Legislator Case Law & Legislation
882/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and rejects distortion claim due to mixed evidence.

Case Number 882/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 'E. P. and T. P. O.E' against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellant argued the lower court distorted a veterinary report regarding salmonella contamination, but the court found the appeal inadmissible because the respondent company failed to appear at the hearing. Furthermore, the court rejected the distortion claim because the lower court's finding relied on witness testimonies alongside the disputed document, rather than solely on it.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 K.Pol.D.; Art. 914 A.K.; Art. 559(20) & 561(1) K.Pol.D.; The Supreme Court must proceed with the hearing despite a respondent's absence if legally summoned, and a distortion claim fails when the lower court's decision is based on a combination of evidence rather than exclusively on a specific document.

Keywords

AI generated
appeal admissibility court absence distortion of evidence mixed evidence assessment procedural default

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 K.Pol.D.
Art. 914 A.K.
Art. 559(20) K.Pol.D.
Art. 561(1) K.Pol.D.
Art. 339 K.Pol.D.
Art. 432 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 882 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 882/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Π. ΚΑΙ Θ. Π. Ο.Ε", που εδρεύει στο Κεφαλάρι Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστεργίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛ.ΒΙ.Ζ", που εδρεύει στο Πλατύ Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Οκτωβρίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/ΤΠ/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1000/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1650/11.3.2009 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Βέροιας, ακριβές αντίγραφο της από 26.11.2008 αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην αναιρεσίβλητη προς παράσταση στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμοτης 15.3.2010 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως κατά τη σημερινή δικάσιμο της 11.4.2011, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.

II). Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. κατά την οποία "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία να συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή συμφέροντος, το οποίο προστατεύεται από το νόμο, άλλο προσώπου και η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε απ’ αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία να τελεί σε ουσιώδη με αυτή συνάφεια.

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία, διατηρεί και εκμεταλλεύεται στο Κεφαλοχώρι Ν. Ημαθίας, μεγάλη μονάδα αναπαραγωγής και εκτροφής χοίρων.

Τις ζωοτροφές, τις οποίες χορηγούσε στα ζώα της για την εκτροφή τους, προμηθευόταν η ενάγουσα από το έτος 1986 και εντεύθεν , σχεδόν αποκλειστικά από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, η οποία διατηρεί στο Πλατύ Ν. Ημαθίας εργοστάσιο παραγωγής ζωοτροφών. Κατά μήνα Ιούνιο του έτους 1991, ζώα της χοιροτροφικής μονάδας της ενάγουσας προσβλήθηκαν από τη νόσο του σπληνάνθρακα με συνέπεια το θάνατο τριάντα έξι (36) χοιριδίων, όπως αποδεικνύεται ιδίως από το αριθμ. 1694/12-3-1992 έγγραφο της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής της Νομαρχίας Ημαθίας, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα.

Περαιτέρω, από τα Ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, ότι ο θάνατος των ζώων της ενάγουσας οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγόμενης, η οποία έγκειται, στο ότι αυτή προμήθευσε μολυσμένη ζωοτροφή κρεαταλεύρου την ενάγουσα, την οποία κατανάλωσαν ως τροφή οι χοίροι της, χωρίς προηγουμένως να υποβάλει την εν λόγω ζωοτροφή σε όλους του αναγκαίους ελέγχους, όπως είχε υποχρέωση, ώστε να διασφαλίσει την καταλληλότητα της για τη χρήση για την οποία προοριζόταν.

Η μετάδοση του μικροβίου του σπληνανθράκα στα ζώα γίνεται από το στόμα, ήτοι μέσω του πεπτικού συστήματος, από μολυσμένη τροφή ή μολυσμένο νερό. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση παρότι έγιναν σχετικές εργαστηριακές εξετάσεις και από το εργαστήριο Υγιεινής και Τεχνολογίας Τροφίμων του Υπουργείου Γεωργίας δεν διαπιστώθηκε, εάν ή άνω ασθένεια οφείλεται σε μολυσμένη τροφή ή σε μολυσμένο νερό.

Ειδικότερα στο προαναφερόμενο αριθμ. 1694/12-3-1992 έγγραφο αναφέρεται , ότι "έγιναν εξετάσεις και στην τροφή και στο νερό, που δεν απέδειξαν όμως ότι υπήρχε το μικρόβιο του σπληνάνθρακα σ' αυτά". Στο από 30-12-1992 δε έγγραφο του τμήματος Κτηνιατρικής της Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που υπογράφεται από τον καθηγητή Σ.

Λ., αναφέρεται, ότι καταβλήθηκε προσπάθεια να εντοπισθεί η πηγή μόλυνσης με απομόνωση του βακήλου από δείγμα κρεατάλευρου , πλην όμως αυτή ήταν αρνητική. Βέβαια, στο έγγραφο αυτό σημειώνεται ότι "η μη απομόνωση του βακήλου του άνθρακα δεν είναι δυνατό να αποκλείσει τη μόλυνση από ζωοτροφή". Το κρίσιμο όμως στην ένδικη περίπτωση ζήτημα είναι, εάν η άνω ασθένεια προήλθε από μολυσμένη ζωοτροφή, την οποία διέθεσε στην ενάγουσα η εναγόμενη.

Περί αυτού δε απαιτείται πλήρης απόδειξη (που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίσταται), χωρίς να αρκεί πιθανολόγηση, βασιζόμενη σε απλές ενδείξεις. Εξάλλου, κατά το χρόνο που τα ζώα της ενάγουσας προσβλήθηκαν από το μικρόβιο του σπληνάνθρακα, η εναγόμενη διέθετε τις ίδιες ζωοτροφές που διέθετε και στην ενάγουσα κ α ι σε άλλες δεκατέσσερις (14) περίπου ομοειδείς κτηνοτροφικές μονάδες, όπως των Α.

Γ. στο Πλατύ Ν. Ημαθίας, Ε. Κ. στην Κατερίνη, "ΠΙΕΡΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΚΡΕΑΤΟΣ ΑΕ" στην Κατερίνη "Σ. -Μ. ΑΕ" στην Χρυσούπολη Καβάλας, Γ. Γ. στο Καλοχώρι Ν. Θεσσαλονίκης, στα ζώα των οποίων ουδεμία ασθένεια και δη σπληνάνθρακας, εμφανίσθηκε, πράγμα βεβαίως που δεν θα συνέβαινε αν όντως οι ζωοτροφές που η εναγόμενη παρήγαγε και διέθεσε ήταν μολυσμένες.

Από το γεγονός αυτό συνάγεται, ότι εάν ήθελε γίνει δεκτό, ότι όντως η μετάδοση του μικροβίου της νόσου του σπληνάνθρακα στα ζώα της ενάγουσας προήλθε από την κατανάλωση μολυσμένης ζωοτροφής, η εν λόγω ζωοτροφή δεν διατέθηκε από την εναγόμενη (αλλά προφανώς από άλλο προμηθευτή). Εν όψει αυτών , εφόσον δεν αποδείχθηκε, ότι η ασθένεια του σπληνάνθρακα από την οποία προσβλήθηκαν ζώα της ενάγουσας, προήλθε από μολυσμένη ζωοτροφή διατεθεί σα από την εναγόμενη, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ...".

Επομένως το Εφετείο με τις αιτιολογίες του αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της αγωγής, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 932, 297 και 298 Α.Κ., που εφάρμοσε και επομένως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ανεπάρκεια δε ή αντιφατικότητα στην αιτιολογία δεν υπάρχει ούτε ως προς την ανυπαρξία ευθύνης της αναιρεσίβλητης για το επελθόν, κατά τα ανωτέρω, ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού το Εφετείο δέχεται ανελέγκτως ότι η νόσος του σπληνάνθρακα, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος 36 χοιριδίων της αναιρεσείουσας, δεν προήλθε από μολυσμένη ζωοτροφή, την οποία διέθεσε σ' αυτήν η αναιρεσίβλητη, χωρίς να αποκλείει το γεγονός της διαθέσεως μολυσμένων ζωοτροφών από κάποιον άλλο προμηθευτή, δοθέντος ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η αναιρεσίβλητη δεν ήταν ο αποκλειστικός προμηθευτής ζωοτροφών της αναιρεσείουσας.

III). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες με επίκληση σελίδες των επισήμων φορολογικών στοιχείων, καθώς και τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν τιμολόγια, από τα οποία προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς της, ότι αποκλειστικός αυτής προμηθευτής ήταν η αναιρεσίβλητη και ότι δεν είχε αγοράσει ζωοτροφές από κάποιον άλλο προμηθευτή.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων εγγράφων τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτά ή και την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα.

Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.11 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τις 117/2003 και 1715/2006 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντιστοίχως, που δεν προσκομίστηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση των από 17.10.2007 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, που υποβλήθηκαν στο Εφετείο, προκύπτει ότι η τελευταία προσεκόμισε μετ' επίκληση τις ως άνω αποφάσεις υπό τους αριθμούς 7 και 8.

Εξ' άλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ.10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα χωρίς απόδειξη, καθ' όσον το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το οποίο έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την υπό κρίση αγωγή, αφού έλαβε υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

ΙV). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

Κ.Πολ.Δ. αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη συνέχεια δε καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 30.12.1992 εγγράφου του Τμήματος Κτηνιατρικής Σχολής γεωτεχνικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δεχόμενο ως μοναδικό περιεχόμενο αυτού μία εκ των παραγράφων αυτού σχετικά με το ότι " καταβλήθηκε προσπάθεια να εντοπισθεί η πηγή μόλυνσης με απομόνωση του βακήλου από δείγμα κρεατάλευρου πλην όμως αυτή ήταν αρνητική ...

και ότι η μη απομόνωση του βακήλου του άνθρακα δεν είναι δυνατό να αποκλείσει τη μόλυνση από ζωοτροφή ...", όχι όμως και τις λοιπές παραγράφους του ίδιου εγγράφου, όπως εκτίθενται στον λόγο αναιρέσεως που ερευνάται, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο για την αναιρεσείουσα πόρισμα, ως προς το ότι δεν διαπιστώθηκε εάν η ως άνω ασθένεια οφείλεται σε μολυσμένη τροφή ή νερό.

Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το πιο πάνω έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί εξ' ολοκλήρου η αναίρεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.11.2008 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Ε. Π. και Θ. Π. Ο.Ε" για αναίρεση της 1000/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ