Supreme Court allows appeal against custody order due to insufficient reasoning regarding children's best interests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance custody order, remanding the case for retrial. The lower court had awarded custody to the father without adequately addressing the mother's arguments regarding her children's best interests. The Court found the appellate court's reasoning insufficient and failed to consider relevant facts about the mother's living situation and the children's needs.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(11) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must provide clear and sufficient reasoning regarding the children's best interests when deciding custody, and failure to do so renders the decision subject to cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 882 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 882/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως ασκούσης την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων Μ. - Σ. και Χ.-Π., κατοίκων ομοίως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Στυλιανού Δερμιτζάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 16/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2014 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/4/2014 αίτησή της και τον από 24/10/2014 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 20/11/2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 24-10-2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 9/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε επί της από 30-11-2012 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 78/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές η από 27-2-2011 αγωγή περί διατροφής και ανάθεσης επιμέλειας τέκνων της αναιρεσείουσας και η από 16-6-2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί ανάθεσης επιμέλειας τέκνων άλλως περί ρύθμισης του τρόπου επικοινωνίας με τα τέκνα του.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων.
Ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Ειδικότερα, προκειμένου για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 270 § 2 εδ.
γ' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν.2915/2001, αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και λαμβάνονται υπόψη αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, είναι σαφής και ορισμένη η επίκλησή τους, όταν στις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκομίζει γίνεται για καθεμιά σαφής προσδιορισμός των στοιχείων της, ήτοι του αριθμού αυτής, του οργάνου ενώπιον του οποίου έγινε και της κλητεύσεως του αντιδίκου., ενώ δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς της η αναφορά και του αριθμού εκθέσεως επιδόσεως, από την οποία προκύπτει η κλήτευση του αντιδίκου (ΑΠ 1731/2010).
Εξάλλου, το αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 270 § 2, 671 § 1 και 681 Β' ΚΠολΔ είναι ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, που διακρίνεται από τα έγγραφα και τους μάρτυρες, και για το λόγο αυτό πρέπει στην απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου να μνημονεύονται ειδικά οι ένορκες βεβαιώσεις που είχαν νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει οι διάδικοι, η δε παράβαση της υποχρεώσεως του αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.
γ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 671 § 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, σε συνδυασμό με το άρθρο 270 παρ. 2 γ’ ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνοντας υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και από τη διάταξη του άρθρου 591 § 1 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών, προκύπτει ότι στις εν λόγω διαδικασίες, στις οποίες εμπίπτει και εκείνη των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη ένορκες βεβαιώσεις των οποίων γίνεται επίκληση και για τη σύνταξη τους έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις, έστω και αν αυτές υπερβαίνουν αριθμητικά τις τρεις.
Η γενική διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολΔ δεν μπορεί να εφαρμοστεί, διότι στην πιο πάνω ειδική διάταξη του αρθρ. 671 παρ. 1 εδ. δ ορίζεται, για το επίμαχο θέμα, άλλως, με το να μη τίθεται δηλαδή ο κατά τα ανωτέρω αριθμητικός περιορισμός και να μη αποκλείονται, εντεύθεν, οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 188/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 561 § 2), ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η τελευταία, προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής της, αλλά και προς αντίκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, επικαλέστηκε και προσεκόμισε τις υπ' αριθμ. 4198/27-12-2011, 4199/27-12-2011 και 4858/20-10-2011 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, τις οποίες όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με το σκεπτικό ότι υπερβαίνουν τον απαιτούμενο αριθμό των τριών.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 1511 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1512-1514 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας ανηλίκου τέκνου σε έναν από τους εν διαστάσει ευρισκομένους γονείς του, πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσης το γενικό συμφέρον και μόνον του ανηλίκου τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό και ηθικό, χωρίς να επιδρά αυτοτελώς στη λήψη της απόφασής του κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, όπως είναι το φύλο, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, η κοινωνική προέλευση, η περιουσιακή κατάσταση κλπ.
Για τη λήψη της απόφασης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τους με ανεπηρέαστη επιλογή αναπτυχθέντες μέχρι τότε δεσμούς του διαθέτοντος ικανότητα διακρίσεως τέκνου με τους γονείς του (και τους τυχόν αδελφούς του), τις τυχόν συμφωνίες των γονέων σχετικά με την επιμέλεια και την περιουσία του, καθώς και τη γνώμη του, εφόσον αυτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, εν όψει της ηλικίας του και της πνευματικής του ανάπτυξης, είναι ικανό να αντιληφθεί το πραγματικό του συμφέρον.
Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.
Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαιτίου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας-επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς.
Η μικρή ηλικία του τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου προς ανάθεση της γονικής μεριμνάς του σε έναν από τους γονείς του μετά τη νηπιακή ηλικία του, οπότε παύει η σαφής βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας από άποψη καταλληλότητας για τη γονική μέριμνα του τέκνου.
Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και προς διαπίστωσή του λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς η εκφρασθείσα γνώμη του τέκνου να αποτελεί, χωρίς άλλο, αποφασιστικό παράγοντα με ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι πολλές φορές η θέληση του ανηλίκου είναι αποτέλεσμα επηρεασμού και πρόσκαιρη και δεν σημαίνει ότι εξυπηρετεί πράγματι το συμφέρον του.
Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας. Για την εξειδίκευση της έννοιας αυτής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώνται από το δικαστήριο τα περιστατικό που αποδείχθηκαν, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της ψυχολογίας, πρέπει δε να αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένως.
Στη δικαστική ως άνω κρίση, σχετικά με το συμφέρον του παιδιού, καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ των άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με του γονείς και αδελφούς του.
Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (Α.Π. 174/2015). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 253/2013). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο ...
γάμο ..., από τον οποίο απέκτησαν δυο τέκνα τη Μ.-Σ., που γεννήθηκε στις 13-4-2005 και τη Χ. - Π. που γεννήθηκε στις 10-12-2007. Μετά το γάμο το ζεύγος εγκαταστάθηκε στη … και έκτοτε η έγγαμη συμβίωση εξελίχθηκε ομαλά ως τις αρχές του 2011, οπότε η ενάγουσα άσκησε κατά του εναγομένου ... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, με την οποία ζήτησε την μετοίκησή του από τη συζυγική οικία και την προσωρινή ανάθεση σε αυτήν της επιμέλειας των ως άνω τέκνων τους.
Εν συνεχεία υπεγράφη προς ειρηνική διευθέτηση το με αριθμ. 50/2011 πρακτικό συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, με το οποίο συμφωνήθηκε η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων να ανατεθεί στην ενάγουσα και ότι ο εναγόμενος θα δικαιούται να επικοινωνεί με τα ανήλικα τέκνα του, κατόπιν συνεννοήσεως. Ταυτόχρονα, με το ίδιο πρακτικό ρυθμίσθηκε και το ζήτημα της διατροφής, το οποίο όφειλε να καταβάλλει μηνιαίως ο εναγόμενος στα ανήλικα τέκνα του.
Πλην όμως οι σχέσεις του εν διαστάσει ζεύγους παρουσίαζε σταδιακή επιδείνωση ολοένα και περισσότερο, με αποτέλεσμα να μην τηρήσουν τα όσα συμφωνήθηκαν με το ανωτέρω πρακτικό συμβιβασμού. Η εκκαλουμένη απόφαση εκθέτει ότι είναι άσχετος ο λόγος για τον οποίο κλονίστηκε η έγγαμη σχέση των διαδίκων και ότι η ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων στον πατέρα ή στη μητέρα θα εξεταστεί χωρίς να εξεταστεί ο λόγος για τον οποίο διασπάστηκε η συμβίωση αυτή των διαδίκων.
Όμως από την υπ' αριθμ. 2/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας προκύπτει ότι και οι δυο διάδικοι-σύζυγοι, κατά την διάρκεια της έγγαμης ζωής τους υπέπεσαν σε παραπτώματα, δηλαδή επέδειξαν αμοιβαία συμπεριφορά ανάρμοστη, σε συζύγους, η οποία απάδει προς την ηθική σχέση του γάμου. Ειδικότερα η μεν εναγομένη της 2ης αγωγής συνήψε ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2009 εξωσυζυγικό δεσμό με τον Α.
Μ., με τον οποίο και ήδη συζεί από την άνοιξη του 2011, αφότου επέστρεψαν από ολιγοήμερες πασχαλινές διακοπές με τον άνω σύντροφο και τα παιδιά τους (των διαδίκων και του Μ.). Στη συνέχεια η άνω απόφαση αναφέρει ότι η εναγομένη της 2ης αγωγής και ήδη ενάγουσα δεν κατέβαλε ειλικρινή προσπάθεια να αντιμετωπίσει ό,τι θεωρούσε προβληματικό στον γάμο της και από την αρχή της εξωσυζυγικής σχέσης απέρριψε τον σύζυγο της.
Αλλά και η συμπεριφορά του εναγομένου της 1ης αγωγής δεν ήταν υποδειγματική. Δεν επέδειξε δηλαδή την δέουσα προσοχή στην ανάγκη αυξημένου ενδιαφέροντος που έχρηζε η νεαρή σύζυγος μετά την μετοίκησή της από το Σαν Πάολο. Στο τέλος η απόφαση αυτή δέχθηκε τις δύο αγωγές και κήρυξε τη λύση του γάμου από λόγους που αφορούν το πρόσωπο και των δυο διαδίκων (αν και πολύ περισσότερο της 1ης ενάγουσας).
Όμως η αιτία του κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων δεν είναι άσχετη με την επιμέλεια των παιδιών, την ανάθεση της οποίας ζητεί η ενάγουσα, για το λόγο ότι η ενάγουσα αυτή τη στιγμή συζεί με τον Α. Μ. και το δικό του εξώγαμο παιδί, πράγμα το οποίο έχει αποσιωπήσει παντελώς στην αγωγή της, με αποτέλεσμα να αγνοεί το δικαστήριο βασικά στοιχεία της ζωής της ενάγουσας με τα παιδιά της και να μην μπορεί να αξιολογήσει ορθά τα περιστατικά που συγκροτούν το συμφέρον τους.
Εντωμεταξύ στην με αριθμ. 4180 ένορκη βεβαίωση την οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι η ενάγουσα ανέφερε πως γνώρισε τον παρόντα σύντροφο της, Α. Μ.. Ειδικότερα δε κατέθεσε ότι τον γνώρισε το έτος 2009, όταν απευθύνθηκε σε μεσιτικό γραφείο για την αγορά κάποιων ακινήτων και ότι μετά την γνωριμία τους είχαν ξεκινήσει και μία ακόμη επαγγελματική συνεργασία για εξαγωγή ελαιολάδου στη Γερμανία και στη Βραζιλία και ότι έκτοτε έκαναν οικογενειακή παρέα.
Η ενάγουσα έδωσε την κατάθεση αυτή, επειδή τον είχε κατηγορήσει η σύντροφος του για απαγωγή της ανήλικης κόρης τους, Σ.. Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι η ενάγουσα επιχείρησε να παραπλανήσει το δικαστήριο, δημιουργώντας ψεύτικη εικόνα για τον εναγόμενο, προκειμένου να συγκαλύψει τη σχέση της με τον Μ..
Ειδικότερα στην από 11-5-2011 βεβαίωση της κλινικής ψυχολόγου Κορίνθου Α. Κ. αναφέρεται ότι από το Φεβρουάριο του 2011, η πρώτη θυγατέρα των διαδίκων Μ.- Σ. έχει εκτεθεί σε σεξουαλική παρενόχληση και δυσβάστακτη συναισθηματική φόρτιση και μάλιστα αναφέρονται χωρίς χρονικούς προσδιορισμούς - περιστατικά σωματικής κακοποίησης της ανήλικης, όπως π.χ.
ότι ο πατέρας της γινόταν επιθετικός, φώναζε πολύ και τη χτυπούσε, δάγκωνε το παιδί μέχρι να το ματώσει, προτείνοντας την απαγόρευση της επικοινωνίας με τον ενάγοντα, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Όμως η ως άνω βεβαίωση δεν συνοδεύτηκε από κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό, ούτε επακολούθησε μήνυση στον εισαγγελέα, διότι ένα τέτοιο περιστατικό δεν θα έπρεπε να μείνει χωρίς δικαστική διερεύνηση.
Στη συνέχεια όμως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 126/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, η οποία όρισε τον αυτεπάγγελτο έλεγχο από την Εισαγγελέα Κυπαρισσίας, αναφορικά με τις αποδιδόμενες στον εναγόμενο κατηγορίες της σεξουαλικής παρενόχλησης της μεγάλης του κόρης. Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος είχε επιτύχει την έκδοση προσωρινής διαταγής, με την οποία είχε ρυθμιστεί προσωρινά το ζήτημα της επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα τους.
Η δε ενάγουσα στη συνέχεια κατέθεσε σημείωμα προκειμένου να επιτύχει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής, με την οποία είχε ρυθμιστεί προσωρινά η επικοινωνία, στο οποίο προσκόμισε και την γνωμάτευση της άνω παιδοψυχολόγου. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι όλα τα δικαστήρια που ασχολήθηκαν με την υπόθεση (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και εκκαλουμένη απόφαση) θεώρησαν την άνω γνωμάτευση ως αναξιόπιστη, διότι η ίδια παιδοψυχολόγος είχε δώσει άλλη γνωμάτευση τον μήνα Απρίλιο του 2011 στο οποίο δεν ανέφερε τίποτε για το μείζον αυτό περιστατικό της σεξουαλικής παρενόχλησης, ενώ όφειλε να το αναφέρει και να κινηθεί μαζί με τη μητέρα του παιδιού για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Ο δε εναγόμενος κατέθεσε την από 31-5-2011 έγκλησή του κατά της ενάγουσας και της παιδοψυχολόγου Α. Κ., εκ της οποίας έχει σχηματιστεί δικογραφία σε βάρος τους .... Από όλα τα ανωτέρω καθίσταται εμφανής η προσπάθεια της ενάγουσας να αποπροσανατολίσει το δικαστήριο, για να μην διερευνήσει το περιβάλλον στο οποίο πρόκειται να διαμείνουν τα ανήλικα και στο οποίο συγκατοικεί με τον Μ., όπως ήδη προαναφέρθηκε.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να αναγκάσει τους συζύγους να συμβιώσουν, εάν αυτοί δεν το θέλουν πραγματικά. Όμως στις υποθέσεις αυτές, το βασικό κριτήριο είναι το συμφέρον των παιδιών, την ομαλή εξέλιξη των οποίων δεν εγγυάται η παρουσία στο σπίτι του Μ., χωρίς το δικαστήριο να γνωρίζει την εξέλιξη και τη διάρκεια της σχέσης αυτής, ώστε να κρίνει, εάν πράγματι υφίσταται το σταθερό και υγιές περιβάλλον για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ομαλή πορεία των παιδιών στο οποίο τόσο πολύ έχει επιμείνει η ενάγουσα, στην αγωγή της.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων στην εκκαλουμένη ότι ένας κακός σύζυγος δεν είναι και κακός γονιός. Όμως στην προκειμένη περίπτωση και με δεδομένη την αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση των ατόμων της συγκεκριμένης οικογένειας, λόγω της μικρής ηλικίας των παιδιών η συμπεριφορά του γονιού που φιλοδοξεί να αναλάβει την επιμέλεια των παιδιών του δεν είναι εντελώς ιδιωτική του υπόθεση.
Ενόψει των προαναφερομένων το δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον των παιδιών επιβάλλει να μείνουν με τον πατέρα, ως το πλέον κατάλληλο πρόσωπο να αναλάβει την επιμέλειά τους, ο οποίος έχει νοικιάσει σπίτι, έχει σταθερή εργασία και θα βοηθηθεί από τους γονείς του για το σκοπό αυτό και το πιο βασικό δεν υπάρχει κάτι στη προσωπική του ζωή, το οποίο μάλιστα να θέλει να αποκρύψει συστηματικά από το δικαστήριο, αφού δεν συμφωνούν οι διάδικοι να ασκήσουν την επιμέλεια από κοινού ...".
Ακολούθως και με βάσης τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας και κατά παραδοχή της αντίθετης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ανέθεσε σ' αυτόν την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων. Έτσι όμως το Εφετείο, με την άνω κρίση του, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση αυτή, στηριζόμενο κατά κύριο λόγο στο ότι η αναιρεσείουσα μητέρα τους συμβιούσε με τον Α. Μ. και την ανήλικη θυγατέρα του και στο ότι απέκρυψε το γεγονός αυτό, χωρίς καμία απολύτως αναφορά στους δεσμούς και τη σχέση των διαδίκων με τα ανήλικα τέκνα τους, στην καταλληλότητά τους για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησής τους, στις τυχόν επαγγελματικές τους δραστηριότητες και στον εξαιτίας αυτών διαθέσιμο χρόνο τους για την επιμέλειά τους.
Πέραν τούτων στην πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρονται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η ενδεχόμενη συγκατοίκηση της αναιρεσείουσας και των τέκνων της με τον Α. Μ. και την ανήλικη θυγατέρα του θα καθιστούσε προβληματική τη διαβίωση των τέκνων των διαδίκων και θα επηρέαζε αρνητικά την ψυχοσωματική τους ανάπτυξη.
Με τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της προσβαλλόμενης απόφασης για κρίσιμο ζήτημα του συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, είναι ανεπαρκή, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ένδικης περίπτωσης στο πραγματικό των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, οι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, μόνο 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, συνδυαστικά λαμβανομένων υπόψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ