Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification, upholding municipal liability for employee benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the City of Ilion's appeal against the Second Instance Court's decision regarding labor contracts. The lower court ruled that the municipality must pay specific benefits to the plaintiffs based on their employment relationship, rejecting the municipality's claim that the contracts were for fixed-term work. The court held that the statutory benefits in question are due regardless of whether the employment contract is classified as fixed-term or indefinite.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 653 of the Civil Code; Article 20 of Law 2639/1998; Article 11 of Presidential Decree 164/2004: The court established that specific employment benefits are owed to employees irrespective of the formal classification of their contract as fixed-term or indefinite.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 882 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 882/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΙΛΙΟΥ" που εδρεύει στο Ίλιον Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μιχάλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Δ. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Π. του Θ., 3) Μ. Σ. του Χ., 4) Α. Σ. του Α., 5) Ν. Π. του Ν., 6) Δ. Π. του Α., 7) Α. Μ. του Σ., 8) Β. Β. του Θ., 9) Α. Ν. του Μ., 10) Π. Κ. του Α., 11) Χ. Δ. του Γ., 12) Α. Χ. του Σ., 13) Ε. Π. του Β., 14) Κ. Κ. του Η., 15) Μ. Π. του Μ., 16) Κ. Μ. του Ι., 17) Α. Β. του Γ., 18) Ε. Κ. του Χ., 19) Α. Χ. του Α., 20) Ι. Γ. του Γ., 21) Α. Α. του Δ., 22) Μ. Δ. του Π., 23) Α. Π. του Μ., 24) Ε. Κ. του Γ., 25) Δ. Ρ. του Θ., 26) Θ. Β. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1993/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 5/6/2012 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1138/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 21/10/2013 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 4/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 1 παρ.2 εδ. θ' του Ν.1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.
οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει ιδιωτικών συμφωνητικών, που είχαν συνάψει το έτος 2004 αφενός με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." και αφετέρου με τον τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Ιλίου Αττικής, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων της Επιτροπής Παρακολούθησης του "Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων", η οποία συγκροτήθηκε βάσει των από 9-12-1999 και 5-1-2000 Προγραμματικών Συμβάσεων μεταξύ των Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, Κεντρικής 'Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας και Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης, ανατέθηκε σε καθέναν από αυτούς η άσκηση καθηκόντων σχολικού φύλακα σε σχολικές μονάδες εντός των τοπικών ορίων του Δήμου Ιλίου Αττικής, και ότι οι άνω συμβάσεις τους, οι οποίες ανανεώνονταν διαδοχικά μέχρι και το έτος 2006, προσχηματικά επιγράφηκαν ως "Συμφωνητικά Συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας" ορισμένου χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθ όλη τη διάρκεια της εργασίας τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ως άνω εναγομένου Δήμου και από τη φύση των συμβάσεών τους δεν εδικαιολογείτο η ορισμένη διάρκεια αυτών.
Ότι στα πλαίσια ρύθμισης του άρθρου 11 του Π. Δ/τος 164/2004, που εκδόθηκε σε εναρμόνιση της εσωτερικής έννομης τάξης με την οδηγία 99/1970 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις για μετατροπή των συμβάσεών τους σε τέτοιες εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι μετά την έκδοση των σχετικών αποφάσεων από τα αρμόδια υπηρεσιακά συμβούλια, στην αρχή, και του Α.Σ.Ε.Π.
στη συνέχεια, εντάχθηκαν από 13-9-2006 στο τακτικό προσωπικό του Δήμου Ιλίου Αττικής. Ότι παρά ταύτα και ενώ καθ' όλη τη διάρκεια των ετών 2004 έως και 2006 εργάζονταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ο εναγόμενος Δήμος, ο οποίος τυγχάνει ο πραγματικός αποκλειστικός εργοδότης τους, δεν τους κατέβαλε και τους οφείλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, επιδόματα αδείας, επιδόματα (δώρα) εορτών, προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας, εργασίας Κυριακών και αργιών και μισθολογικές διαφορές, μεταξύ των νομίμων οφειλομένων και των καταβληθεισών, οι οποίες υπολείπονταν των ελαχίστων κατωτάτων ορίων, που προβλέπονταν από τις οικείες διατάξεις του Ενιαίου Μισθολογίου (Ν.3205/2003), κατά την επίδικη χρονική περίοδο, που καθόριζαν τους όρους αμοιβής και εργασίας του επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένου προσωπικού του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με βάση κυρίως τις ως άνω εργασιακές τους συμβάσεις, είτε ως αορίστου είτε ως ορισμένου χρόνου λογιζόμενες, και, επικουρικά, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να τους καταβάλει για τις προεκτεθείσες αιτίες, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά στον καθένα.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή εισάγει προς εκδίκαση ιδιωτική διαφορά, αφού εκτίθεται ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνέδεε τους διαδίκους σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, αφού οι ενάγοντες ζητούν τις ως άνω αποδοχές, χωρίς να υφίσταται σχέση δημόσιου δικαίου, δεν δημιουργείται διοικητική διαφορά ουσίας αλλά διαφορά από σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την οποία αποκλειστικά αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια.
Με αυτά τα δεδομένα, το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμ. 1 του ίδιου άρθρου.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, κατά τον οποίο με την άσκηση της αγωγής αυτής με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα παρακάμπτεται η προβλεπομένη από το άρθ. 11 ΠΔ 164/2004 διαδικασία (για την διαπίστωση της συνδρομής, διά των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων κλπ. και του ΑΣΕΠ, των εκεί προβλεπομένων προϋποθέσεων προς μετατροπή των συναφθεισών πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω ΠΔ, και ενεργών κατ' αυτήν, διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου) και η μόνη δικαστική προστασία που προβλέπεται είναι αυτή της προσβολής της τυχόν μη ευνοϊκής απόφασης του ΑΣΕΠ ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, αληθώς από τον αριθμό 4 του ως άνω άρθρου, για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας (και όχι από τον αριθμό 1, όπως φέρεται) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και ό του Ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ.38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της παραπάνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005).
Εργοδότης, εξάλλου, είναι εκείνος που συνάπτει τη σύμβαση εργασίας με το μισθωτό, δέχεται την εργασία του, ασκώντας επ' αυτού το διευθυντικό δικαίωμα και καταβάλλει την αμοιβή του. Ο εργοδότης δεν είναι αναγκαίο να είναι κύριος της επιχείρησης, στην οποία ο μισθωτός παρέχει την εργασία του (ΑΠ 1083/1998), ενώ δεν παύει να έχει την ιδιότητα αυτή εκείνος, που έχει εξασφαλίσει την αναγκαία χρηματοδότηση, προς καταβολή της αμοιβής του μισθωτού, από τρίτο πρόσωπο, στα πλαίσια ειδικής συμφωνίας του με τον τελευταίο, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που, με βάση μια τέτοια συμφωνία, το μισθό έχει αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει απ' ευθείας στο μισθωτό κάποιος τρίτος.
Τέλος, εάν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της ως άνω ιδιότητας αποφασιστικό κριτήριο αποτελεί το πρόσωπο εκείνου προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία, αυτός δε είναι ο φορέας της επιχειρήσεως (ΑΠ 873/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 34100/1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 2131/8-12-1999), που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. 2701/16-11-1999 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 ιταρ.1 και 15 του Ν.2639/1998, καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών.
Η διάρκεια του προγράμματος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 4 και 10 της ως άνω Υ.Α., ήταν είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης φάσης διάρκειας έντεκα (11) μηνών, από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ., και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών (13) μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α.
Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι Ο.Τ.Α. των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) ότι το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του Ο.Α.Ε.Δ., της Κεντρικής 'Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), οι οποίοι θα συμβληθούν με προγραμματική σύμβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους Ο.Τ.Α., στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων, και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (άρθρο 5), β) ότι το έργο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους 0.Τ.Α.
και επιλογή των 0.Τ.Α. που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των Ο.Τ.Α., που θα ενταχθούν στο Πρόγραμμα (άρθρο 6), γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος, ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης, που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους ως άνω συνεργαζόμενους φορείς για την υλοποίηση του έργου, και ειδικότερα, ως προς τα καθήκοντα της Ε.Ε.Τ.Α.Α., ότι περιλαμβάνονται, εκτός από την οικονομική διαχείριση του προγράμματος, η εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, η δημιουργία και εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και την έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, η παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, η παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, η παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων, ως και η διοργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου (άρθρο 7ζ'), ενώ ως προς τα καθήκοντα των Ο.Τ.Α., ότι, εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, ήτοι παρακολούθησης του έργου και συμμετοχής στην επιτροπή του άρθρου 9 της άνω Υ.Α., περιλαμβάνεται και η υποστήριξη για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε).
Στο πλαίσιο δε της προαναφερόμενης Υ.Α., καταρτίστηκαν η από 9-12-1999 "προγραμματική σύμβαση" και στη συνέχεια η από 5-1-2000 τροποποιητική όμοιά της, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Α.Ε.Δ., της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. και της Ε.Ε.Τ.Α.Α., με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.
Ακολούθως, λόγω της ευρείας αποδοχής που έτυχε το παραπάνω πρόγραμμα, συνήφθη η από 16-7-2003, όμοια με τις ανωτέρω, σύμβαση μεταξύ των προαναφερθέντων φορέων, πλην του Ο.Α.Ε.Δ. Με την τελευταία σύμβαση και λόγω της μη συμμετοχής του Ο.Α.Ε.Δ., τη χρηματοδότηση του προγράμματος ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ενώ η Ε.Ε.Τ.Α.Α.
ανέλαβε την οικονομική διαχείριση αυτού, με τον όρο της προηγούμενης τμηματικής καταβολής σ' αυτήν από το προαναφερθέν Υπουργείο των αντίστοιχων πόρων (άρθρο 3) και με τη ρητή συμφωνία ότι δε θα ευθύνεται για πληρωμές που προκύπτουν από την επίδικη σύμβαση, εφόσον δεν έχουν γίνει εγκαίρως προς αυτήν οι αντίστοιχες εκταμιεύσεις (άρθρο 4).
Παράλληλα η Ε.Ε.Τ.Α.Α. ανέλαβε την Τεχνική και επιστημονική υποστήριξη των συμμετεχόντων, τη διοργάνωση ενημερωτικών συναντήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος, την τακτική ενημέρωση της προαναφερθείσας Επιτροπής Παρακολούθησης και την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προγράμματος. Στη συνέχεια, δυνάμει διαδοχικών εγγράφων του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης η διάρκεια του προγράμματος παρατάθηκε μέχρι την 31-12-2006.
Μεταξύ των κατά την προβλεπόμενη διαδικασία επιλεγέντων δικαιούχων 0.Τ.Α. ήταν και ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) Δήμος Ιλίου Αττικής, ο οποίος συνήψε με τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους) τα από 1-4-2004 συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας έως 30-6-2004, δυνάμει των οποίων οι τελευταίοι αναλάμβαναν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μια επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε τέτοια κτίρια, και δη σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα, σε τρεις βάρδιες συνολικής διάρκειας οκτώ (8) ωρών (07:00 -15:00 η πρώτη, 15:00 -23:00 η δεύτερη και 23:00-07:00 η τρίτη), και για είκοσι δύο (22) ημέρες το μήνα, έναντι ημερήσιας αποζημίωσης ύψους 35,22 ευρώ.
Επιπλέον με τις ίδιες ως άνω συμβάσεις ο Δήμος ανέλαβε, μεταξύ άλλων, και τις εξής υποχρεώσεις; α) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στα οποία θα απασχολούνταν οι παραπάνω φύλακες, στο πλαίσιο εκτέλεσης του εν λόγω προγράμματος και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που έθετε το πρόγραμμα, ενημερώνοντας εγγράφως την Ε.ΕΤ.Α.Α., β) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, γ) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος και δ) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού, που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, και ειδικότερα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, προκειμένου να παρακολουθεί την εφαρμογή του προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει το Δήμο, ενώ το στέλεχος του Δήμου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α., να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α.
αρχικά πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και στη συνέχεια πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθούνται σε κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες, τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συντάσσει καθημερινά τα "ημερήσια δελτία συμβάντων-παρουσιών", που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι, καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα πιστοποιεί την παρουσία τους και θα αποστέλλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α., προκειμένου να καταβληθεί η οφειλόμενη ημερήσια αποζημίωση, καθώς επίσης και να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων κατά την παροχή των υπηρεσιών τους.
Τα παραπάνω συμφωνητικά, μετά τη λήξη τους, παρατάθηκαν διαδοχικά με όμοια, ορισμένης χρονικής διάρκειας έκαστο, και η σχέση των εναγόντων με τον εναγόμενο Δήμο μετατράπηκε σε σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δοθέντος ότι καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας των επίδικων ως άνω συμφωνητικών οι εν λόγω ενάγοντες προσέφεραν στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δήμου, και δη τις υπηρεσίες τους ως φυλάκων καθημερινώς και αδιαλείπτως επί οκτάωρο στα καθορισθέντα από το Δήμο αυτό σχολικά κτίρια της περιφέρειάς του και κατά τις προβλεπόμενες βάρδιες υπό τις εντολές, τις οδηγίες και την επίβλεψη των ορισθέντων οργάνων του, υποχρεούμενοι να αναφέρονται σε αυτά για οποιοδήποτε ζήτημα ανέκυπτε κατά τη διάρκεια της βάρδιας τους ή αφορούσε το επίδικο πρόγραμμα, τελούντες σε άμεση εξάρτηση και υποκείμενοι στην πλήρη εποπτεία τους.
Γι αυτό, στα πλαίσια ρύθμισης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που εκδόθηκε σε εναρμόνιση της εσωτερικής έννομης τάξης με την οδηγία 99/1970 της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις για μετατροπή των συμβάσεών τους σε τέτοιες εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και δικαιώθηκαν, μετά την έκδοση των σχετικών αποφάσεων από τα αρμόδια υπηρεσιακά συμβούλια, στην αρχή, και του Α.Σ.Ε.Π.
στη συνέχεια (βλ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμ.829/2006 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π.).... Μετά την τήρηση λοιπόν των παραπάνω διαδικασιών, όλοι οι ενάγοντες εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου Δήμου από 13-9-2006. Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ο εναγόμενος Δήμος (ήδη αναιρεσείων) είναι και ο αποκλειστικός εργοδότης των εναγόντων, κατά την έννοια του νόμου, αφού σ αυτόν προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους ως φύλακες στα σχολικά κτίρια, στα οποία τοποθετήθηκαν, απασχολούμενοι οκτώ (8) ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες, κάθε μέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων του και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε, τελώντας, έτσι, υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του εναγομένου Δήμου, ως προς την τακτικά και αδιάλειπτη παρεχόμενη εργασία τους, δοθέντος άλλωστε, ότι αυτός ήταν και ο μοναδικός ωφεληθείς από την εργασία των εναγόντων, στις αρμοδιότητες του οποίου, σημειώνεται ότι περιλαμβάνεται και η φύλαξη των συγκεκριμένων σχολικών κτιρίων.
Αντίθετα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι υφίστατο οποιαδήποτε άλλη σχέση εξάρτησης των εναγόντων από τρίτους φορείς και δη είτε από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε από την Ε.Ε.Τ.Α.Α., δεδομένου ότι αυτοί ουδέποτε χρησιμοποίησαν με αμοιβή την εργασία των πρώτων, ούτε άσκησαν σ' αυτούς διευθυντικό δικαίωμα και ως εκ τούτου δεν συντρέχει κανένα στοιχείο, ώστε να μπορεί, κάποιος από τους τελευταίους να χαρακτηριστεί ως εργοδότης.
Η συμμετοχή δε της Ε.Ε.Τ.Α.Α. στην κατάρτιση των επίδικων "συμφωνητικών συνεργασίας" συνιστούσε την αναγκαία τυπική της δέσμευση για την εκτέλεση των ανατεθεισών σ' αυτήν, δυνάμει των ως άνω προγραμματικών συμβάσεων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένης και της καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης στους ενάγοντες με τους σαφώς καθορισθέντες και εκτεθέντες ανωτέρω όρους, ήτοι της προηγούμενης καταβολής σ' αυτήν από το αρμόδιο Υπουργείο των αναγκαίων πόρων και της έλλειψης ευθύνης της για τυχόν μη πληρωμή οφειλόμενη σε μη έγκαιρη διάθεση από πλευράς Υπουργείου των προβλεπομένων ποσών του προγράμματος.
Συνεπώς, (κατέληξε το Εφετείο) το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον προβληθέντα από τον εναγόμενο Δήμο ισχυρισμό περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης της αγωγής ως προς αυτόν, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε, και ως εκ τούτου τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο συναφή λόγο έφεσης του εκκαλούντος Δήμου είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και πρέπει ν 'απορριφθούν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στην διάγνωση, ότι ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος ΟΤΑ - Δήμος Ιλίου Αττικής, αναιρεσείων, ο οποίος και αποτελεί το αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος-φύλακος μέρος, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συµβάσεων εργασίας, συνδεόµενος µε τους ενάγοντες µε σχέση εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης αυτός, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, έναντι αµοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν.
Στη συνέχεια, με βάση τα περιστατικά αυτά, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1993/2009 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων Δήμος οφείλει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά αυτά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ.1 και 15 ν. 2639/1998, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 34100/24-11-1999 ΥΑ και εκείνες των άρθρων 11 του ΠΔ/τος 164/2004, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν, εξαρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, και όχι συμβάσεις έργου ή μαθητείας, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.
Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη, εσφαλμένα δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με αυτόν με σύμβαση αορίστου χρόνου, προ της κρίσης τους από το ΑΣΕΠ, επιδικάζοντας σ' αυτούς διαφορές αποδοχών, το ύψος των οποίων, μάλιστα και τον τρόπο υπολογισμού τους δεν αμφισβητεί, είναι απορριπτέα, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και τούτο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή πριν τη μετατροπή των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων σε αόριστης χρονικής διάρκειας, βάσει του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και της υπ' 829/2006 απόφασης του ΑΣΕΠ, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με σχέση εργασίας, ανεξαρτήτως δε του χαρακτηρισμού της ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δικαιούνται τις αποδοχές και επιδόματα αδείας, τα επιδόματα εορτών και την προσαύξηση για νυκτερινή εργασία και εργασία σε ημέρες αργίας και εορτές ευθέως, από το νόμο, διότι οι παροχές αυτές οφείλονται και επί απλής σχέσεως εργασίας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως, (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ, και 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006 Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2012 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΙΛΙΟΥ" για αναίρεση της 551/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ