Legislator Case Law & Legislation
882/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding withdrawal and failure to consider specific claims.

Case Number 882/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, citing procedural defects in the appeal process. The appellant's lawyer withdrew specific arguments via a proposal submitted to the court, which the Supreme Court ruled was inadmissible because it was not formally declared in the records or served on the opposing party. Furthermore, the court rejected several grounds for remand, determining that certain claims were merely arguments rather than distinct legal issues requiring reconsideration, while others were already addressed by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242 § 2, 576 § 2, 297, 6 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 § 8 of the Code of Civil Procedure: A withdrawal from an appeal must be formally declared in the court records or served on the opposing party to be valid; claims that are merely arguments supporting a position, rather than distinct legal issues, do not constitute grounds for remand under Article 559 § 8.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal formal withdrawal service of documents distinct legal issue argument vs claim Code of Civil Procedure remand ground

Cited Legislation

AI generated
Article 242 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Code of Civil Procedure
Article 6 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 19 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 882 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 882/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .............., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κων/νο Κωνσταντινίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: ............., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 815/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 571/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 20-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου επί αναιρέσεως ως προς το δεύτερο σκέλος του και την απόρριψη των υπολοίπων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την με επίκληση προσκομιζόμενη 2778δ/17.10.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ........... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για τη στην αρχή της παρούσης αναφερόμενη δικάσιμο, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήώση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Επομένως, κατ΄ άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία της νόμιμα κλητευθείσας αναιρεσίβλητης. Από τη διάταξη του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η παραίτηση από του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως μπορεί να γίνει με δήλώση του αναιρεσείοντος που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του.

Επομένως τέτοια παραίτηση είναι απαράδεκτη αν δεν γίνει με τους άνω τρόπους, αλλά με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, αφού αυτές κατατίθενται στο δικαστήριο και δεν επιδίδονται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση στις προτάσεις, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, περιέχεται δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας περί παραιτήσεως από τους πρώτο και έκτο λόγους της αναιρέσεως.

Η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απαράδεκτη. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.3198/1955 "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά το ν.2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή το β.δ. της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ΄ ής κατέστη απαιτητή".

Περαιτέρω κατά την παρ. 2 του άρθρου 675 ΑΚ με το θάνατο του εργοδότη η σύμβαση λύνεται μόνο όταν τα μέρη απέβλεπαν κυρίως στο πρόσωπό του. Σ΄ αυτή την περίπτωση το δικαστήριο μπορεί, κατά την κρίση του, να επιδικάσει στον εργαζόμενο εύλογο αποζημίωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ν.3198/1955, που καθορίζει την αποσβεστική προθεσμία των έξι (6) μηνών, αφορά αποζημίωση την οποία ο μισθωτός δικαιούται απ΄ ευθείας από το ν.2112/1920 ή το β.δ.

της 16/18.7.1920 και όχι την αποζημίωση που δικαιούται από άλλη αιτία, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 675 παρ. 2 ΑΚ. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση απόσβεσης της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης για την καταβολή σ΄ αυτή της αποζημίωσης του άρθρου 675 παρ. 2 ΑΚ, λόγω παρόδου της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/1955, την οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με την έφεσή του.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον στην αποζημίωση του άρθρου 675 παρ. 2 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή η ανωτέρω αποσβεστική προθεσμία. Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.

Α.Π. 1/1999). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επομ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 του Εισ. Ν.Α.Κ., προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος που παρέχει την εργασία του με μισθό - ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει τον χαρακτήρα της συμβάσεως - υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει στον τελευταίο δεσμευτικές οδηγίες ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της παρεχόμενης εργασίας.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από εκείνη της μισθώσεως έργου επί της οποίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται τη λύση της συμβάσεως, ανεξάρτητα από το χρόνο της επιτεύξεώς του. Για το χαρακτηρισμό της σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες παροχής της εργασίας και δεν έχει σημασία ο χαρακτηρισμός που προσδίδουν τα μέρη στη μεταξύ τους σχέση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε τα εξής: Ο ..........., πατέρας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που ήδη έχει αποβιώσει, διατηρούσε στην Αθήνα επιχείρηση με αντικείμενο τις κτηματικές συναλλαγές. Την ........ προσέλαβε ως υπάλληλο στην επιχείρηση αυτή την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την απασχόλησε μέχρι και το θάνατό του στις .........

Η αναιρεσίβλητη λόγω της πολυετούς απασχόλησης της με το αντικείμενο της αγοραπωλησίας ακινήτων απέκτησε εμπειρία, αλλά και γνώση για όλες τις αγοραπωλησίες του..........., ο οποίος από το έτος 1963 μέχρι και το 1967 είχε αγοράσει στην Ελλάδα μεγάλες εδαφικές εκτάσεις. Μετά το θάνατο του ............. η περιουσία του με ιδιόγραφη διαθήκη του περιήλθε στον υιό του ..............

Ο τελευταίος, μη έχοντας ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις του πατέρα του, δεν είχε γνώση της περιουσίας που κληρονόμησε και συγκεκριμένα δεν γνώριζε ούτε πού βρίσκονται τα ακίνητα της κληρονομίας, ούτε τις εκτάσεις τους. Τη συγκέντρωση των στοιχείων κληρονομίας ανέλαβε μετά από συμφωνία με τον ........... η αναιρεσίβλητη και τούτο διότι λόγω της επί 32 έτη απασχόλησης της με τις επιχειρήσεις του πατέρα του, ως μοναδική υπάλληλος του, είχε πλήρη γνώση των αγοραπωλησιών των ακινήτων, στις οποίες αυτός προέβαινε.

Έτσι γνώριζε τις τοποθεσίες των ακινήτων και τις ιδιορρυθμίες που παρουσίαζε η αγορά τους, δεδομένου ότι για πολλές εκτάσεις ο κληρονομούμενος δεν συνέταξε οριστικά συμβόλαια, αλλά μόνο προσύμφωνα, οι δε πωλήσεις προς τους αγοραστές του εγένοντο με ανέκκλητα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια των πωλητών προς τον ίδιο ή τους εκπροσώπους του, με συνέπεια να μη φέρεται ο ίδιος στα υποθηκοφυλακεία ως κύριος των άνω εκτάσεων.

Την ιδιαιτερότητα αυτή μόνο η ενάγουσα μπορούσε να γνωρίζει, γι' αυτό χωρίς τη δική της εργασία δεν ήταν δυνατόν να εξευρεθούν τα ακίνητα που δεν είχαν πωληθεί, εργασία την οποία καθιστούσε ακόμη δυσκολότερη το πλήθος των αγροτεμαχιών που δημιουργήθηκαν από την κατάτμηση των εκτάσεων με ιδιωτικά σχεδιαγράμματα.

Λόγω των δυσκολιών αυτών και της ανάγκης να εξευρεθεί η κληρονομική περιουσία, να γίνουν οι δηλώσεις φόρου κληρονομίας, και στη συνέχεια η δήλωση αποδοχής της κληρονομίας, ο ........... συμφώνησε με την αναιρεσίβλητη να της καταβάλει ως αμοιβή το ποσό των 500.000 δρχ. μηνιαίως από 1.1.1997 μέχρι και το κλείσιμο του φακέλου της κληρονομίας με την αποπληρωμή των φόρων.

Η αναιρεσίβλητη, εργαζόμενη υπό τις εντολές του ............, απέβλεπε στο πρόσωπό του, λόγω της μακροχρόνιας επαγγελματικής σχέσης με τον πατέρα του και της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο και των δυο, γι' αυτό αποδέχθηκε, αντί αμοιβής, να της μεταβιβάσει ο ............, όταν θα αποπεράτωνε όλες τις παραπάνω εργασίες, ένα ακίνητο στην ......

και συγκεκριμένα ένα οικόπεδο εκτάσεως 187, 91 τ.μ. στη θέση ".........." της Κοινότητας Προαστείου, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο αξίας 20.000.000 δρχ. Η μεταβίβαση τελικά του ακινήτου αυτού δεν έγινε, λόγω του επελθόντος θανάτου του ........ στις ........ Μέχρι την ημερομηνία αυτή η αναιρεσίβλητη στα πλαίσια της εντολής που της έδωσε ο ...........

προέβαινε καθημερινά στις κατωτέρω ενέργειες: 1) Ελάμβανε το ιδιωτικό ρυμοτομικό τοπογραφικό σχέδιο κάθε μεγάλης έκτασης, στην οποία είχε ακίνητη περιουσία ο .......... Επί των σχεδίων αυτών, που σε όλα υπήρχαν διαιρετά αγροτεμάχια, ανέγραφε τα ονόματα αυτών που με οριστικά συμβόλαια ή προσύμφωνα είχαν λάβει στη νομή και κατοχής τους τα αγορασθέντα από τον .........

αγροτεμάχια. Ακολούθως ελάμβανε τα οριστικά συμβόλαια των αγοραστών με σκοπό να επιβεβαιώσει αν έκαστος αγοραστής, που το αγροτεμάχιό του αναγραφόταν στο συμβόλαιό του, είχε πράγματι το αγροτεμάχιο που φαινόταν στο αντίστοιχο ρυμοτομικό σχέδιο, με σκοπό να μην υπάρχουν σφάλματα και να μην περιληφθούν στην κληρονομία ακίνητα που είχαν πωληθεί.

Κατά την έρευνα αυτή διαχώριζε συγχρόνως και τα αγροτεμάχια που είχαν αγοραστεί με προσύμφωνα και είχαν εξοφληθεί, αλλά δεν είχαν συναφθεί τα οριστικά συμβόλαια προς τους αγοραστές τους. Τα εν λόγω αποπληρωθέντα προσύμφωνα, αφού ανευρέθησαν οι αριθμοί τους και οι συμ/φοι που τα συνέταξαν, προσκόμισε στην Δ.Ο.Υ.

Κληρονομίας με σκοπό να μη φορολογηθεί ο ........... γι' αυτά, ενώ τα πωληθέντα με αυτά ακίνητα δεν συμπεριελήφθησαν στην πράξη αποδοχής της κληρονομίας. Κατ' αυτό τον τρόπο βρήκε την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία που δεν είχε πωληθεί και αποτελούνταν από διαιρετά αγροτεμάχια, όπως στο ......, ........, στο ........, στην .........

Θεσσαλονίκης κ.λ.π. ΄Ετσι η ενάγουσα μέτρησε 1) περί τα 1.500 οριστικά συμβόλαια πώλησης, αναγράφοντας τα ποσοστά που πωλήθηκαν με κάθε συμβόλαιο, 2) τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου από 30 αποπληρωθέντα προσύμφωνα, τα οποία οφείλονταν σε αγοραστές του πατέρα του και αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένα αγροτεμάχια, 3) το εμβαδόν των ακινήτων που είχαν απαλλοτριωθεί.

Κατόπιν αυτών επιβεβαίωσε αν τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου που απέμειναν, αντιστοιχούσαν σε αγροτεμάχια που δεν είχαν πωληθεί και ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία. Για τις ως άνω εργασίες απαιτήθηκαν 19 μήνες, ήτοι από τις αρχές Σεπτεμβρίου 1997 μέχρι το τέλος Μαρτίου 1999, οπότε, αφού η ενάγουσα, συγκέντρωσε κατά περιοχές όλα τα υπάρχοντα συμβόλαια και προσύμφωνα, υπεγράφη η ..........

πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Στάθη, την οποία απέστειλε προς μεταγραφή στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία. Ακολούθως η ενάγουσα υπέβαλε στη ΔΥΟ Ψυχικού όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά, εκδόθηκε το εκκαθαριστικό για την πληρωμή του φόρου της κληρονομίας, ύψους 240.000.000 δρχ., τον οποίο ο ........

έπρεπε να καταβάλει μέχρι την 31.5.2000. Όμως, ενώ η ενάγουσα ολοκλήρωσε τις εργασίες, που ανέλαβε και ανέμενε τη μεταβίβαση του παραπάνω ακινήτου, που συμφώνησε να λάβει ως αμοιβή, στις 27.5.2000 απεβίωσε ο ............ και τον διαδέχθηκε ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του η αναιρεσείουσα αδελφή του. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι η σύμβαση εργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του ...........απέβλεπε μόνο στο πρόσωπό του, λύθηκε με το θάνατό του και δεν συνεχίστηκε με την αναιρεσείουσα ως κληρονόμο του.

Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την επικουρική της βάση και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, ως μοναδική κληρονόμο του ............., να της καταβάλει ως εύλογη αποζημίωση (άρθρ. 675 παρ. 2 ΑΚ) το ποσό των 50.000 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ΄αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τα βασικά κριτήρια για τον χαρακτηρισμό της επίδικης συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας, με την υποβολή της αναιρεσίβλητης στη νομική και προσωπική εξάρτηση του ............, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που χαρακτηρίζουν τη σύμβαση εργασίας και διαφοροποιούν αυτή από τη μίσθωση έργου.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 τρίτος λόγος της αναιρέσεως, ως προς το δεύτερο σκέλος του, και πέμπτος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν΄ απορριφθούν. Περαιτέρω ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διάρκειας και μη λύσης της επίδικης συμβάσεως μέχρι το θάνατο του ............

στις ......., πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν και υπό την επίκληση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως πλήττεται πράγματι η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα, ότι η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης διήρκεσε μέχρι στις 27.5.2000, η δε εκτίμηση αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη του άρθρου 675 παρ. 2 του ΑΚ που ορίζει ότι η σύμβαση εργασίας όταν τα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο πρόσωπο του εργοδότη λύνεται με το θάνατό του και σ' αυτήν την περίπτωση το δικαστήριο μπορεί, κατά την κρίση του, να επιδικάσει στον εργαζόμενο εύλογη αποζημίωση προκύπτει, ότι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης αποζημίωσης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ύστερα από εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, όπως είναι η οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, η ηλικία του εργαζομένου, η διάρκεια της εργασιακής σχέσης και η περί τούτου κρίση αυτού δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο πλήττεται η κρίση του δικάσαντος Εφετείου ως προς το ύψος της επιδικασθείσας ευλόγου αποζημιώσεως, λόγω λύσεως της συμβάσεως με το θάνατο του εργοδότη, είναι απαράδεκτος. Ως πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προέβαλε με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της, ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του ........... δεν καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η αυτή ως άνω αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ., ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη, γιατί δεν είχε τις εξειδικευμένες γνώσεις και τα επαγγελματικά προσόντα για τη διεκπεραίωση των εργασιών που εκτέλεσε, οι οποίες διενεργούνταν μόνο από δικηγόρους και συμβολαιογράφους.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεών της, ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ......... και της αναιρεσίβλητης επειδή αυτή δεν είχε τα επαγγελματικά προσόντα για την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών. Επομένως πρέπει ν΄απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως επίσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης με τον .......... ήταν ορισμένου χρόνου και έληξε πριν το θάνατό του στις ....... με την ολοκλήρωση των εργασιών προς εκκαθάριση της κληρονομίας.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ισχυρισμό αυτό, αφού δέχθηκε ότι η σύμβαση αυτή δεν είχε λυθεί στις 27.5.2000. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν περιέχονται καθόλου αιτιολογίες, ως προς την απορριπτική κρίση της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως της αναιρεσείουσας, την οποίαν αυτή προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με την έφεσή της και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι σ΄ αυτή περιλαμβάνονται αιτιολογίες, ως προς την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως και επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν΄απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.6.2006 αίτηση της.......... για αναίρεση της 571/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ