Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding evidence not considered in expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the second ground of appeal was too vague to be examined. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence regarding the lack of benefit for expropriated properties, but the court found this claim lacked the required specificity. Consequently, the appeal was rejected in part, with costs awarded to the State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is indeterminate, requiring the appellant to specify which evidence was not considered, the critical claim affected, and its impact on the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 882 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 882/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι.Γ. του Β., κατοίκου ........ 2) Ε. Γ. του Β., συζ. Λ.Δ., κατοίκου…... , 3) Δ. Λ. του Χ., κατοίκου ….. , 4) Μ.Μ. του Α., συζ. Τ. Σ., κατοίκου …. , 5) Α. Μ. του Α, κατοίκου …. , 6) Δ. Μ. του Σ., , 6) α. Β. Γ. του Δ., κατοίκου ….. , β. Ι. συζ. Χ. Δ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ... και γ) Α. Γ. του Δ., θετής κόρης του Ν. και της Θ. Μ. συζ. Α. Κ., , 7) Α. Γ. του Μ., συζ. Σ. Λ., κατοίκου ….. , 8) α. Σ. χας Α. Τ., β. Β.Α. Τ., κατοίκου …. και γ. Δ. Α. Τ., κατοίκου ….., ως κληρονόμων του Α. Τ. του Β. , 9) α. Δ. Ν. Τ., κατοίκου ... και β. Ν.Δ. Τ. , 10) Δ. Γ. του Μ. Κατοίκου ….., 11) Ε. Μ. του Δ., συζ. Θ. Κ. Κατοίκου ….. , 12) Κ. Τ. του Α. Σ. Τ.του Δ., κατοίκου …. , 14) Δ. Σ. του Ε., συζ. Χ. Τ. Κατοίκου ... , 15) Α Μ το γένος Ζ. Σ., κατοίκου …., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Χ. Μ. του Κ. και 16) Σ. Μ. του Χ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η, 3ος, 4η, 5ος, 6α, 6β, 7η, 10ος και 13η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αλεξίου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Α. Γ. του Δ. (υπό στοιχ. 6γ) απεβίωσε στις 24-10-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η μοναδική κληρονόμος της Β. Κ. του Α. και εκπροσωπείται από αυτόν.
Ο Β. Α. Τ. (υπό στοιχ. 8β των αναιρεσιβλήτων) παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι υπό στοιχ. 8γ, 9ος, 11η και 16ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Β. Τ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο Δ. Μ.του Σ. (6ος ως άνω), απεβίωσε στις 18-11-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η Α. χα Δ. Μ. και εκπροσωπείται από αυτόν, β) η Σ. χα Α. Τ. (υπό στοιχ. 8α), απεβίωσε στις 3-8-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι υπό στοιχ. 8β και 8γ, Β. Α. Τ. και Δ. Α. Τ., αντίστοιχα, παριστάμενος ο πρώτος αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και εκπροσωπούμενος ο δεύτερος από αυτόν, γ) ο Ν. Δ. Τ. (υπό στοιχ. 9β) απεβίωσε στις 24-3-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο Δ. Ν. Τ. (υπό στοιχ. 9α) εκπροσωπούμενος από αυτόν και δ) ο Κ. Τ. του Α. (12ος ως άνω) απεβίωσε στις 13-12-2014.
Η 14η των αναιρεσιβλήτων Δ. Σ. του Ε., εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πέτρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η 15η των αναιρεσιβλήτων Α. Μ., το γένος Ζ. Σ., δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 279/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με τις αιτήσεις και ανταιτήσεις των εκεί διαδίκων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 286/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-6-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας διάβασε την άνευ ημερομηνία έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 2-6-2015 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 286/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Κατά την παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (β' εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013) (ΑΠ 8/2018). Εξάλλου, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001 - Κώδικας περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που ορίζει ότι επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν εφαρμόζεται η παρ 3 του άρθρου 576 του ΚΠολΔ και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί.
Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω διάταξη αφορούσε την παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, μετά όμως την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ και άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001 έχουν τις ίδιες συνέπειες). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ.
α' και 287 ΚΠολΔικ συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής (διακοπής) προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔικ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 171/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, εκπροσωπήθηκαν το μεν αναιρεσείον από την πληρεξούσια δικηγόρο Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι δε με στοιχ. 1ος, 2η, 3ος, 4η, 5ος, 6α, 6β, 7η, 10ος και 13η των αναιρεσίβλητων, με τον ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αλεξίου, ο οποίος δήλωσε επίσης ότι η 6η(γ) των αναιρεσιβλήτων Α.
Γ. του Δ. απεβίωσε στις 24-10-2014, δηλαδή μετά τη συζήτηση στο Εφετείο της προσβαλλόμενης απόφασης και την έκδοση επί αυτής απόφασης και μετά από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η μοναδική κληρονόμος της Β. Κ., την οποία και εκπροσωπεί νομίμως. Ο θάνατος της ως άνω αναιρεσίβλητης και η ιδιότητα της Β.
Κ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου της πρώτης και από τη με αριθμ. ……. δήλωση της αποδοχής κληρονομιάς της τελευταίας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλικής Ζουρνατζή, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (άρθρ. 261 ΚΠολΔ).
Δεν προκύπτει όμως από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το τελευταίο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο της προαναφερόμενης αντιδίκου του, η δε κληρονόμος αυτής (άρθρ. 1710, 1813, και 1846 ΑΚ) νομίμως παρίσταται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο στη θέση της κληρονομηθείσας διαδίκου, εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο και δηλώνει ότι συνεχίζει τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζήτησης αυτής.
Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης και ως προς αυτήν. Περαιτέρω ο Β. Α. Τ. (υπό στοιχ. 8β των αναιρεσιβλήτων) παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι υπό στοιχ. 8γ, 9α, 11η και 16ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Τζιάνη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
α) ο Δ. Μ. του Σ. (6ος ως άνω), απεβίωσε στις 18-1 1-2016, β) η Σ.χα Α. Τ. (υπό στοιχ. 8α), απεβίωσε στις 3-8-2015 και γ) ο Ν. Δ. Τ. (υπό στοιχ. 9β) απεβίωσε στις 24-3-2015, δηλαδή μετά τη συζήτηση στο Εφετείο της προσβαλλόμενης απόφασης και την έκδοση επ' αυτής απόφασης και μετά από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ως προς τον πρώτο η Α.
χα Δ. Μ. την οποία και εκπροσωπεί νομίμως, ως προς την δεύτερη συνεχίζουν τη δίκη οι υπό στοιχ. 8β και 8γ, Β. Α. Τ. δηλαδή ο ίδιος και ο Δ. Α. Τ. αντίστοιχα, παριστάμενος ο πρώτος αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και εκπροσωπούμενος ο δεύτερος από αυτόν και τέλος ως προς τον τρίτο συνεχίζει ο Δ. Ν. Τ. (υπό στοιχ. 9α), εκπροσωπούμενος από αυτόν.
Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσίβλητου Δ. Μ. και η ιδιότητα της Α. χας Δ. Μ. ως εκ διαθήκης κληρονόμου του επιδίκου ακινήτου αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού και από τη με αριθμ. …... δήλωση της αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αποστόλου Κοτρώνη, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (άρθρ. 261 ΚΠολΔ).
Δεν προκύπτει όμως από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το τελευταίο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο της προαναφερόμενης αντδίκου του, η δε κληρονόμος αυτού (άρθρ. 1710, 1716 επ. ΑΚ) νομίμως παρίσταται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο και δηλώνει ότι συνεχίζει τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζήτησης αυτής.
Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης και ως προς αυτήν. Ο θάνατος της ως άνω αναιρεσίβλητης Σ. χας Α. Τ. και η ιδιότητα των Β. Α. Τ.και Δ. Α. Τ. ως εκ διαθήκης κληρονόμων του θανόντος πατέρα τους Δ. Τ. και στη συνέχεια ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της θανούσας μητέρας τους κατά το ποσοστό εξ αδιαιρέτου που εκείνη κληρονόμησε από τον σύζυγό της επί του επιδίκου ακινήτου αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του πατέρα τους, το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου της μητέρας τους και από τη με αριθμ. …. δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μαρίας Σιδηρά - Παπαναστασίου, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Δεν προκύπτει όμως από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το τελευταίο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο της προαναφερόμενης αντιδίκου του, οι δε κληρονόμοι αυτής, νομίμως παρίστανται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο στη θέση της κληρονομηθείσας διαδίκου, παριστάμενος ο πρώτος αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και εκπροσωπούμενος ο δεύτερος από αυτόν, νομοτύπως διορισμένο και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζήτησης αυτής.
Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης και ως προς αυτούς. Επίσης ο θάνατος του ως άνω αναιρεσίβλητου Ν.Δ. Τ. και η ιδιότητα του Δ. Ν.Τ. ως εκ διαθήκης κληρονόμου του επιδίκου ακινήτου αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού και από τη με αριθμ. …. γονική παροχή ψιλής κυριότητας ακινήτων δήλωση της αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημητρίου Απ. Αρβανίτη, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Δεν προκύπτει όμως από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το τελευταίο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο του προαναφερόμενου αντδίκου του, ο δε κληρονόμος αυτού (άρθρ. 1710, 1716 επ. ΑΚ) νομίμως παρίσταται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο και δηλώνει ότι συνεχίζει τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζήτησης αυτής.
Η 14η των αναιρεσιβλήτων Δ. Σ. του Ε., εκπροσωπήθηκε από τον ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πέτρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω ο Β. Α. Τ. με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του υπ' αριθμ. 9α αναιρεσιβλήτου Κ. Τ.του Α., καθόσον τον εκπροσώπησε νόμιμα κατά τη συζήτηση της αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση και συζήτηση της αναίρεσης δήλωσε νόμιμα, όπως αναφέρεται στη σχετική μείζονα σκέψη ότι ο εν λόγω διάδικος απεβίωσε την 13-12-2014.
Συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 287 ΚΠολΔ μετά την εν λόγω δήλωση επήλθε διακοπή της δίκης και ως εκ τούτου αναστέλλεται η συζήτηση ως προς το με αριθμό …. ακίνητο του οποίου ιδιοκτήτης φερόταν ο θανών.
Τέλος η 15η των αναιρεσιβλήτων Α. Μ. το γένος Ζ.Σ., δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της αίτησης στο Εφετείο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε όμως προσκομίζεται από το επισπεύδον Ελληνικό Δημόσιο έκθεση επίδοσης προς αυτήν της αίτησης αναίρεσης με κλήση προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτησή της και συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται η νομότυπη κλήτευσή της και δεδομένου ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά αίτηση καθορισμού οριστικής μονάδος αποζημίωσης αναγκαστικά απαλλοτριωθέντων ακινήτων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτή (δέκατη πέμπτη των αναιρεσιβλήτων), να προχωρήσει ως προς τους λοιπούς νομίμως παριστάμενους διαδίκους.
Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ορίζεται: "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο, της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η δε σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2012, ΑΠ 1782/2008).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 1619/2010).
Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1290/2009).
Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 96/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικό τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη 286/2014 απόφαση του, αφού συνεκδίκασε, κατά τη δικάσιμο της 13-12-2013, πέντε (5) αυτοτελείς αιτήσεις καθώς και παρεμβάσεις - ανταιτήσεις που ασκήθηκαν με τις προτάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακινήτων των αναιρεσιβλήτων καθώς και αίτημα αναγνώρισης ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 του ν. 653/1977 ως προς τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, έκρινε, αναφορικά με τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης και την μη εφαρμογή του τεκμηρίου ωφελείας που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, ειδικότερα ως προς τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης ότι τα ακίνητα αυτά που απέμειναν από την απαλλοτρίωση, όπως θα παρατεθούν στη συνέχεια, υπέστησαν μείωση της αξίας τους, προσδιορίζοντας γι' αυτό ιδιαίτερη αποζημίωση κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, δεχόμενο, τελικά, εν μέρει, όλες τις αιτήσεις και παρεμβάσεις.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα παρακάτω ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία απέμειναν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1944/39393/Τκ/26-5-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (για την κατασκευή της ΕΟ Λάρισας - Τρικάλων, τμήμα από παράκαμψη Φ.
μέχρι αρχή παράκαμψης Μ., που βρίσκεται στο νομό …..), υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου και των ωφελουμένων παρόδιων ιδιοκτησιών, υπέστησαν μείωση της αξίας τους, κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, ως εξής: Συγκεκριμένα αφού μνημόνευσε, κατ' αρχάς, το εμβαδόν που είχε καθένα από τα απαλλοτριωμένα ακίνητα πριν από την απαλλοτρίωση, καθώς και το εμβαδόν των τμημάτων τους που εναπέμειναν, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια με βάση τα οποία γνωμοδότησε η επιτροπή του άρθρου 15 Ν. 2882/2001 και 13 παρ. 4 του ίδιου νόμου δηλ.
α. δυσχέρεια στη δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης λόγω μείωσης του εμβαδού και του σχήματος που προέκυψε από την απαλλοτρίωση, μέγιστο ποσοστό μείωσης 20%, β. δυνατότητα άμεσης ή έμμεσης πρόσβασης στον υπό κατασκευή δρόμο, μέγιστο ποσοστό μείωσης 20%, γ. μείωση της οικοδομικής εκμεταλλεύσεως, μέγιστο ποσοστό μείωσης 20%, δ.
το μέγεθος του εναπομείναντος, το σχήμα και τη δυνατότητα εκποίησης, μέγιστο ποσοστό μείωσης 20%, έκρινε με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία ότι: το εναπομείναν του ... υφίσταται μείωση σε ποσοστό 20%, διότι πληρούται το κριτήριο β' (δυνατότητα άμεσης ή έμμεσης πρόσβασης στον υπό κατασκευή δρόμο), τα εναπομείναντα τμήματα των ….
ακινήτων τους δεν υφίστανται καμία μείωση, διότι δεν πληρούται κάποιο κριτήριο, ενώ του ... υφίσταται μείωση σε ποσοστό 10%, διότι πληρούται το κριτήριο α' (δυσχέρεια στη δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης λόγω μείωσης του εμβαδού και του σχήματος που προέκυψε από την απαλλοτρίωση), το εναπομείναν του ...
υφίσταται μείωση σε ποσοστό 20%, διότι πληρούται το κριτήριο α' (δυσχέρεια σε μεγάλο ποσοστό στη δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης λόγω μείωσης του εμβαδού και του σχήματος που προέκυψε από την απαλλοτρίωση), τα εναπομείναντα των …..υφίστανται μείωση σε ποσοστό 20%, διότι πληρούται το κριτήριο α (δυσχέρεια σε μεγάλο ποσοστό στη δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης λόγω μείωσης του εμβαδού και του σχήματος που προέκυψε από την απαλλοτρίωση), αλλά και δ (το μέγεθος του εναπομείναντος, το σχήμα και τη δυνατότητα εκποίησης) και το εναπομείναν του …… ακινήτου υφισταται μείωση σε ποσοστό 40%, διότι πληρούται το κριτήριο γ (μείωση της οικοδομικής εκμεταλλεύσεως), το εναπομείναν του…..
υφίσταται σε ποσοστό 20%, διότι πληρούνται τα κριτήρια β, δ (β. δυνατότητα άμεσης ή έμμεσης πρόσβασης στον υπό κατασκευή δρόμο, δ. το μέγεθος του εναπομείναντος, το σχήμα και τη δυνατότητα εκποίησης - βλ. και από 6-12-2013 τεχνική έκθεση μηχανικού Β. Ι.), του ... σε ποσοστό 10%, διότι πληρούται το κριτήριο δ (το μέγεθος του εναπομείναντος, το σχήμα και τη δυνατότητα εκποίησης), του ..., δεν υφίσταται καμία μείωση, διότι δεν πληρούται κανένα κριτήριο, του ….σε ποσοστό 50%, διότι πληρούται το κριτήριο γ (μείωση της οικοδομικής εκμεταλλεύσεως) και τέλος το εναπομένον του ...
υφίσταται μείωση σε ποσοστό 40%, διότι πληρούνται τα κριτήρια γ (μείωση της οικοδομικής εκμεταλλεύσεως), και δ (το μέγεθος του εναπομείναντος, το σχήμα και τη δυνατότητα εκποίησης). Επομένως το δικαστήριο έκρινε ότι μειώθηκε η αξία των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ιδιοκτησιών με…. και όχι και των ιδιοκτησιών με…..
που αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης και συνεπώς ως προς αυτές ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω το δικαστήριο έκρινε, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι η περιοχή όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, είναι εκτός πολεοδομικού σχεδίου και έχει αποκλειστικά αγροτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση οριοθετημένη βιομηχανική ή βιοτεχνική περιοχή.
Ως εκ τούτου, προς το παρόν, η κύρια κατά προορισμό χρήση τους είναι εκείνη των αγροτεμαχίων, ενώ η αρτιότητά τους, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις είναι εκείνη, που ισχύει για τα εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης οικισμού ακίνητα. Επομένως, δεν δύνανται να χαρακτηριστούν πρωτευόντως ως οικόπεδα, αποβάλλοντας τον χαρακτήρα τους ως αγροτεμαχίων, αφού σε κάθε περίπτωση η κύρια κατά προορισμό χρήση τους εξακολουθεί να είναι εκείνη της εκμετάλλευσής τους ως αγροτεμαχίων και η αρτιότητά τους να είναι εκείνη που ισχύει για όλα τα εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης οικισμού ακίνητα.
Όμως, ορισμένα από τα απαλλοτριωθέντα, έστω και αν βρίσκονται εκτός του σχεδίου πόλεως και πολλά σήμερα είναι καλλιεργημένοι αγροί, έχουν εν δυνάμει οικοπεδική προοπτική και αξία και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπισθούν. Επί των απαλλοτριουμένων ακινήτων δεν προέκυψε η ύπαρξη βαρών, καθόσον ο αρμόδιος Υποθηκοφύλακας, όπως αναφέρει στο προαναφερόμενο πιστοποιητικό του, δεν κατέστη δυνατόν να ανεύρει τις οικείες μερίδες.
Από 29-11-1999, στον Ν. Τ., για τον προσδιορισμό της αξίας των αγροτεμαχίων εκτός σχεδίου πόλης ή ορίων οικισμού που δεν έχει ειδικούς όρους δόμησης, εφαρμόζεται το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού και άλλη αξία προσδιορίζεται για αυτά τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο στην εθνική οδό, άλλη αξία για τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο σε δημοτικό δρόμο και άλλη για αυτά που έχουν πρόσωπο σε αγροτικό δρόμο.
Επί πλέον η αξία τους εξαρτάται και από την Κτηματική Περιφέρεια στην οποία ανήκουν. Με το ίδιο αντικειμενικό σύστημα προσδιορίζεται από 4-1-1999 και η αξία των κτισμάτων ειδικών κτιρίων που υπάρχουν στα απαλλοτριούμενα ακίνητα. Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη για την έκδοσή της το γεγονός ότι η επιτροπή του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2882/2001 με την από 23-5-2013 έκθεσή της προσδιόρισε την αντικειμενική αξία των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων, ενώ με τις από 3-3-2009 και από 4-5-2009 εκθέσεις της γνωμοδότησε με βάση τα ίδια κριτήρια που έλαβε και αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) υπόψη της (α.
δυσχέρεια στη δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης λόγω μείωσης του εμβαδού και του σχήματος που προέκυψε από την απαλλοτρίωση, μέγιστο ποσοστό μείωσης 20%, β. δυνατότητα άμεσης ή έμμεσης πρόσβασης στον υπό κατασκευή δρόμο, μέγιστο ποσοστό μείωσης 20%, γ. μείωση της οικοδομικής εκμεταλλεύσεως, μέγιστο ποσοστό μείωσης 20%, δ.
το μέγεθος του εναπομείναντος, το σχήμα και τη δυνατότητα εκποίησης, μέγιστο ποσοστό μείωσης 20%), για το ποσοστό κατά το οποίο μειώνεται η αξία των εναπομεινάντων, μετά την απαλλοτρίωση, τμημάτων των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών, αποτελούν αγροτεμάχια με αμιγώς γεωργική χρήση, το ίδιο δε αποτελούν και όλα τα επίδικα εδαφικά τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, για τα οποία και καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση, εξαιτίας της μείωσης της αξίας τους που απαιτείται, όπως έχει προεκτεθεί, να είναι σημαντική και ενώ δεν ήταν αναγκαίο πλέον να ερευνηθεί αν τα απαλλοτριωμένα ακίνητα πληρούσαν, πριν από την απαλλοτρίωση, τους όρους δόμησης κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και αν τα εδαφικά τμήματά τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι στο εξής άρτια, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτια αλλά όχι οικοδομήσιμα, αφού αυτά, κατά τις σχετικές παραδοχές, δεν είχαν, αποδεδειγμένως, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση και, συνεπώς, δεν είχαν οικοπεδική αξία, ακόμη δε το δικαστήριο κρίνοντας ότι ορισμένα από αυτά έχουν εν δυνάμει οικοπεδική προοπτική και αξία και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπισθούν, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η αρτιότητά τους, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, είναι εκείνη η οποία ισχύει για τα εκτός σχεδίου και εκτός οικισμού ακίνητα εφάρμοσε το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού και καθόρισε άλλη αξία γι' αυτά τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο στην Εθνική οδό, άλλη αξία γι' αυτά που έχουν πρόσωπο σε δημοτικό δρόμο και άλλη αξία γι' αυτά που έχουν πρόσωπο σε αγροτικό δρόμο και με βάση την εν λόγω αντικειμενική αξία των ακινήτων και σύμφωνα και με τα κριτήρια που αναφέρθηκαν παραπάνω, προσδιόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα των ιδιοκτησιών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ την αιτίαση ότι γο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη, αφενός παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 2882/2001 σύμφωνα με την οποία "1.
Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 (ΦΕΚ 214 Α') είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου", καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθόσον δεν διέλαβε καθόλου, ή διέλαβε ανεπαρκείς, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα, ως προς το εάν με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε (το Εφετείο) δικαιολογείται η ανυπαρξία οφέλους για τα ένδικα ακίνητα, με φερόμενους ιδιοκτήτες τους αναιρεσίβλητους, από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από το έργο βλάπτονται πολλαπλώς.
Σύμφωνα δε με τους ίδιους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης με την οποία κρίνεται ότι δεν υπήρξε ωφέλεια στις ένδικες ιδιοκτησίες θεωρείται ανεπαρκής, όταν συνδυάζεται με την προσβασιμότητα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων αν: α. δεν διευκρινίζεται μ' αυτή ποιά είναι τα ακίνητα που δεν έχουν πρόσωπο και πρόσβαση στην υπό κατασκευή Εθνική Οδό, και β.
δεν αναφέρει ποια απόσταση είχαν πριν από την απαλλοτρίωση τα ένδικα ακίνητα από την Εθνική Οδό και ποια απόσταση τελικά έχουν μετά την απαλλοτρίωση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, αιτιολογεί γιατί τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών και οι ιδιοκτήτες τους δεν ωφελήθηκαν από τη διάνοιξη της οδού και συγκεκριμένα δέχεται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των ...
από την απαλλοτρίωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τον οικείο κτηματολογικό πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, οι κύριοι των ανωτέρω ακινήτων που απαλλοτριώνονται πρέπει κατά ένα μέρος, όπως η αντίστοιχη έκταση για τον καθένα προσδιορίζεται στον πίνακα αυτό, να αυτοαποζημιωθούν, διότι εξαιτίας του κατασκευαζόμενου έργου απέκτησαν πρόσωπο στην νεοανοιγείσα εθνική οδό και συνεπώς ωφελήθηκαν (άρθρο 1 του ν. 653/1977).
Ωστόσο το τεκμήριο αυτό, που είναι μαχητό (άρθρο 33 παρ. 1 ν. 2971/2001 - Ολ.ΑΠ 7/2013), δεν είναι βάσιμο, διότι καμία ωφέλεια δεν προέκυψε τελικά σ' αυτούς από το γεγονός ότι εξ αιτίας της απαλλοτριώσεως το υπόλοιπο ακίνητό τους απέκτησε πρόσωπο στη νέα οδό. Συγκεκριμένα, καμία ωφέλεια δεν προέκυψε σ' αυτούς, εξ αιτίας του έργου που συντελέστηκε με την απαλλοτρίωση, ενόψει του ότι και προηγουμένως όλα τα ανωτέρω ακίνητα είχαν πρόσοψη σε επαρχιακούς, δημοτικούς ή αγροτικούς ασφαλτοστρωμένους δρόμους, ενώ η χάραξη της νέας οδού, που φέρει το χαρακτήρα αυτοκινητοδρόμου, προβλέπεται ότι θα είναι περίκλειστη και από τις δυο πλευρές της με απαγορευτικά κιγκλιδώματα και κανένα ακίνητο δεν θα έχει άμεση πρόσβαση σ' αυτή.
Επιπλέον δε, δημιουργείται υψομετρική διαφορά, καθώς το οδόστρωμα ανυψώνεται σε σχέση με τα ακίνητα αυτά κατά ένα τουλάχιστον μέτρο. Κατασκευή παράπλευρου δικτύου, από το οποίο θα μπορούσαν τα ως άνω ακίνητα να έχουν έμμεση πρόσβαση στη νέα οδό, σε μικρό μόνο τμήμα της οδού προβλέπεται. Όμως, το στοιχείο αυτό και μόνο, δηλαδή της, κατά τον ανωτέρω τρόπο, έμμεσης δυνατότητας πρόσβασης στη διανοιγείσα οδό, δεν είναι ικανό να προσδώσει ωφέλεια στις παρόδιες αυτές ιδιοκτησίες από τη διάνοιξη της οδού, διότι, πέραν του ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο πρόσβαση είναι έμμεση, η χρησιμοποίηση του παράπλευρου δικτύου και των στοιχειωδών προσβάσεων αντιστοίχως, για την πρόσβαση από τα ανωτέρω ακίνητα στη νέα οδό απαιτεί τη διάνυση επιπλέον αποστάσεως αναλόγως της θέσεως εκάστου ακινήτου.
Επιπροσθέτως δε, οι ιδιοκτησίες που αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω, στο κεφάλαιο της απόφασης, όχι μόνον δεν έχουν καμία ωφέλεια από τη διάνοιξη της προαναφερόμενης οδού, αλλά αντιθέτως αυτές υφίστανται μείωση της αξίας τους και επομένως, για τις ιδιοκτησίες αυτές δεν μπορεί να γίνει λόγος για αυτοαποζημίωση λόγω υπάρχουσας ωφέλειας αυτών από τη διάνοιξη της παραπάνω οδού.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο το σχετικό αίτημα των φερόμενων ιδιοκτητών των παραπάνω ιδιοκτησιών και να κριθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 ν. 653/1977 ως προς τα ανωτέρω ακίνητα, να διορθωθεί ο οικείος κτηματολογικός πίνακας κήρυξης της απαλλοτρίωσης και να ορισθεί ότι οι ανωτέρω αιτούντες δικαιούνται αποζημίωση για όλη την έκταση που απαλλοτριώνεται με βάση τον οικείο κτηματολογικό πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, όπως ορίζεται στο διατακτικό, και να απορριφθεί το αντίθετο αίτημα του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, όπως ισχύουν μετά το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, 33 παρ. 1 έως 7 και 37 περ. α' του Ν. 2971/2001, 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
που εφαρμόσθηκαν, αφού με κριτήρια που αφορούν την δυνατότητα πρόσβασης των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών στην διανοιγόμενη Εθνική Οδό και τις γενικότερες επιπτώσεις του έργου της απαλλοτριώσεως στην αγοραία αξία των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριούμενες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της Εθνικής Οδού και ότι δεν υφίσταται γι' αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της Εθνικής Οδού.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το Εφετείο δεν έκρινε τις επιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και της διανοιγόμενης με αυτή Εθνικής Οδού στην αρτιότητα και στην οικοδομησιμότητα των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών και τούτο γιατί, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών, αποτελούν αγροτεμάχια με αμιγώς γεωργική χρήση, το ίδιο δε αποτελούν και όλα τα επίδικα εδαφικά τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, για τα οποία και καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση, και ενώ δεν ήταν αναγκαίο πλέον να ερευνηθεί αν τα απαλλοτριωμένα ακίνητα πληρούσαν, πριν από την απαλλοτρίωση, τους όρους δόμησης κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και αν τα εδαφικά τμήματά τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι στο εξής άρτια, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτια αλλά όχι οικοδομήσιμα, αφού αυτά, κατά τις σχετικές παραδοχές, δεν είχαν, αποδεδειγμένως, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση και, συνεπώς, δεν είχαν οικοπεδική αξία, ακόμη δε το δικαστήριο κρίνοντας ότι ορισμένα από αυτά έχουν εν δυνάμει οικοπεδική προοπτική και αξία και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπισθούν, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η αρτιότητά τους, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, είναι εκείνη η οποία ισχύει για τα εκτός σχεδίου και εκτός οικισμού ακίνητα εφάρμοσε το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού και καθόρισε άλλη αξία γι' αυτά τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο στην Εθνική οδό, άλλη αξία γι' αυτά που έχουν πρόσωπο σε δημοτικό δρόμο και άλλη αξία γι' αυτά που έχουν πρόσωπο σε αγροτικό δρόμο.
Με αυτές τις σκέψεις του το Εφετείο κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριούμενες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της Εθνικής Οδού και ότι δεν υφίσταται γι' αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της Εθνικής Οδού, ώστε η μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση όσων εκθέτει το αναιρεσείον στον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να μην στερεί την τελευταία νομίμου βάσεως και ούτε αυτή να έχει ελλειπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, όπως απαράδεκτα ισχυρίζεται το αναιρεσείον.
Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος αναφέρεται σε ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και σε εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.? Σύμφωνα με το εδάφιο γ' του αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται και στη δίκη προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 19 παρ. 9 και 10, 20 παρ. 6 και 8 ν. 2882/2001 (ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 124/2009), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 292/2011).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 226/2014).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ως προς το αιτιολογικό για την ανυπαρξία οφέλους για τα ένδικα ακίνητα με φερόμενους ιδιοκτήτες τους αναιρεσίβλητους από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι βλάπτονται πολλαπλώς, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νομίμως και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός κρίνεται αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται παραπάνω και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του Δημοσίου που χάνει τη δίκη, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. ν. 3693/1957 (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή της διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2182/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Kώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001 - ΑΠ 148/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναστέλλει τη δίκη επί της από 2-6-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της 286/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, όσον αφορά τον Κ. Τ. του Α.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης, όσον αφορά την Μ. Α. το γένος Ζ.Σ.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αμέσως παραπάνω διαδίκους.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ