Supreme Court allows appeal against appeal court dismissal of public entity's payment claim for newspaper services.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of the plaintiff's claim for unpaid services. The plaintiff sued the Acharnes Municipality for fees related to publishing official notices, which the lower court rejected due to insufficient evidence regarding the contracts' validity and budget allocation. The Court found the appeal admissible and the grounds valid because the lower court incorrectly required specific documentary proof that was not legally necessary for the claim's foundation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal erred by rejecting a claim for remuneration for services rendered to a public entity when the plaintiff failed to prove specific budgetary allocations or contract formalities, as such evidence is not a prerequisite for establishing the historical basis of the claim under Article 216(1) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 883 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 883/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "BCC - ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ - ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΤΥΠΟΥ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ -BCC Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Αναστασόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αχαρνών (ΟΤΑ) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μαμάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιανουαρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4684/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7329/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7329/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 7329/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 13.12.2007 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 4684/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 2984/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, απέρριψε ακολούθως ως αόριστη την από 10.1.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που είχε γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία της με την πρωτόδικη απόφαση και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 21.469,06 ευρώ, ως οφειλόμενη σ' αυτή αμοιβή για τις υπηρεσίες που του προσέφερε σε εκτέλεση γραπτών εντολών του στο πλαίσιο διαδοχικών μεταξύ τους συμβάσεων έργου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου ( ΟλΑΠ 20/2005).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1225/2008, ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004, ΑΠ 506/2010) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Νοείται ως έργο κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της.
Επομένως η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη κατά τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, όταν σ' αυτή περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη (ΑΠ 682/2010).
Περαιτέρω ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρ. 267§§1&2 του π.δ. 410/1995 "περί κωδικοποιήσεως σε ενιαίο κείμενο του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", ότι ο Δήμαρχος μπορεί, χωρίς προηγούμενη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, να συνάπτει, ύστερα από πρόχειρο διαγωνισμό ή και χωρίς διαγωνισμό, σύμβαση για την απευθείας ανάθεση ή την απευθείας εκτέλεση εργασίας ή μεταφοράς ή τη διενέργεια προμήθειας, αν η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.200.000 δραχμών (ήδη 6.456,346 ευρώ) προκειμένου για τους Δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, των 2.000.000 δραχμών (ήδη 5.869,405 ευρώ) για τους λοιπούς Δήμους και του 1.500.000 δραχμών (ήδη 4.402,054 ευρώ) για τις Κοινότητες, με την προϋπόθεση όμως ότι θα εγγραφεί για το χρηματικό αντικείμενο της σχετικής σύμβασης εξειδικευμένη πίστωση στον προϋπολογισμό του Δήμου.
Επιπρόσθετα ορίζεται με τη διάταξη του άρθρ. 17§1εδ.α' ν. 2539/1997 ότι η σχετική σύμβαση επιτρέπεται μόνο σε έκτακτες και επείγουσες περιπτώσεις ειδικά αιτιολογημένες.
Συνεπώς η σύναψη από το Δήμαρχο τέτοιας σύμβασης χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω αναγκαίων προϋποθέσεων καθιστά τη σύμβαση άκυρη. Ωστόσο οι προϋποθέσεις αυτές, που ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης του Δήμου και η συνδρομή τους δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά τη σύναψη της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του Δημάρχου, δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία και της αγωγής με την οποία ο αντισυμβαλλόμενος αξιώνει από το Δήμο την καταβολή της οφειλόμενης σ' αυτόν αμοιβής για το έργο που εκτέλεσε ή για την προμήθεια που διενήργησε.
Έτσι η αγωγή είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ και χωρίς την έκθεση των στοιχείων αυτών και αντίθετα οφείλει ο εναγόμενος Δήμος, που αμφισβητεί την εγκυρότητα της σύμβασης που σύναψε ο Δήμαρχός του για την απευθείας ανάθεση ή την απευθείας εκτέλεση εργασίας ή μεταφοράς ή τη διενέργεια προμήθειας, να επικαλεσθεί και να αποδείξει αυτός την έλλειψη των αναγκαίων για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης ως άνω προϋποθέσεων.
Κατά την ίδια έννοια δεν αποτελεί στοιχείο της σχετικής αγωγής ούτε η αναφορά σ' αυτή του προσώπου που συμβλήθηκε για λογαριασμό του Δήμου, αφού ναι μεν με τη διάταξη του άρθρ. 114§1εδ.στ' π.δ. 410/1995, που ορίζει ότι ο Δήμαρχος υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει ο Δήμος, δεν εισάγεται και τεκμήριο ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης ο Δήμος εκπροσωπήθηκε οπωσδήποτε νόμιμα, όμως οφείλει ο ίδιος ο εναγόμενος Δήμος να επικαλεσθεί την τυχόν έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησής του, οπότε μόνον τότε υποχρεούται ο ενάγων να προσδιορίσει με τις πρωτόδικες προτάσεις του το φυσικό πρόσωπο, που συναλλάχθηκε για λογαριασμό του Δήμου και αν παραλείψει να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του αυτή η αγωγή του καθίσταται αόριστη και απορρίπτεται (πρβλ.
ΑΠ 363/1986, ΑΠ 1225/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, όπως παραδεκτά περιορίσθηκε και επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 21.568,79 ευρώ, που της οφείλει ως αμοιβή και αρνείται να της καταβάλει για τις υπηρεσίες που του προσέφερε σε εκτέλεση γραπτών εντολών του και στο πλαίσιο διαδοχικών μεταξύ τους συμβάσεων έργου, με τις οποίες ανέλαβε τη δημοσίευση για λογαριασμό του στον ημερήσιο τύπο διαφόρων διακηρύξεων, προκηρύξεων και ανακοινώσεών του, όπως οι επί μέρους συμβάσεις αναλυτικά αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής ως προς τον τόπο και το χρόνο της κατάρτισής τους, το αντικείμενό τους και τη συμφωνημένη αμοιβή της αναιρεσείουσας.
Με την πρωτόδικη οριστική απόφαση η ένδικη αγωγή κρίθηκε ορισμένη και έγινε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 21.469,06 ευρώ, όμως με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η αγωγή αυτή κρίθηκε αόριστη και απορρίφθηκε, αφού προηγουμένως έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση, όπως είχε διορθωθεί με την υπ' αριθ. 2984/1997 απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του αόριστη την ένδικη αγωγή, επειδή δεν εκτίθεται και δεν διευκρινίζεται σ' αυτή α) αν η σύναψη των επί μέρους συμβάσεων των διαδίκων αφορά έκτακτες και επείγουσες περιπτώσεις, β) αν για τις συμβάσεις αυτές γράφτηκε εξειδικευμένη πίστωση στον προϋπολογισμό του αναιρεσίβλητου Δήμου και γ) αν καταρτίσθηκαν με το Δήμαρχο ή κατ' άλλο τρόπο με άλλο πρόσωπο ως εκπρόσωπο του Δήμου, "ώστε να είναι εφικτή η έρευνα της εγκυρότητας αυτών και της νόμιμης θεμελίωσης της ένδικης αγωγής στην ενδοσυμβατική ευθύνη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο αξίωσε για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής στοιχεία, τα οποία, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της ιστορικής της βάσης κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ και συνακόλουθα παρά το νόμο την κήρυξε απαράδεκτη και την απέρριψε, εξαφανίζοντας την αντίθετη πρωτόδικη απόφαση.
Επομένως ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως υπό άλλη σύνθεση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσίβλητος Δήμος που ηττήθηκε, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδά της, τα οποία όμως θα επιδικασθούν μειωμένα στο μισό κατά το άρθρ. 307§2 του π.δ/τος 410/1995 (ΑΠ 473/2006, ΑΠ 940/2007), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 7329/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο Αχαρνών στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ