουν εφαρμογή επ' αυτών οι γενικές περί νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου διατάξεις και, συνεπώς και αυτές του Π. Δ. 81|2003 (Α.Π. 1326|2010, Α.Π. 1647|2003- βλ. και τον από Σεπτεμβρίου 2013 Πίνακα, στον οποίο περιλαμβάνονται τα Νομικά Πρόσωπα, δ. και ιδ. Δικαίου, που ανήκουν στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα και στον οποίο -πίνακα- δεν αναφέρονται τα ΚΤΕΛ). Τα Κ.Τ.Ε.Λ., εξάλλου, δεν φέρουν χαρακτηριστικά τέτοια, ώστε να μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι ανήκουν στον (ευρύτερο) δημόσιο τομέα, αφού α) μέτοχοι αυτών είναι αποκλειστικά φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού δικαίου), στα οποία παρέχεται η κατά νόμο άδεια κυκλοφορίας των λεωφορείων, που είναι ενταγμένα σ' αυτά, β) η γενική συνέλευση και το διοικητικό συμβούλιο των ΚΤΕΛ συγκροτούνται αποκλειστικά από μετόχους τους και γ) το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα δεν επιδοτεί ετησίως τα ΚΤΕΛ με ποσό, που να υπερβαίνει το 50% των δαπανών λειτουργίας τους.
Συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτών οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και ειδικότερα αυτή της παρ. 8, όπως προστέθηκε με το Ψήφισμα της Ζ'Αναθεωρητικής Βουλής και σύμφωνα με το οποίο "απαγορεύεται αδιακρίτως η μονιμοποίηση προσωπικού, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή Νομικά Πρόσωπα, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον δεν προσλαμβάνεται αυτό, σύμφωνα με τις από την κείμενη νομοθεσία προβλεπόμενη διαδικασία καθώς και η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου". Εφαρμογή,, συνεπώς, επ' αυτών έχουν οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112|1920 και Π.Δ. 81|2003.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έκανε δεκτά τα εξής: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε εγγράφως, μεταξύ των διαδίκων, την 1-6-2004, ο ενάγων προσελήφθη από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, προκειμένου να εργασθεί ως εκδότης εισιτηρίων στην αφετηρία των λεωφορειακών γραμμών του (εναγομένου), με χρόνο έναρξης της εργασίας την 1-6-2004 για έξι (6) μήνες, ήτοι μέχρι τις 30-6-2004, με χρόνο απασχόλησης πέντε (5) ημέρες εβδομαδιαίως και συνολικώς 40 ώρες, με ωράριο εργασίας συνεχές, από ώρα 13:30 έως 21:30.
Η πρόσληψη του ενάγοντος έγινε για να καλυφθεί η θέση του εκδότη εισιτηρίων, που έμεινε κενή. Μετά την πάροδο του χρόνου της αρχικής σύμβασης, αυτή ανανεώθηκε στη συνέχεια με διαδοχικές συμβάσεις εξάμηνης διάρκειας η καθεμία, χωρίς διακοπή μεταξύ τους, μέχρι τις 31-11-2006. Συγκεκριμένα, ο ενάγων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου εργάσθηκε από 1-6-2004 έως 30-11-2004, από 1-12-2004 έως 31-5- 2005, από 1-6-2005 έως 30-11-2005, από 1-12-2005 έως 31-5-2006 και από 1-6-2006 έως 31-11-2006.
Καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, εργάσθηκε ως εκδότης εισιτηρίων, με καθήκοντα, πέραν τούτου, της ενημέρωσης και άμεσης εξυπηρέτησης του επιβατικού κοινού σχετικά με τις αναχωρήσεις των δρομολογίων, καθώς δεν υπήρχε σταθμάρχης και της άμεσης επίλυσης των προβλημάτων που παρουσιάζοντο στα δρομολόγια του ΚΤΕΑ φροντίζοντας να αντικαθίστανται τούτα, ώστε να πραγματοποιείται το προγραμματισμένο δρομολόγιο χωρίς καθυστέρηση.
Εκτελούσε τα ανωτέρω καθήκοντα του όλο το διάστημα προσηκόντως, με τη μόνη διαφοροποίηση στο ωράριο του, στις τρεις τελευταίες συμβάσεις. Ειδικότερα, ενώ στη αρχή προσελήφθη και εργάζετο στην απογευματινή βάρδια του ΚΤΕΛ (ώρα 13:30 έως 21:30), από 1-6-2005 προσέφερε την εργασία του κατά την πρωινή βάρδια, από ώρα 7:00 έως 15:00.
Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι η πρόσληψή του δεν έγινε για την εκτέλεση εποχικής ή έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας, λόγω αυξημένης κίνησης ή ασθένειας υπαλλήλου. Η θέση του εκδότη εισιτηρίων στο εναγόμενο ΚΤΕΛ, αφορούσε μόνιμη εργασία και αναγκαία για τούτο. Την πρόσληψη του ενάγοντος και την ανανέωση των συμβάσεων του δεν υπαγόρευε κάποιος ειδικός λόγος, ούτε άλλωστε αναφέρεται τέτοιος λόγος στις παραπάνω συμβάσεις.
Από την αρχή της εργασιακής του σχέσης ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Επειδή όμως δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του π.δ. 229/1994 διαδικασία, εντάχθηκε προσχηματικά στο έκτακτο προσωπικό με απόφασή του Δ.Σ. του εναγομένου. Μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης, στις 31-11-2006, η προσωρινή διοίκηση του εναγομένου, με σχετική απόφασή της, μετέτρεψε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος σε αορίστου χρόνου.
Η τελευταία αυτή απόφαση του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, η ισχύς της οποίας ανεστάλη με την υπ' αριθμ. 450/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς - διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, και γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 29-6-2007, στη συνέχεια κρίθηκε άκυρη με την υπ' αριθμ. 85/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.
Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της τελευταίας, η παραπάνω απόφαση ήταν άκυρη διότι το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο συνεδρίασε και έλαβε απόφαση χωρίς την απαιτούμενη νόμιμη απαρτία και επιπλέον διότι έγινε κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 229/1994, καθόσον δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Μετά από αυτά, το εναγόμενο κατήγγειλε, στις 30-6-2007, τη μεταξύ αυτού και του ενάγοντος σύμβαση εργασίας, με το υπό ίδια ημερομηνία έγγραφο της, που επέδωσε σε αυτόν την 6-7-2007, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Όπως αναφέρεται παραπάνω, ο ενάγων τυπικά προσελήφθη ως έκτακτο προσωπικό, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που ανανεώθηκε στη συνέχεια με άλλες διαδοχικές συμβάσεις, ενώ στην πραγματικότητα παρείχε υπηρεσίες τακτικού προσωπικού, εφόσον εργαζόταν συνεχώς και αδιαλείπτως στην αφετηρία των λεωφορειακών γραμμών του εναγομένου, ειδικά μετά τη συνταξιοδότηση του υπαλλήλου που εργαζόταν προηγουμένως στην ίδια θέση στη βάρδια του.
Επίσης, μέχρι και την ημέρα της απόλυσης του, εργαζόταν με πλήρες ωράριο καθημερινώς επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, υπαγόμενος στο πρόγραμμα του εναγομένου εργοδότη του, απασχολούμενος υπό τις εντολές και οδηγίες αυτού και των οργάνων του, τα οποία καθόριζαν τον τόπο, τρόπο και χρόνο της εργασίας της, υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με αυτές.
Συνεπώς, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του εναγομένου, καθόσον, μετά τη συνταξιοδότηση του δεύτερου εκδότη εισιτηρίων, δεν ήταν δυνατόν να καλυφθούν δύο βάρδιες από ένα και μόνο άτομο. Δεν εργαζόταν κατά τις ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) άλλων υπαλλήλων, αλλά προσελήφθη αρχικώς, όταν έμεινε κενή η θέση του εκδότη εισιτηρίων στην απογευματινή βάρδια, λόγω μετακίνησης του τελευταίου σε άλλη θέση εργασίας (θέση οδηγού).
Στη συνέχεια, όταν παρέμεινε κενή η θέση του εκδότη εισιτηρίων στην πρωινή βάρδια, κρίθηκε σκόπιμο από τη διοίκηση του εναγομένου, ο ενάγων να εξυπηρετήσει την πρωινή βάρδια, γι' αυτό τροποποιήθηκαν οι μεταγενέστερες συμβάσεις του, ως προς το ωράριο εργασίας. Η ανανέωση λοιπόν των ορισμένου χρόνου συμβάσεων εργασίας του, δεν δικαιολογείτο από κανένα από τους παραπάνω αντικειμενικούς λόγους, ούτε και την υπαγόρευε εποχιακή ανάγκη.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η διαγραφόμενη μεταξύ των διαδίκων σχέση είναι αυτή της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου κατά ορθό νομικό χαρακτηρισμό και πρέπει να αναγνωρισθεί ο πραγματικός χαρακτήρας της σχέσης αυτής, αφού στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της προαναφερόμενης οδηγίας με τα μνημονευθέντα π.δ., η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή των συμβάσεων ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 του Συντάγματος ως ισοδύναμο νομοθετικό μέσο.
Εκτός τούτου, στην προκειμένη περίπτωση η χρονική διάρκεια των ενδίκων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, είναι μεγαλύτερη από δύο έτη (άρθρ. 5 του ν.δ. 81/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004 και ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης).
Συνεπώς, επί των συμβάσεων αυτών εφαρμόζεται το τεκμήριο της παρ. 3 του άρθρου 5 του άνω π.δ., σύμφωνα με το οποίο τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης του εναγομένου, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Από το γεγονός ότι ο Κανονισμός των ΚΤΕΛ, που έχει ισχύ νόμου, προβλέπει διαφορετική διαδικασία για την πρόσληψη του τακτικού ή έκτακτου προσωπικού, με συνέπεια ο εργαζόμενος που προσλήφθηκε χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 π.δ. 229/1994, να μη μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία.
Πρέπει, επίσης, να τονισθεί ότι, από τους αντικειμενικούς λόγους του άρθρου 5 του π.δ. 81/2003 που δικαιολογούσαν τη χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, απαλείφθηκε η περίπτωση της επιβολής της σύναψης σύμβασης για ορισμένο χρόνο από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.
Ο ενάγων λοιπόν, ο οποίος κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, απασχολούμενος υπό τις εντολές και οδηγίες αυτού και των οργάνων του, τα οποία καθόριζαν τον τόπο, τρόπο και χρόνο εργασίας του, υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με αυτές, συνδέονταν πράγματι με το εναγόμενο με την έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σχέσης, αλλά και λόγω της μετατροπής των συμβάσεων του (ενάγοντος) σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 π.δ 81/2003, που εναρμόνισε την εσωτερική έννομη τάξη με τις διατάξεις της παραπάνω κοινοτικής οδηγίας.
Συνεπώς, η από 30-6-2007 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, που έγινε χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις της εργατικής νομοθεσίας για καταβολή αποζημίωσης, είναι άκυρη. Περαιτέρω, εφόσον το εναγόμενο αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντος, περιήλθε σε υπερημερία, με συνέπεια να οφείλει σε αυτόν τους μισθούς υπερημερίας, καθώς και τις λοιπές παροχές (επιδόματα εορτών, άδειας και αποδοχές άδειας), από το χρόνο της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι η συμβατική σχέση , η οποία συνέδεε αυτή με τον ήδη αναιρεσίβλητο ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τις από το γεγονός αυτό συνέπειες (καταβολή μισθών υπερημερίας κ.λπ.).
Σύμφωνα με αυτά, το δικαστήριο της ουσίας, ορθά οδηγήθηκε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, αναγνωρίζοντας ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος συνδεόταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, επομένως, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 672 Α.Κ., 8 του Ν. 2112|1920, ΝΔ 102|1973, ΠΔ 229|1994, ΠΔ 246|2006 και 5 του Π.Δ. 81|2003, εφόσον και, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και ειδικότερα αυτών του άρθρου 8 Ν.2112|1920 και 5 παρ. 3 του Π.Δ. 81|2003, καθόσον, α) το αναιρεσείον αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν υπάγεται στον (ευρύτερο) δημόσιο τομέα, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου υπερέβαινε τα δύο έτη (όπως προέβλεπε το άρθρο 5 παρ. 3 του Π.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο) και γ), κατά τις παραδοχές, ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί στην πραγματικότητα, για την κάλυψη παγίων και διαρκών υπηρεσιακών αναγκών του αναιρεσείοντος, τις οποίες και εξυπηρετούσε, παρέχοντας προς τούτο την εργασία του, μέσα στο νόμιμο ωράριο.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, με την οποία και με όλους τους λόγους της αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2013 αίτηση του "ΚΤΕΛ Ν. ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 144|2012 αποφάσεως του Εφετείου Δ. Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ