Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of debt assumption claim under Article 477 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting their claim based on debt assumption. The appellants argued the lower court erred in applying Article 477 of the Civil Code and failed to prove the debt transfer, while the respondent company contended the facts were established. The court ruled that the appellate court correctly found the debt assumption contract proven and the appellants liable, rejecting the appeal as lacking merit and contradictory.
Legislator headnote
AI generatedArticle 477 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A debt assumption contract creates joint liability for the original debtor and the new debtor, and an appeal challenging a clear factual finding on debt transfer is inadmissible if the lower court's reasoning is sound and consistent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 882 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 882/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1.Η. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2. Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Ιεροδιακόνου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΪΑ ΑΤΑΛΑΝΤΗΣ ΑΕ" όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΛΕΒΕΝΜΠΡΟΥ ΕΛΛΑΣ ΑΕ Βιομηχανία Ζύθου" που εδρεύει στο Κυπαρίσσι Αταλάντης Ν.Φθιώτιδας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Σουμάκη, η οποία ανεκάλεσε την από 9-12-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6000/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6811/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-1-2010 αίτησή τους και τους από 7-11-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 477 του ΑΚ "αν κάποιος με σύμβαση που συνάπτει με το δανειστή υποσχεθεί την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με τη ρυθμιζόμενη σύμβαση (σωρευτική αναδοχή χρέους) δημιουργείται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος, παράλληλα με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη, είναι δε έγκυρη και η αναδοχή μελλοντικού χρέους, που έχει ως αποτέλεσμα ότι το χρέος με τη γέννησή του μεταφέρεται (και) σ' αυτόν που το αναδέχθηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με σύμβαση εμπορικής συνεργασίας που συνήψε η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα εταιρεία με την εδρεύουσα στα Τίρανα της Αλβανίας εταιρεία με την επωνυμία "Euroforce Sa" (πρώτη εναγομένη και μη διάδικο στην παρούσα δίκη) προμήθευσε στην τελευταία κατά το χρονικό διάστημα από 8-12-1993 έως 18-2-1997 τις αναφερόμενες ποσότητες μπύρας, έναντι του εκάστοτε συμφωνημένου τιμήματος, τις οποίες η αγοράστρια εταιρεία διέθετε στην αγορά της Αλβανίας, κατά την κατάρτιση δε της σύμβασης αυτής οι ήδη αναιρεσείοντες -εναγόμενοι βασικοί μέτοχοι κατά ποσοστό 99% και νόμιμοι εκπρόσωποι της αγοράστριας, συμφώνησαν με την αναιρεσίβλητη ότι θα ευθύνονται και οι ίδιοι ατομικά έναντι της τελευταίας για όλες τις οφειλές της αγοράστριας που θα δημιουργούνταν από τη λειτουργία της ανωτέρω συμβατικής σχέσης, αναδεχόμενοι τις μέλλουσες να προκύψουν τυχόν οφειλές της προς την ενάγουσα.
Εν συνεχεία το Εφετείο δέχεται τα εξής: "Για τη διάθεση στην αγορά της βαρελίσιας μπύρας παραγωγής της ενάγουσας, μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης καταρτίστηκαν τριάντα επτά (37) συνολικά έγγραφες, διαδοχικές, συμβάσεις χρησιδανείου, κατά το χρονικό διάστημα από 4-4-1994 μέχρι 4-9-1996, κατά τις οποίες η ενάγουσα παραχώρησε προς την πρώτη εναγόμενη χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του απαιτούμενου εξοπλισμού.
Συγκεκριμένα της παραχώρησε τη χρήση: α)175 ψυκτικών μηχανημάτων με τις αντίστοιχες βρύσες, κεφαλές, σχάρες και ρυθμιστές CO2, η αξία δε του καθενός ανερχόταν σε 250.000 δραχμές και συνολικά σε 43.750.000 δραχμές (...), β)175 φωτεινών επιγραφών. Η αξία καθεμίας απ' αυτές ανέρχεται σε 30.000 δραχμές και συνολικά σε 5.250.000 δραχμές, δηλαδή (κινητά πράγματα) συνολικής αξίας 49.000.000 δραχμών και σε ευρώ 143.800.
Τον εξοπλισμό αυτό η πρώτη εναγόμενη, κατά τη συμφωνία των μερών, εγκατέστησε στα καταστήματα των πελατών της για τη διάθεση της βαρελίσιας μπύρας παραγωγής της ενάγουσας. Τη χρήση του εξοπλισμού αυτού διατήρησε η πρώτη εναγόμενη μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας της με την ενάγουσα με την καταγγελία της σύμβασης από την τελευταία στις 23-5-1997 λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της πρώτης εναγόμενης προς την ενάγουσα με την οποία εκτός της βασικής σύμβασης εμπορικής συνεργασίας λύθηκαν και οι προαναφερόμενες συμβάσεις χρησιδανείου.
Η πρώτη εναγόμενη όμως, παρά τις συνεχείς οχλήσεις από την ενάγουσα δεν επέστρεψε σ' αυτήν τον εξοπλισμό που η τελευταία της είχε χρησιδανίσει και έτσι εξακολουθούσε να τον χρησιμοποιεί παράνομα για τη διάθεση βαρελίσιας μπύρας άλλων προμηθευτών της, ιδιοποιούμενη τούτον με τους εκπροσώπους της δεύτερο και τρίτο των εναγομένων.
Και ναι μεν με το με αριθμό 117/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο κατέστη ήδη αμετάκλητο (...) και που εκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, το Συμβούλιο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά των εκκαλούντων για την πράξη της υπεξαίρεσης των παραπάνω αντικειμένων, και αφού έγινε δεκτός ο ισχυρισμός τους ότι δηλαδή τα αντικείμενα αυτά καταστράφηκαν κατά τους βανδαλισμούς και λεηλασίες που έλαβαν χώρα κατά το έτος 1997 στην Αλβανία, αυτός ο ισχυρισμός τους όμως δεν υποστηρίζεται και σήμερα από τους εκκαλούντες ούτε άλλωστε αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο που τέθηκε υπ' όψιν του δικαστηρίου (...).
Εξ άλλου, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εκκαλούντων, νόμιμων εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης, προσβλήθηκε το εμπορικό μέλλον της ενάγουσας και η πίστη της στην αγορά, λόγω της αδυναμίας της να προωθήσει τα βαρέλια μπύρα και σε άλλους αγοραστές, εξ αιτίας της υπεξαίρεσης σημαντικής ποσότητας μηχανολογικού εξοπλισμού της, συνεπεία δε αυτού υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας έπρεπε να της επιδικάσει το ποσό των 3.000 ευρώ, όπως ορθώς κρίθηκε και από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία άλλωστε, δεν πλήττεται με την έφεση και ως προς τη διάταξή της αυτή".
Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην τελευταία το ειρημένο ποσό της αξίας των υπεξαιρεθέντων πραγμάτων (143.000 ευρώ), ενεχομένους, την μεν αγοράστρια εταιρεία από την αδικοπραξία της υπεξαίρεσης που διέπραξε δια των νόμιμων εκπροσώπων της, ήδη αναιρεσειόντων, τούτους δε λόγω της σωρευτικής αναδοχής παντός, κατά τα προεκτεθέντα, χρέους της πρώτης που θα προέκυπτε από την ένδικη εμπορική συνεργασία των μερών, καθώς και το ποσό των 3000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας λόγω προσβολής της εμπορικής της πίστης, το οποίο είχε επίσης επιδικασθεί πρωτοδίκως και ως προς το οποίο δεν είχε προσβληθεί η πρωτόδικη απόφαση με την έφεση των αναιρεσειόντων.
ΙΙ. Με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί αφ' ενός την σωρευτική αναδοχή χρέους εκ μέρους των αναιρεσειόντων και αφ' ετέρου υποχρέωσή τους για χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία (υπεξαίρεση), διέλαβε στην απόφασή του αντιφατική αιτιολογία εξ αιτίας της οποίας δεν προκύπτει αν η καταγνωσθείσα εις βάρος τους ευθύνη (οφειλή) προκύπτει από τη σωρευτική αναδοχή του χρέους της αγοράστριας εταιρείας ή από αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι από τις προαφερθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο δέχεται ευθύνη των αναιρεσειόντων από την κατά το άρθρο 477 του ΑΚ σωρευτική αναδοχή χρέους που συνήψαν οι αναιρεσείοντες με την αναιρεσίβλητη και η οποία αφορούσε κάθε οφειλή της αγοράστριας εταιρείας που τυχόν θα εδημιουργείτο από την συμφωνηθείσα εμπορική συνεργασία, όπως και η ένδικη διαφορά, στις παραδοχές δε αυτές στήριξε το Εφετείο το διατακτικό της απόφασής του ως προς τους αναιρεσείοντες.
Η προαναφερθείσα δε αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως αιτιολογία, ήταν περιττή και δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, ενόψει του ότι κατά το κεφάλαιο τούτο, σύμφωνα και με την αναιρεσιβαλλομένη, δεν είχε προσβληθεί με την έφεση των αναιρεσειόντων η πρωτόδικη απόφαση (η οποία, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχεται αδικοπρακτική συμπεριφορά και των ιδίων των αναιρεσειόντων).
Για τον ίδιο ως άνω λόγο, ότι δηλαδή το Εφετείο δέχεται σαφώς ευθύνη των αναιρεσειόντων από τη ρηθείσα σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, είναι αβάσιμος και ο συναφής τρίτος, επίσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την παραδοχή του Εφετείου για την ευθύνη αυτή των αναιρεσειόντων.
Περαιτέρω, με τους δύο πρώτους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως και υπό τη επίκληση των αριθμών 1, 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι, αν και στην αγωγή της αναιρεσίβλητης δεν γίνεται αναφορά σε σύμβαση αναδοχής χρέους και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε τέτοια σύμβαση, το Εφετείο δέχθηκε τη σύμβαση αυτή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου του άρθρου 477 του ΑΚ και απέρριψε την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης την οποία είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες, όπως απέρριψε και την επικουρικώς προβληθείσα από αυτούς ένσταση της δηζήσεως, λαμβάνονας υπόψη (το Εφετείο) ουσιώδη πράγματα χωρίς απόδειξη και διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη πράγματα της αναδοχής χρέους που δέχθηκε και των ειρημένων ενστάσεων που απέρριψε.
Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως καθόσον μεν προσβάλλεται με αυτούς η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως λόγοι δε από τους προαναφερθέντες αριθμούς του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Και τούτο διότι το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο επίσης διατυπώνει σαφώς, ότι οι αναιρεσείοντες ενέχονται έναντι της αναιρεσίβλητης από την ρηθείσα και σαφώς επικαλούμενη στην αγωγή, όπως από αυτήν προκύπτει, σύμβαση σωρευτικής αναδοχής του χρέους της αρχικής οφειλέτριας εταιρείας σύμφωνα με άρθρο 477 του ΑΚ, στη διάταξη του οποίου ορθώς υπήγαγε τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ορθώς απορρίπτοντας μετά ταύτα τις ανωτέρω ενστάσεις των αναιρεσειόντων, η δεύτερη από τις οποίες (ένσταση διζήσεως κατ' άρθρο 855 του ΑΚ) προσήκει στη σύμβαση εγγυήσεως (άρθρ. 847 επ.
του ΑΚ) και όχι στη σύμβαση της αναδοχής ξένου χρέους, όπως εν προκειμένω, που επίσης σωστά δέχθηκε το Εφετείο. Τέλος, ενόψει της ως άνω σαφούς παραδοχής του Εφετείου ότι η αγοράστρια εταιρεία υπεξήρεσε, δια των οργάνων της που την εκπροσωπούσαν, ήδη αναιρεσειόντων, τα προειρημένα κινητά πράγματα της αναιρεσίβλητης (εξοπλισμός διαθέσεως μπύρας) και ότι οι αναιρεσείοντες ευθύνονται προς αποζημίωση της πρώτης από τη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους που είχαν συνάψει με αυτήν, είναι αβάσιμος στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και ο τέταρτος και τελευταίος, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί μη ύπαρξη υπεξαιρέσεως των ανωτέρω αντικειμένων, αφ' ενός, και ευθύνη των αναιρεσειόντων, αφ' ετέρου, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες που τη στερούν από νόμιμη βάση.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2010 αίτηση των Η. Κ. και Ι. Π. -και τους πρόσθετους λόγους- για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6811/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ